Ο μέσος Eλληνας πολίτης γνωρίζει πολύ καλά ότι η τοκογλυφία είναι μια σκληρή πραγματικότητα τόσο βαθιά ριζωμένη σ’ αυτή την κοινωνία που κανένας πλέον δεν προβληματίζεται ούτε ενοχλείται για τις σαρωτικές επιπτώσεις που έχει μόνιμα για τα θύματα, τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις τους.
Σήμερα, οι τοκογλύφοι δρουν ανενόχλητοι. Το βασικό τους εργαλείο, η μεταχρονολογημένη επιταγή, συνεχίζει να αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο διαστροφής της νομικής έννοιας του αξιόγραφου όψεως που, όμως, κανένας υπεύθυνος δεν τολμά να αποκαταστήσει.
Αξιοποιώντας το αναιτιώδες της επιταγής και τον ποινικό χαρακτήρα της μη πληρωμής με την εμφάνιση, οι τοκογλύφοι έχουν στηρίξει τις «εργασίες» τους επάνω σε αυτή.
Ανθρωποι με σαφή εικόνα του σφυγμού της αγοράς αλλά και όσων διαδραματίζονται στο παρασκήνιο προειδοποιούν ότι η έλλειψη ρευστού και οι συνθήκες ασφυξίας θα οδηγήσουν πολλούς κατευθείαν στην αγκαλιά τοκογλύφων, προεξοφλώντας έξαρση του φαινομένου.
Τα θύματα συνήθως φοβούνται τη δικαστική εμπλοκή επειδή το αδίκημα είναι δυσαπόδεικτο. Το έγκλημα της τοκογλυφίας ανήκει στην κατηγορία εκείνη των εγκλημάτων για τα οποία η αφανής πλευρά τους είναι η κυρίαρχη.
Κάτω από αυτό το πρίσμα εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση ενός επιχειρηματία της Ρόδου να προσφύγει ενώπιον της δικαιοσύνης κατά ενός παιδικού του φίλου και κατά ενός πρώην διευθυντή υποκαταστήματος γνωστής τράπεζας του νησιού.
Ο μηνυτής είναι επιχειρηματίας, δραστηριοποιείται στο νησί με δύο καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Ισχυρίζεται ότι ένας συμμαθητής και φίλος του από τα παιδικά του χρόνια, με τον οποίο μάλιστα είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, του ζήτησε να τον βοηθήσει τον Φλεβάρη του 2008 επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας.
Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι ο φίλος του αυτός και πρώτος μηνυόμενος, του είπε ότι δεν μπορούσε να δανειστεί χρήματα από τράπεζα και ότι είχε ανάγκη για κάποιες επιταγές ευκολίας.
Φέρεται να του ζήτησε έτσι 10 επιταγές συνολικού ύψους 200.000 ευρώ τις οποίες επρόκειτο να χρησιμοποιήσει για να τακτοποιήσει εκκρεμότητες του σε ακίνητα ιδιοκτησίας του τα οποία ήταν προς πώληση.
Ο μηνυτής διατείνεται ότι τον έπεισε ότι όταν πωλούσε τα ακίνητα θα του επέστρεφε τα σώματα των επιταγών ή θα τις κάλυπτε ο ίδιος.
Στην πορεία μάλιστα κάλυψε τις πρώτες 4 επιταγές συνολικού ποσού 66.400 ευρώ πράγμα που ήρε τις όποιες επιφυλάξεις του μηνυτή.
Ισχυρίζεται παραπέρα ότι την 25η Οκτωβρίου 2010, ο φίλος του τον ενημέρωσε ότι απώλεσε τα έξι τελευταία φύλλα των επιταγών «ευκολίας» συνολικού ποσού 133.600 ευρώ και ότι του επέδειξε και ένα επικυρωμένο αντίγραφο της σχετικής Δήλωσης Απώλειας, με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 2010 που είχε υποβάλει σε Αστυνομικό Τμήμα και του ζήτησε να προβεί σε ανάκληση τους.
Ο μηνυτής υποστηρίζει ότι ενώ έκανε ό,τι του είπε, του επιδόθηκε την 21 Δεκεμβρίου 2010 μία διαταγή πληρωμής με την οποία διατασσόταν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρεία του φίλου του να καταβάλει σε πρώην διευθυντή τράπεζας το συνολικό ποσό των 34.040 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους κ.λ.π. από την εμφάνιση και τη μη πληρωμή δύο επιταγών ευκολίας που είχε εκδώσει.
Ο φίλος του και μηνυόμενος, όπως ισχυρίζεται, του απεκάλυψε τότε ότι αναγκάσθηκε να τον εξαπατήσει και να οπισθογραφήσει μεταβιβάζοντας το σύνολο των επιταγών ευκολίας που του είχε παραδώσει, προς τον πρώην τραπεζικό προκειμένου ο τελευταίος να του χορηγήσει τοκογλυφικό δάνειο συνολικού ύψους 90.000 ευρώ, αφού κατέθετε τις επιταγές στο λογαριασμό του στην τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Υποστηρίζει ότι το ίδιο είχε κάνει και στο παρελθόν και ότι ο τόκος ήταν υπερβολικός.
Επίσης του είπε, όπως υποστηρίζει, ότι δεν έχει μεταβιβάσει κανένα ακίνητό του και πως αναληθώς του παρέστησε ότι χρειαζόταν τα χρήματα για να τακτοποιήσει σχετικές εκκρεμότητες και πως τα χρήματα που έλαβε από τον τραπεζικό, χρησιμοποιώντας ως εγγύηση τις επιταγές, τα είχε αναλώσει για άλλες υποχρεώσεις του.
Λόγω δε της οικονομικής αδυναμίας του, δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στον υπέρμετρο τοκογλυφικό τόκο, για το κεφάλαιο που του είχε δανείσει ο τραπεζικός, ο οποίος, όπως καταγγέλλεται με τη σειρά του εμφάνισε όλες τις επιταγές που είχε στην κατοχή του και τις σφράγισε, παρά το γεγονός ότι μερικές από αυτές (ως μεταχρονολογημένες) είχαν μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης από αυτήν της εμφάνισής τους στην πληρώτρια τράπεζα.
Ο φίλος του μάλιστα βεβαίωσε – ομολόγησε ενυπόγραφα σε ιδιόχειρη δήλωση του, την οποία έχει στα χέρια του, όλα τα παραπάνω, θεωρώντας το γνήσιο της υπογραφής του σε Κ.Ε.Π..
Παρότι προκλήθηκε σχετικός θόρυβος, ο τραπεζικός προχώρησε στην έκδοση και νέας διαταγής πληρωμής για άλλες επιταγές ύψους 102.700 ευρώ.
Ο μηνυτής μάλιστα απορεί στη μήνυση του πως ο τραπεζικός μπόρεσε ουσιαστικά να δικαιολογήσει το ποσό των ένδικων επιταγών που συνολικά φθάνει στο ύψος των 133.600 ευρώ, πλέον των υπολοίπων επιταγών που πλήρωσε ο φίλος του που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 200.000,00 ευρώ.
Επισημαίνει επιπλέον ότι η δικαιοσύνη εξετάζει εμπλοκή του και σε οικονομικό σκάνδαλο που προκάλεσε θόρυβο στο νησί.
Τον μηνυτή εκπροσωπούν οι δικηγόροι κ.κ. Βασ. Παπανικόλας και Στ. Κιουρτζής.
Η υπόθεση αναμένεται να έχει συνέχεια στα δικαστήρια που είναι και τα μόνα αρμόδια να κρίνουν, που αρχίζει και που τελειώνει η αλήθεια σχετικά με τα καταγγελλόμενα αλλά και να επιβάλουν ποινές αν αποδειχθούν τα όσα εξιστορούνται στη νέα αυτή μήνυση για τοκογλυφία.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/diefthintis-trapezas-egkalite-gia-tokoglifia/













