Αρχίζουν οι τράπεζες τις διαπραγματεύσεις με όλους τους δανειολήπτες

Από: 3 λεπτά ανάγνωση

Το δρόμο για συμφέρουσες συμφωνίες με τις τράπεζες άνοιξε η τελευταία απόφαση της Βουλής για περαιτέρω αναστολή όλων των πλειστηριασμών ακινήτων για οφειλές προς τράπεζες και οργανισμούς ύψους μέχρι 200.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή, την οποία πρώτη η “Δημοκρατική” είχε προαναγγείλει από τον περασμένο Μάιο, έδωσε το «πράσινο φως» για το άνοιγμα των τραπεζών σε διαπραγμάτευση με τους πελάτες τους.
Σύμφωνα με πληροφορίες της “Δημοκρατικής”, η πλειονότητα των στελεχών των τραπεζικών υποκαταστημάτων της Ρόδου έχουν λάβει οδηγία να καλούν τους πελάτες που έχουν δάνεια και να τους προτείνουν επαναδιαπραγμάτευση του δανείου με όρους που περιλαμβάνουν ακόμα και μείωση του αρχικού κεφαλαίου δανεισμού.
Υψηλόβαθμο στέλεχος τράπεζας δήλωσε χθες στη “Δημοκρατική” ότι «ο στόχος δεν είναι μόνο η εξεύρεση λύσεων για τα προβληματικά δάνεια, αλλά και η προστασία των δανείων που είναι ενήμερα και μέχρι σήμερα δεν παρουσιάζουν πρόβλημα». Το ίδιο στέλεχος εξήγησε πως «παρότι διανύουμε μια καλή τουριστική σαιζόν για τη Ρόδο, έχουμε διαπιστώσει ότι δεν έχει μειωθεί ο ρυθμός με τον οποίο τα τραπεζικά δάνεια περνάνε στη τρίμηνη καθυστέρηση. Αυτό σημαίνει πως οι ενδεχόμενες εισπράξεις των μισθωτών και των επιτηδευματιών κατευθύνονται προς άλλες οικονομικές υποχρεώσεις, αφού ο Νόμος της Βουλής προστατεύει τα ακίνητα, όπως και την μοναδική, κύρια κατοικία».
Ποιο, όμως, είναι το όφελος από μια τέτοια διαπραγμάτευση; Το όφελος βρίσκεται κυρίως στο κεφάλαιο, αφού υπό προϋποθέσεις μπορεί να μειωθεί ακόμα και σε ποσοστό 30% !!! Ναι, υπάρχουν σήμερα καταγεγραμμένες περιπτώσεις στη Ρόδο σύμφωνα με τις οποίες οι δανειολήπτες πέτυχαν μείωση του κεφαλαίου τους σε τόσο μεγάλο ποσοστό και ασφαλώς κέρδισαν και τους τόκους. Η γενναία αυτή μείωση επιτυγχάνεται εφόσον ο δανειολήπτης εξοφλήσει ολόκληρο το υπολειπόμενο ποσό που οφείλει. Εάν, λοιπόν, υπάρχουν χρήματα σε κάποιο λογαριασμό και υπάρχει παράλληλα κάποιο δάνειο (καταναλωτικό ή στεγαστικό) τότε το όφελος βρίσκεται στην πλευρά του δανειολήπτη.
Στην περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν έχει χρήματα στην άκρη, τότε μπορεί επίσης να μπει σε διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης των όρων του δανείου και να διεκδικήσει μείωση του τελικώς οφειλόμενου ποσού (που προέκυψε μετά τον υπολογισμό των τόκων και της υπερημερίας), να διεκδικήσει καλύτερους όρους αποπληρωμής, και πιθανώς μικρή μείωση του οφειλόμενου κεφαλαίου. Η διαπραγμάτευση που γίνεται αφορά ανά πελάτη και σε καμία περίπτωση οι συμφωνίες που έχουν ήδη γίνει με άλλους τραπεζικούς πελάτες, δεν μπορεί να εφαρμοσθούν σε όλους. «Κάθε δανειολήπτης είναι ξεχωριστή περίπτωση και για την διαπραγμάτευση εξετάζονται όλες οι παράμετροι και κυρίως η συνέπεια του πελάτη, όπως και η αξία του ακινήτου που μπορεί να υπάρχει ως εγγύηση».
Κρυφίως, τα τραπεζικά στελέχη αναφέρουν ότι είναι πιο εύκολο για έναν ασυνεπή πελάτη να πετύχει μια καλή συμφωνία αναδιαπραγμάτευσης και απομείωσης οφειλής, παρά για έναν συνεπή πελάτη. Επίσης κρυφίως τα τραπεζικά στελέχη γνωρίζουν ότι δεν είναι υποχρεωτικό το αίτημα που πολλές φορές θέτουν και αφορά στην εκ των υστέρων υποθήκευση ακινήτου, για την εξασφάλιση ενός δανείου που ήδη έχει εκταμιευθεί.
Σε κάθε περίπτωση, επειδή τα δικαστικά έξοδα για την διεκδίκηση των οφειλομένων από τις τράπεζες είναι εξαιρετικά υψηλά, και επειδή ήδη οι τρεις αναστολές των πλειστηριασμών έχουν αναγκάσει τις τράπεζες να πληρώσουν τρεις φορές αυτή τη διαδικασία, τώρα είναι καλή περίοδος για τους δανειολήπτες να μεταβούν μέχρι τα γραφεία των υπευθύνων δανείων και να ζητήσουν λύσεις.
Προσοχή χρειάζεται μόνον για εκείνους που είχαν πάρει δάνεια την περίοδο που αυτά εχορηγούντο με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια (2,5% έως 3,1%). Για τις περιπτώσεις αυτές, η διαπραγμάτευση με την τράπεζα θα είναι συμφέρουσα μόνον εάν το αποτέλεσμα περιλαμβάνει περιορισμό του οφειλόμενου κεφαλαίου. Κάθε άλλη συμφωνία προοδευτικά θα αποβεί σε βάρος του οφειλέτη.