«Η διατήρηση του φυσικού μας πλούτου είναι το κυρίαρχο ζητούμενο»

Επιτακτική χαρακτήρισε προχθές μιλώντας στο Κοινοβούλιο ο βουλευτής Δωδεκανήσου Νίκος Ζωίδης την ανάγκη να μπορεί ο κάθε πολίτης της χώρας μας να κατανοεί το συμφέρον του τόπου που εξυπηρετούν στο σύνολό τους οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται, τους λόγους για τους οποίους νομοθετούνται και το πώς αυτές στην συνέχεια θα εφαρμοστούν.
Στο πλαίσιο ομιλίας του στο νομοσχέδιο «Διατήρηση της Βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις ο βουλευτής Δωδεκανήσου κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για την «κύρωση δικτύου κοινόχρηστων χώρων οικισμών στερουμένων εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου», υπογραμμίζοντας συγκεκριμένα ότι αυτό που έχει σημασία είναι οι αλλαγές να είναι εφαρμόσιμες προς όφελος των νησιωτών μας, για τους οποίους σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει ειδική μέριμνα στις όποιες αποφάσεις λαμβάνονται σε οποιοδήποτε επίπεδο.
Χαρακτήρισε επίσης σημαντική την πρωτοβουλία να εκχωρηθούν αρμοδιότητες σχετικές στην τοπική αυτοδιοίκηση και ειδικά στον δεύτερο βαθμό, τονίζοντας έτσι με τον τρόπο αυτό ότι οι εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να είναι παρατηρητές και μόνο στις αποφάσεις που λαμβάνονται σε κεντρικό επίπεδο και αφορούν πρωτίστως τις τοπικές κοινωνίες.
Υπογράμμισε συγκεκριμένα στην ομιλία του ο βουλευτής Δωδεκανήσου κος Νίκος Ζωίδης: «Η βιοποικιλότητα, δηλαδή η ποικιλία των εκφάνσεων όλων των μορφών ζωής, σε όλα τα επίπεδα, από το γενετικό, των οικοσυστημάτων μέχρι και το επίπεδο του τοπίου, αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας. Θεωρώ λοιπόν ότι είναι εθνική υποχρέωση η διατήρηση του πλούτου αυτού που οφείλουμε να κληροδοτήσουμε και στις επόμενες γενιές. Και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι παρά τις προσπάθειες που κατά καιρούς έχουν γίνει, δεν έχουμε καταφέρει και πάρα πολλά πράγματα. Οι στατιστικές μας υποχρεώνουν εκ των πραγμάτων να είμαστε προσεκτικοί σε ότι αφορά την διατήρηση αυτή του εθνικού μας πλούτου. Αυτό που σήμερα καλούμαστε να κάνουμε είναι να θωρακίσουμε και να ανανεώσουμε τους νόμους που υπάρχουν, επιδιώκοντας έτσι οφέλη τεσσάρων κατηγοριών: παραγωγικών, ρυθμιστικών, υποστηρικτικών και πολιτιστικών. Η ευθύνη των μέτρων προστασίας της βιοποικιλότητας, ανήκει στην πολιτεία βεβαίως, αλλά οφείλω να επισημάνω ότι αφήνουμε απέξω την αυτοδιοίκηση που εκφράζει κοινωνίες που έχουν τις ίδιες αγωνίες με εμάς και με όλους τους εκπροσώπους των φορέων. Ειδικά τον βαθμό β’ αυτοδιοίκησης.
Νοιώθω την ανάγκη να εκφράσω εδώ, επειδή συνηθίζουν διάφοροι να λένε διάφορα, ότι τα μόνα συμφέροντα που εκφράζουμε είναι τα συμφέροντα των κατοίκων που κατά την άποψή μας, αντιμετωπίζουν προβλήματα ακόμα και επιβίωσης. Κι αναφέρομαι ιδιαίτερα στους κατοίκους των μικρών νησιών που έχω την τιμή να εκπροσωπώ σήμερα από αυτό το βήμα.
Μια άλλη παράμετρος, είναι ότι η νησιωτικότητα είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο, ζωτικής σημασίας που επίσης δεν απασχόλησε τον δημόσιο διάλογο. Κι όμως η ζωή και η βιοποικιλότητα στα νησιά μας, είναι μια ξεχωριστή περίπτωση που πρέπει να προσεγγίσουμε με πολύ προσοχή. Διευκρινίζω: Αναμένεται η έκδοση σειράς προεδρικών διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων κλπ για τα νησιά μας. Έχουμε την δυνατότητα κι εκεί να επιφέρουμε τροποποιήσεις ή να προβλέψουμε τέτοιες ρυθμίσεις που θα μπορέσουν να καταστήσουν υποχρέωση του πολίτη την διατήρηση της βιοποικιλότητας, χωρίς όμως να θέτουν σε αμφιβολία την δυνατότητά του να μείνει εκεί που είναι σήμερα εγκατεστημένος και να μπορέσει να ζήσει. Οφείλω να πω ότι ζητούμενο όλων αυτών είναι η ενεργοποίηση της κοινής γνώμης και το να μπορέσει ο πολίτης να κατανοήσει το εθνικό όφελος που επιδιώκεται. Μπορούμε να ισορροπήσουμε, αλλά δεν είναι δυνατό να δεχθούμε ότι στα νησιά δεν θα ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες εκείνες που κρατούν τους ακρίτες μας στον τόπο τους. Οφείλουμε ν’ ακούσουμε την αγωνία τους κι αν χρειαστεί να τροποποιήσουμε προς όφελος τους. Ας ξεφύγουμε από το γεγονός ότι νομοθετούμε έχοντας στο μυαλό μας ότι υπάρχει σχέδιο καταστρατήγησης.
Οφείλουμε επίσης, κυρία και κύριε Υπουργέ, να βεβαιωθούμε ότι δεν θα πάσχει το νομοσχέδιο από συνταγματικής άποψης. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προστατεύει ρητά το δικαίωμα του προσώπου στην περιουσία. Είναι δε κοινός τόπος ότι η ΕΣΔΑ μετά την κύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με «υπερνομοθετική» ισχύ, αφού δυνάμει του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου. Κατά τις διατάξεις αυτές, η έννοια της περιουσίας καταλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά δικαιώματα, αμβλύνοντας την προστασία που παρέχει το άρθρο 17 του Συντάγματός μας στην ατομική ιδιοκτησία και στην οικονομική αξία εκάστου ακινήτου. Οφείλω να σας απονείμω το ότι αποφύγαμε τον κίνδυνο, η χώρα μας να βρεθεί αντιμέτωπη με ενδεχόμενες καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Θα είναι αμαρτία αυτή η προσπάθεια που κάνετε, να τεθεί υπό την αίρεση ενδεχόμενης κατάπτωσης από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Υπάρχουν πολλά περιθώρια που μπορούμε να λάβουμε υπόψη μας. Η διατήρηση του φυσικού μας πλούτου είναι το κυρίαρχο ζητούμενο. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, πρέπει να μπούμε στην ουσία της προστασίας του φυσικού μας περιβάλλοντος. Δεν είναι όλες οι περιοχές το ίδιο. Το περιβάλλον μεταβάλλεται διαρκώς. Πρέπει να επαναξιολογήσουμε περιοχές, να εντάξουμε και άλλες, και να θεσπίσουμε την ουσιαστική προστασία που έχουν ανάγκη. Ουσιαστική προστασία σημαίνει σχέδια διαχείρισης και φορείς διαχείρισης των περιοχών αυτών, που δυστυχώς εκκρεμούν.»