ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Tο τελικό νομοσχέδιο μετά τις διορθώσεις των Θεσμών

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Κοινοβουλευτική Ομάδα ΣΥΡΙΖΑ

Με ΦΠΑ 23% στα φρο­ντι­στή­ρια ξένων γλωσσών, και αλλαγές στο χρόνο κατάρ­γη­σης της έκπτω­σης φόρου στα νησιά επα­νεκ­δό­θηκε το πολυ­νο­μο­σχέ­διο.

Με ΦΠΑ 23% στα φρο­ντι­στή­ρια ξένων γλωσσών, ηλε­κτρο­νι­κών υπο­λο­γι­στών και όλων των βαθ­μί­δων εκπαί­δευ­σης αλλά και κατάρ­γηση της έκπτω­σης φόρου στα νησιά σε δυο φάσεις – από 1ης/10 στα ανε­πτυγ­μένα του­ρι­στικά νησιά και από 1ης 1ου 2016 στα λιγό­τερο ανα­πτυγ­μένα νησιά – κυκλο­φό­ρησε πριν λίγο νέα έκδοση του πολυ­νο­μο­σχε­δίου.

Το κείμενο του νομο­σχε­δίου περι­λαμ­βά­νει επίσης αύξηση του φόρους στις ασφά­λειες οι οποίες πλέον θα φορο­λο­γού­νται με τους εξής συντε­λε­στές: 25% επί των ασφα­λί­στρων κλάδου πυρός ( σήμερα είναι 10%) 15% επί των ασφα­λί­στρων αυτο­κι­νή­των ( είναι στο 10% σήμερα).

Ωστόσο υπάρχει μείωση στη φορο­λό­γηση του κλάδου ζωής καθώς ο φόρος θα υπο­λο­γί­ζε­ται με 4% αντί 10%.

Ο φόρος για τις επι­χει­ρή­σεις θα υπο­λο­γί­ζε­ται με 29% αντί για 26% ενώ επι­βάλ­λε­ται προ­κα­τα­βολή φόρου 100% για όλες τις επι­χει­ρή­σεις συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των τρα­πε­ζών.

Ανα­θε­ω­ρεί­ται ο όρος της φορο­δια­φυ­γής και πλέον θα διώ­κο­νται τα αδι­κή­ματα που προ­κα­λούν ζημιά πάνω από 10.000.

Επι­βάλ­λε­ται φόρος 13% σε όλα τα σκάφη ανα­ψυ­χής πάνω από 5 μέτρα.

Αυξά­νουν οι συντε­λε­στές του υπο­λο­γι­σμού της εισφο­ράς αλλη­λεγ­γύης για εισο­δή­ματα άνω των 30.000 ευρώ ενώ καθιε­ρώ­νε­ται ειδική εισφορά με συντε­λε­στή 8% για έχοντες εισο­δή­ματα από 500 χιλ. και πάνω και για όλα τα στελέχη της δημό­σιας διοί­κη­σης.

Ολό­κληρο το νομο­σχέ­διο μετά τις τρο­πο­ποι­ή­σεις

 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

«Επεί­γου­σες ρυθ­μί­σεις για τη δια­πραγ­μά­τευση και σύναψη συμ­φω­νίας με το Ευρω­παϊκό Μηχα­νι­σμό Στή­ρι­ξης (Ε.Μ.Σ)»

Το παρόν σχέδιο νόμου κατα­τί­θε­ται σύμφωνα με τους όρους οι οποίοι τέθηκαν στο Συμ­βού­λιο Κορυφής της Ευρω­ζώ­νης κατά την συνε­δρί­ασή του της 12.07.2015, το πλήρες περιε­χό­μενο της οποίας κυρώ­νε­ται με το άρθρο 1 του κεφα­λαίου Α.

Στο ν/σ περιέ­χο­νται επίσης ρυθ­μί­σεις για τη λήψη φορο­λο­γι­κών μέτρων και για τη ρύθμισηθεμάτων της νομο­θε­σίας της Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης.

Ειδι­κό­τερα ρυθ­μί­ζο­νται οι συντε­λε­στές σχετικά με την ανα­διάρ­θρωση του Φ.Π.Α. και η λήψη μέτρων για την αύξηση της εισπρα­ξι­μό­τη­τας, ενερ­γο­ποί­ηση του Δημο­σιο­νο­μι­κού Συμ­βου­λίου του              Ν. 4270/2014 και η  ενί­σχυση της αυτο­νο­μίας της ΕΛΣΤΑΤ.

Στο άρθρο 1 κυρώ­νε­ται η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της Ευρω­ζώ­νης (Euro Summit) της 12.07.2015.

Στο άρθρο 2, ρυθ­μί­ζο­νται θέματα συντε­λε­στών ΦΠΑ, σε αγαθά και υπη­ρε­σίες με τρο­πο­ποί­ηση του Παραρ­τή­μα­τος III, τρο­πο­ποί­ηση του συντε­λε­στή του φόρου εισο­δή­μα­τος και του ποσο­στού προ­κα­τα­βο­λής, ενί­σχυση των ποι­νι­κών δια­τά­ξεων για τα εγκλή­ματα της φορο­δια­φυ­γής, διεύ­ρυνση του φόρου πολυ­τε­λείας και κατάρ­γηση της ανα­στο­λής των φόρων τηλε­ο­πτι­κής δια­φή­μι­σης, αύξηση του φόρου αλλη­λεγ­γύης και επιβολή έκτα­κτης εισφο­ράς σε εισο­δή­ματα άνω των 500.000 ευρώ.

Επίσης ρυθ­μί­ζο­νται θέματα για την ΕΛΣΤΑΤ, για τη λει­τουρ­γία, τη συγκρό­τηση Συμ­βου­λευ­τι­κής Επι­τρο­πής του Ελλη­νι­κού Στα­τι­στι­κού Συστή­μα­τος, εκλογή του Προ­έ­δρου και του Δ.Σ. της ΕΛΣΤΑΤ και άλλα συναφή θέματα που απο­σκο­πούν στην ενί­σχυση της ανε­ξαρ­τη­σίας και αυτο­νο­μίας της Αρχής.

Τέλος ρυθ­μί­ζο­νται θέματα Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και ειδι­κό­τερα προ­βλέ­πε­ται η ένταξη όλων των Ταμείων και των τομέων επι­κου­ρι­κής Ασφά­λι­σης στο ΕΤΕΑ και οι εφαρ­μογή του άρθρου 38 του Ν. 4052/2012. Προ­βλέ­πε­ται η δια­τή­ρηση της κρα­τι­κής επι­χο­ρή­γη­σης στα ασφα­λι­στικά ταμεία μέχρι το 2021 στα επίπεδα 2015 σε ονο­μα­στι­κούς όρους.  Αυξά­νο­νται οι εισφο­ρές υγειο­νο­μι­κής περί­θαλ­ψης στις κύριες συντά­ξεις από 4% στο 6% και επι­βάλ­λε­ται κράτηση 6% στις επι­κου­ρι­κές.  Καταρ­γού­νται οι χρη­μα­το­δο­τού­με­νες από το κράτος εξαι­ρέ­σεις και εναρ­μο­νί­ζε­ται με το ύψος των εισροών του ΙΚΑ.  Παρέ­χε­ται νομο­θε­τική εξου­σιο­δό­τηση στον αρμόδιο Υπουργό για την κοι­νω­νική ασφά­λιση, να ρυθ­μί­ζει θέματα ανα­γκαία για την εφαρ­μογή των ασφα­λι­στι­κών  δια­τά­ξεων, με υπουρ­γι­κές απο­φά­σεις.

Η ισχύς των δια­τά­ξεων άρχεται από την δημο­σί­ευσή του στην εφη­με­ρίδα της Κυβέρ­νηση, εκτός αν ορί­ζε­ται δια­φο­ρε­τικά στις επι­μέ­ρους δια­τά­ξεις.

Η σώρευση δια­τά­ξεων δια­φο­ρε­τι­κού αντι­κει­μέ­νου σε ενιαίο άρθρο προ­κύ­πτει ως ανάγκη από το περιε­χό­μενο της από­φα­σης του Eurosummit , το οποίο αντι­με­τω­πί­ζει τις ρυθ­μί­σεις ως ενιαίο κείμενο.

Λόγω ειδικών εξαι­ρε­τι­κών Συν­θη­κών και συν­θη­κών δημο­σίου Συμ­φέ­ρο­ντος, οι οποίες προ­κύ­πτουν από την κυρού­μενη στο άρθρο 1, απόφαση, δεν τηρεί­ται εν μέρει η ειδικώς  προ­βλε­πό­μενη δια­δι­κα­σία.

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

«Επεί­γου­σες ρυθ­μί­σεις για τη δια­πραγ­μά­τευση και σύναψη συμ­φω­νίας με το Ευρω­παϊκό Μηχα­νι­σμό Στή­ρι­ξης (Ε.Μ.Σ)»

Άρθρο 1

Κυρώ­νε­ται η από 12.7.2015 υπ’ αριθ. SN 4070/15 ανα­κοί­νωση του Ευρω­παϊ­κού Συμ­βου­λίου της Ευρω­ζώ­νης (EUROSUMMIT), στην οποία κατα­γρά­φο­νται οι όροι και το πλαίσιο της συμ­φω­νίας που έλαβε χώρα μεταξύ του Πρω­θυ­πουρ­γού και της Ευρω­ζώ­νης σχετικά με το αίτημα της Ελλάδας για τη σύναψη ενός νέου προ­γράμ­μα­τος μεταξύ της χώρας και του Ευρω­παϊ­κού Μηχα­νι­σμού Στή­ρι­ξης (Ε.Μ.Σ.)

Eurosummit

Βρυ­ξέλ­λες, 12 Ιουλίου 2015

SN 4070/15

Θέμα:  Ανα­κοί­νωση του Eurosummit

Βρυ­ξέλ­λες, 12 Ιουλίου 2015

Το Eurosummit τονίζει την κρι­σι­μό­τητα της ανάγκης να επα­νοι­κο­δο­μη­θεί η εμπι­στο­σύνη με τις Ελλη­νι­κές Αρχές ως προ­ϋ­πό­θεση για πιθανή μελ­λο­ντική

συμ­φω­νία για ένα νέο πρό­γραμμα με τον Ε.Μ.Σ. Σ’ αυτό το πλαίσιο έχει βασική σημασία η ανάληψη ιδίας ευθύνης από τις ελλη­νι­κές αρχές, τις δε δεσμεύ­σεις πολι­τι­κής πρέπει να ακο­λου­θή­σει η επι­τυ­χής υλο­ποί­ησή τους.

Ένα μέλος της Ευρω­ζώ­νης, το οποίο αιτεί­ται οικο­νο­μική βοήθεια από τον Ε.Μ.Σ., ανα­μέ­νε­ται να υπο­βά­λει, όποτε είναι δυνατόν, ένα ανάλογο αίτημα στο Δ.Ν.Τ. Αυτό απο­τε­λεί προ­ϋ­πό­θεση προ­κει­μέ­νου να συμ­φω­νη­θεί ένα νέο πρό­γραμμα. Κατά συνέ­πεια η Ελλάδα θα ζητήσει τη συνέ­χιση της υπο­στή­ρι­ξης του Δ.Ν.Τ. (υπο­στή­ριξη και χρη­μα­το­δό­τηση) από τον Μάρτιο του 2016.

Δεδο­μέ­νης της ανάγκης να επα­νοι­κο­δο­μη­θεί η εμπι­στο­σύνη με την Ελλάδα, το Eurosummit καλω­σο­ρί­ζει τις δεσμεύ­σεις των Ελλη­νι­κών Αρχών να νομο­θε­τή­σουν χωρίς καθυ­στέ­ρηση ένα πρώτο σύνολο μέτρων. Αυτά τα μέτρα, ληφθέ­ντα σε προη­γού­μενη πλήρη συμ­φω­νία με τους Θεσμούς, θα περι­λαμ­βά­νουν:

έως 15 Ιουλίου

τον εξορ­θο­λο­γι­σμό του συστή­μα­τος Φ.Π.Α. και τη διεύ­ρυνση της φορο­λο­γι­κής βάσης με σκοπό την αύξηση των εσόδων.

εμπρο­σθο­βαρή μέτρα για τη βελ­τί­ωση της μακρο­πρό­θε­σμης βιω­σι­μό­τη­τας του συντα­ξιο­δο­τι­κού συστή­μα­τος ως μέρος ενός προ­γράμ­μα­τος συνο­λι­κής ανα­μόρ­φω­σης του συντα­ξιο­δο­τι­κού συστή­μα­τος.

τη δια­σφά­λιση της πλήρους νομικής ανε­ξαρ­τη­σίας της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

την πλήρη εφαρ­μογή των σχε­τι­κών δια­τά­ξεων της Συν­θή­κης για τη Στα­θε­ρό­τητα, το Συντο­νι­σμό και τη Δια­κυ­βέρ­νηση στο πλαίσιο της Οικο­νο­μι­κής και Νομι­σμα­τι­κής Ένωσης, καθι­στώ­ντας ιδίως το Δημο­σιο­νο­μικό Συμ­βού­λιο λει­τουρ­γικό πριν την ορι­στι­κο­ποί­ηση του Μνη­μο­νίου Κατα­νό­η­σης και εισά­γο­ντας ημιαυ­τό­μα­τες περι­κο­πές δαπανών σε περί­πτωση απο­κλί­σεων από τους φιλό­δο­ξους στόχους του πρω­το­γε­νούς πλε­ο­νά­σμα­τος αφού θα έχει προη­γου­μέ­νως ανα­ζη­τη­θεί η γνώμη του Δημο­σιο­νο­μι­κού Συμ­βου­λίου και με την επι­φύ­λαξη της προη­γού­με­νης έγκρι­σης από τους θεσμούς.

έως 22 Ιουλίου

την υιο­θέ­τηση του Κώδικα Πολι­τι­κής Δικο­νο­μίας, η οποία απο­τε­λεί μείζονα ανα­μόρ­φωση των δια­δι­κα­σιών και ρυθ­μί­σεων για το σύστημα πολι­τι­κής δικαιο­σύ­νης και μπορεί να επι­τα­χύ­νει σημα­ντικά τη δικα­στική δια­δι­κα­σία και να μειώσει τα κόστη.

τη μετα­φορά της Οδηγίας BRRD με υπο­στή­ριξη από την Ευρω­παϊκή Επι­τροπή.

Αμέσως αλλά μόνο κατόπιν της θέσπι­σης των πρώτων τεσ­σά­ρων προ­α­να­φερ­θέ­ντων μέτρων, καθώς και της υιο­θέ­τη­σης όλων των δεσμεύ­σεων που περι­λαμ­βά­νο­νται σ’ αυτό το έγγραφο από το Ελλη­νικό Κοι­νο­βού­λιο, αφού επι­βε­βαιω­θούν αυτές από τους Θεσμούς και το Eurogroup, μπορεί να ληφθεί μια απόφαση με την οποία θα εντέλ­λο­νται οι Θεσμοί να δια­πραγ­μα­τευ­τούν ένα Μνη­μό­νιο Κατα­νό­η­σης (MoU). Αυτή η απόφαση θα μπορεί να ληφθεί υπό τον όρο ότι οι δια­δι­κα­σίες σε εθνικό επίπεδο έχουν ολο­κλη­ρω­θεί και πλη­ρού­νται οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις του άρθρου 13 της Συν­θή­κης για τον Ε.Μ.Σ. επί τη βάσει της αξιο­λό­γη­σης που ανα­φέ­ρε­ται στο άρθρο 13.1.

Προ­κει­μέ­νου να δημιουρ­γη­θεί η βάση για μια επιτυχή σύναψη του Μνη­μο­νίου Κατα­νό­η­σης, η ελλη­νική πρόταση μεταρ­ρυθ­μι­στι­κών μέτρων πρέπει να ενι­σχυ­θεί σημα­ντικά για να λάβει υπόψη την έντονα επι­δει­νω­θείσα οικο­νο­μική και δημο­σιο­νο­μική θέση της χώρας κατά τον τελευ­ταίο χρόνο.  Η ελλη­νική Κυβέρ­νηση πρέπει να δεσμευ­θεί επίσημα ότι θα ενι­σχύ­σει τις προ­τά­σεις της σε ένα σύνολο τομέων που έχουν προσ­διο­ρι­σθεί από τους Θεσμούς, με ένα ικα­νο­ποι­η­τικό ξεκά­θαρο χρο­νο­διά­γραμμα για νομο­θέ­τηση και εφαρ­μογή, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων σημείων ανα­φο­ράς, ορο­σή­μων και ποσο­τι­κών σημείων ανα­φο­ράς, προ­κει­μέ­νου να υπάρχει σαφή­νεια στην κατεύ­θυνση των πολι­τι­κών που θα ασκη­θούν σε μεσο­πρό­θε­σμο επίπεδο. Η Ελλη­νική Κυβέρ­νηση πρέπει, ιδίως, σε συμ­φω­νία με τους Θεσμούς:

να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει φιλό­δο­ξες μεταρ­ρυθ­μί­σεις στο συντα­ξιο­δο­τικό σύστημα και να καθο­ρί­σει πολι­τι­κές προ­κει­μέ­νου να αντι­σταθ­μί­σει πλήρως τη δημο­σιο­νο­μική επί­πτωση της από­φα­σης του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας για την συντα­ξιο­δο­τική μεταρ­ρύθ­μιση του 2012 και να εφαρ­μό­σει τη ρήτρα μηδε­νι­κού ελλείμ­μα­τος ή αμοι­βαία συμ­φω­νη­θέ­ντων εναλ­λα­κτι­κών μέτρων μέχρι τον Οκτώ­βριο του 2015.

να υιο­θε­τή­σει περισ­σό­τερο φιλό­δο­ξες μεταρ­ρυθ­μί­σεις στην αγορά προ­ϊ­ό­ντων με ένα ξεκά­θαρο χρο­νο­διά­γραμμα για εφαρ­μογή όλων των συστά­σεων της εργα­λειο­θή­κης Ι του ΟΟΣΑ, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της λει­τουρ­γίας των κατα­στη­μά­των τις Κυρια­κές, των περιό­δων εκπτώ­σεων, της ιδιο­κτη­σίας των φαρ­μα­κείων, του γάλα­κτος και των αρτο­ποιείων, εκτός από τα μη υπο­χρε­ω­τικά συντα­γο­γρα­φού­μενα φαρ­μα­κευ­τικά προ­ϊ­ό­ντα,  τα οποία θα συμπε­ρι­λη­φθούν σε επόμενο βήμα, όπως και το άνοιγμα των κρί­σι­μων από μακρο­οι­κο­νο­μι­κής άποψης κλει­στών επαγ­γελ­μά­των (π.χ. θαλάσ­σιες μετα­φο­ρές).  Σε ακο­λου­θία με την εργα­λειο­θήκη ΙΙ του ΟΟΣΑ, οι κατα­σκευές θα πρέπει να περι­λη­φθούν στις προ­α­παι­τού­με­νες δράσεις.

όσον αφορά στην αγορά ενέρ­γειας, να προ­χω­ρή­σει στην ιδιω­τι­κο­ποί­ηση του δια­χει­ρι­στή του δικτύου μετα­φο­ράς ηλε­κτρι­κής ενέρ­γειας (ΑΔΜΗΕ), εκτός αν μπορούν να βρεθούν εναλ­λα­κτικά μέτρα τα οποία θα έχουν ισο­δύ­ναμα απο­τε­λέ­σματα στον αντα­γω­νι­σμό, όπως συμ­φω­νή­θηκε με τους Θεσμούς.

όσον αφορά στην αγορά εργα­σίας, να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει αυστηρή ανα­θε­ώ­ρηση και εκσυγ­χρο­νι­σμό των συλ­λο­γι­κών δια­πραγ­μα­τεύ­σεων, της βιο­μη­χα­νι­κής δράσης και, σε εναρ­μό­νιση με τη σχετική οδηγία της Ε.Ε. και τη βέλ­τι­στη πρα­κτική, των ομα­δι­κών απο­λύ­σεων, σύμφωνα με το χρο­νο­διά­γραμμα και την προ­σέγ­γιση που συμ­φω­νή­θηκε με τους Θεσμούς. Στο πλαίσιο αυτής της ανα­θε­ώ­ρη­σης, οι πολι­τι­κές της αγοράς εργα­σίας θα πρέπει να εναρ­μο­νι­σθούν με διε­θνείς και ευρω­παϊ­κές βέλ­τι­στες πρα­κτι­κές και  θα πρέπει να απο­φευ­χθεί επι­στροφή σε πολι­τι­κές του παρελ­θό­ντος που δεν είναι συμ­βα­τές με τους στόχους της προ­ώ­θη­σης μιας ανά­πτυ­ξης βιώ­σι­μης και χωρίς απο­κλει­σμούς.

να υιο­θε­τή­σει τα απα­ραί­τητα μέτρα για να ενι­σχύ­σει τον χρη­μα­το­οι­κο­νο­μικό τομέα, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης απο­φα­σι­στι­κής δράσης για τα μη εξυ­πη­ρε­τού­μενα δάνεια και μέτρων για την ενί­σχυση της δια­χεί­ρι­σης του Ταμείου Χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής Στα­θε­ρό­τη­τας και των τρα­πε­ζών, ιδίως εξα­λεί­φο­ντας κάθε πιθα­νό­τητα για πολι­τική παρέμ­βαση ειδικά στις δια­δι­κα­σίες διο­ρι­σμού.

Επι­προ­σθέ­τως, οι ελλη­νι­κές αρχές θα πρέπει να ανα­λά­βουν τις παρα­κάτω δράσεις:

να ανα­πτύ­ξουν ένα σημα­ντικά ενι­σχυ­μένο πρό­γραμμα ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων με βελ­τιω­μένη δια­χεί­ριση. Πολύ­τιμα ελλη­νικά περιου­σιακά στοι­χεία θα μετα­φερ­θούν σε ένα ανε­ξάρ­τητο ταμείο που θα ρευ­στο­ποιεί τα περιου­σιακά στοι­χεία  μέσω ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων και άλλων μέσων. Η ρευ­στο­ποί­ηση των περιου­σια­κών στοι­χείων θα απο­τε­λέ­σει πηγή για την προ­γραμ­μα­τι­σμένη απο­πλη­ρωμή του νέου δανείου από τον Ε.Μ.Σ. και θα παράγει κατά τη διάρ­κεια ισχύος του νέου δανείου ένα σκο­πού­μενο σύνολο 50 δις ευρώ, εκ των οποίων 25 δις θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για την απο­πλη­ρωμή της ανα­κε­φα­λαιο­ποί­η­σης τρα­πε­ζών και άλλων περιου­σια­κών στοι­χείων και 50% από κάθε ευρώ που απο­μέ­νει (π.χ. 50% των 25 δις ευρώ) θα χρη­σι­μο­ποι­η­θεί για τη μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ, το δε υπό­λοιπο 50% θα χρη­σι­μο­ποι­η­θεί για επεν­δύ­σεις.

Αυτό το ταμείο θα συστα­θεί στην Ελλάδα και θα διοι­κεί­ται από τις ελλη­νι­κές αρχές υπό την επο­πτεία των αρμό­διων Ευρω­παϊ­κών Θεσμών. Σε συμ­φω­νία με τους Θεσμούς και με βάση τις βέλ­τι­στες διε­θνείς πρα­κτι­κές, θα πρέπει να υιο­θε­τη­θεί ένα νομο­θε­τικό πλαίσιο που θα δια­σφα­λί­ζει δια­φα­νείς δια­δι­κα­σίες και επαρκή τιμο­λό­γηση της πώλησης των περιου­σια­κών στοι­χείων, σύμφωνα με τις αρχές και τα πρότυπα του ΟΟΣΑ για τη δια­χεί­ριση των Κρα­τι­κών Επι­χει­ρή­σεων.

σε ευθυ­γράμ­μιση με τις προ­τε­ραιό­τη­τες της Ελλη­νι­κής Κυβέρ­νη­σης, να εκσυγ­χρο­νί­σουν και να ενδυ­να­μώ­σουν σημα­ντικά την ελλη­νική Διοί­κηση, και να θέσουν σε εφαρ­μογή ένα πρό­γραμμα, υπό την αιγίδα της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής, για την ενί­σχυση των δυνα­το­τή­των και την απο-πολιτικοποίηση της Ελλη­νι­κής Διοί­κη­σης. Μια πρώτη πρόταση θα πρέπει να παρα­σχε­θεί μέχρι τις 20 Ιουλίου κατόπιν συνεν­νό­η­σης με τους Θεσμούς. Η Ελλη­νική Κυβέρ­νηση δεσμεύ­ε­ται να μειώσει περισ­σό­τερο τις δαπάνες της Ελλη­νι­κής Διοί­κη­σης, σύμφωνα με το πρό­γραμμα που συμ­φω­νή­θηκε με τους Θεσμούς.

να εξο­μα­λύ­νουν πλήρως τις μεθό­δους εργα­σίας με τους Θεσμούς, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των απα­ραί­τη­των εργα­σιών στο έδαφος της Αθήνας, για να βελ­τιω­θεί η εφαρ­μογή και η παρα­κο­λού­θηση του προ­γράμ­μα­τος. Η Κυβέρ­νηση πρέπει να συσκέ­πτε­ται και να συμ­φω­νεί με τους Θεσμούς για όλα τα σχέδια νόμου στους σχε­τι­κούς τομείς, με επαρκές χρονικό περι­θώ­ριο πριν την υποβολή τους για δημόσια δια­βού­λευση ή το Κοι­νο­βού­λιο.  Το Eurosummit επι­ση­μαί­νει ξανά ότι η εφαρ­μογή είναι το κλειδί και σ’ αυτό το πλαίσιο καλω­σο­ρί­ζει την πρόθεση των ελλη­νι­κών αρχών να ζητή­σουν μέχρι τις 20 Ιουλίου στήριξη από τους Θεσμούς και τα Κράτη Μέλη για τεχνική βοήθεια και ζητά από την Ευρω­παϊκή Επι­τροπή να συντο­νί­σει αυτήν τη στήριξη από την Ευρώπη.

Με εξαί­ρεση το νομο­σχέ­διο για την ανθρω­πι­στική κρίση, η Ελλη­νική Κυβέρ­νηση θα επα­νε­ξε­τά­σει, με σκοπό την τρο­πο­ποί­ηση, τη νομο­θε­σία που εισήχθη σε αντί­θεση με τη συμ­φω­νία της 20ης Φεβρουα­ρίου, υπα­να­χω­ρώ­ντας σε δεσμεύ­σεις προη­γού­με­νων προ­γραμ­μά­των, ή θα προσ­διο­ρί­σει σαφή ισο­δύ­ναμα αντι­σταθ­μι­στικά μέτρα για τα κεκτη­μένα δικαιώ­ματα που  δημιουρ­γή­θη­καν στο μεσο­διά­στημα.

Οι ανωτέρω κατα­γε­γραμ­μέ­νες υπο­χρε­ώ­σεις απο­τε­λούν τις ελά­χι­στες προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την έναρξη των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων με τις Ελλη­νι­κές Αρχές. Ωστόσο, το Eurosummit κατέ­στησε σαφές, ότι η έναρξη των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων δεν απο­κλείει οποια­δή­ποτε τελική συμ­φω­νία σε ένα νέο πρό­γραμμα του Ε.Μ.Σ., το οποίο θα πρέπει να βασί­ζε­ται σε μία απόφαση επί του συνόλου του «πακέτου» (συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των χρη­μα­το­δο­τι­κών αναγκών, της βιω­σι­μό­τη­τας του χρέους και της πιθανής χρη­μα­το­δο­τι­κής «γέφυρας»).

Το Eurosummit λαμ­βά­νει υπόψη, ότι οι πιθανές χρη­μα­το­δο­τι­κές ανάγκες του προ­γράμ­μα­τος κυμαί­νο­νται μεταξύ 82 και 86 δις ευρώ, όπως έχουν εκτι­μη­θεί από τους Θεσμούς. Καλεί τους Θεσμούς να διε­ρευ­νή­σουν δυνα­τό­τη­τες μείωσης του χρη­μα­το­δο­τι­κού πακέτου, δια­μέ­σου εναλ­λα­κτι­κών χρη­μα­το­δο­τι­κών οδών ή υψη­λό­τε­ρων εσόδων από ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις. Η απο­κα­τά­σταση της πρό­σβα­σης στις αγορές, γεγονός που απο­τε­λεί το στόχο οποιου­δή­ποτε προ­γράμ­μα­τος χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κής ενί­σχυ­σης, μειώνει την ανάγκη άντλη­σης του συνόλου του χρη­μα­το­δο­τι­κού κον­δυ­λίου. Το Eurosummit λαμ­βά­νει υπόψη τις επεί­γου­σες ανάγκες χρη­μα­το­δό­τη­σης της Ελλάδας, που υπο­γραμ­μί­ζουν την ανάγκη για πολύ γρήγορη πρόοδο στην επί­τευξη μιας συμ­φω­νίας με ένα νέο Μνη­μό­νιο Κατα­νό­η­σης. Αυτές εκτι­μά­ται να ανέλ­θουν σε 7 δις ευρώ μέχρι τις 20 Ιουλίου και επι­πλέον 5 δις μέχρι τα μέσα Αυγού­στου.

Το Eurosummit ανα­γνω­ρί­ζει τη σπου­δαιό­τητα  της δια­σφά­λι­σης ότι το ελλη­νικό κράτος θα μπορεί να απο­πλη­ρώ­σει τις καθυ­στε­ρού­με­νες οφειλές του προς το Δ.Ν.Τ. και την Τράπεζα της Ελλάδας και να τηρήσει τις υπο­χρε­ώ­σεις του τις ερχό­με­νες εβδο­μά­δες για να δημιουρ­γή­σει τις συν­θή­κες που θα επι­τρέ­πουν μια ομαλή κατά­ληξη των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων. Οι κίν­δυ­νοι της μη γρή­γο­ρης  ολο­κλή­ρω­σης των δια­πραγ­μα­τεύ­σεων εξα­κο­λου­θούν να βαρύ­νουν πλήρως την Ελλάδα. Το Eurosummit καλεί το Eurogroup  να συζη­τή­σει αυτά τα θέματα ως κατε­πεί­γο­ντα.

Δεδο­μέ­νων των κρί­σι­μων προ­κλή­σεων του ελλη­νι­κού χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κού τομέα, το συνο­λικό κον­δύ­λιο ενός πιθανού νέου προ­γράμ­μα­τος από τον Ε.Μ.Σ. θα πρέπει να συμπε­ρι­λά­βει τη δια­μόρ­φωση ενός απο­θε­μα­τι­κού 10 έως 25 δις ευρώ για τον τρα­πε­ζικό τομέα, προ­κει­μέ­νου να καλυ­φθούν πιθανές ανάγκες ανα­κε­φα­λαιο­ποί­η­σης και δαπάνες εξυ­γί­αν­σης, εκ των οποίων 10 δις θα είναι άμεσα δια­θέ­σιμα σε ξεχω­ρι­στό λογα­ρια­σμό στον Ε.Μ.Σ.

Το Eurosummit γνω­ρί­ζει ότι μια ταχεία απόφαση για νέο πρό­γραμμα απο­τε­λεί προ­ϋ­πό­θεση για το εκ νέου άνοιγμα των τρα­πε­ζών, έτσι ώστε να απο­φευ­χθεί μια αύξηση στο συνο­λικό χρη­μα­το­δο­τικό κον­δύ­λιο. Η Ε.Κ.Τ./Ε.Μ.Ε. θα διε­νερ­γή­σει μια ολο­κλη­ρω­μένη αξιο­λό­γηση μετά το καλο­καίρι. Το συνο­λικό απο­θε­μα­τικό θα εξυ­πη­ρε­τή­σει πιθανές ελλεί­ψεις κεφα­λαίων που θα ακο­λου­θή­σουν την πλήρη αξιο­λό­γηση αφού εφαρ­μο­σθεί το θεσμικό πλαίσιο.

Υπάρ­χουν σοβαρές ανη­συ­χίες σχετικά με τη βιω­σι­μό­τητα του ελλη­νι­κού χρέους. Αυτό οφεί­λε­ται στη χαλά­ρωση των πολι­τι­κών κατά τους τελευ­ταί­ους δώδεκα μήνες, που είχε ως επα­κό­λουθο την πρό­σφατη επι­δεί­νωση του εγχώ­ριου μακρο­οι­κο­νο­μι­κού και χρη­μα­το­δο­τι­κού περι­βάλ­λο­ντος. Το Eurosummit υπεν­θυ­μί­ζει ότι τα Κράτη Μέλη της Ευρω­ζώ­νης υιο­θέ­τη­σαν κατά τα τελευ­ταία χρόνια μια εντυ­πω­σιακή δέσμη μέτρων υπο­στή­ρι­ξης της βιω­σι­μό­τη­τας του ελλη­νι­κού χρέους, η οποία εξο­μά­λυνε τη δυνα­τό­τητα εξυ­πη­ρέ­τη­σης του ελλη­νι­κού χρέους και μείωσε σημα­ντικά τα κόστη.

Μέσα σ’ αυτό το περι­βάλ­λον, στο πλαίσιο ενός πιθανού μελ­λο­ντι­κού προ­γράμ­μα­τος του Ε.Μ.Σ. και σε ευθυ­γράμ­μιση με το πνεύμα της δήλωσης του Eurogroup το Νοέμ­βριο του 2012, το Eurogroup είναι έτοιμο να εκτι­μή­σει, αν χρειά­ζε­ται, πιθανά πρό­σθετα μέτρα (ενδε­χό­με­νες μεγα­λύ­τε­ρες περιό­δους χάριτος και πλη­ρω­μής) στο­χεύ­ο­ντας να δια­σφα­λί­σει ότι οι μικτές χρη­μα­το­δο­τι­κές ανάγκες θα παρα­μεί­νουν σε βιώσιμο επίπεδο. Αυτά τα μέτρα θα εξαρ­τώ­νται από την πλήρη εφαρ­μογή των μέτρων που θα συμ­φω­νη­θούν σε ένα πιθανό νέο πρό­γραμμα και θα εκτι­μη­θούν μετά την πρώτη θετική ολο­κλή­ρωση της αξιο­λό­γη­σης.

Το Eurosummit επι­ση­μαί­νει ότι ονο­μα­στικό κούρεμα του χρέους δε μπορεί να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί.

Οι Ελλη­νι­κές Αρχές επα­να­βε­βαιώ­νουν την ανε­πι­φύ­λα­κτη δέσμευσή τους να εκπλη­ρώ­σουν τις οικο­νο­μι­κές τους υπο­χρε­ώ­σεις προς όλους τους πιστω­τές πλήρως και εγκαί­ρως.

Εφόσον όλες οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις που περι­λαμ­βά­νο­νται στο παρόν έγγραφο πλη­ρού­νται, το Eurogroup και το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο του Ε.Μ.Σ. δύνα­νται, σύμφωνα με το άρθρο 13.2 της Συν­θή­κης του Ε.Μ.Σ., να εξου­σιο­δο­τή­σουν τους Θεσμούς να δια­πραγ­μα­τευ­θούν ένα νέο πρό­γραμμα του Ε.Μ.Σ., εφόσον οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις του άρθρου 13 της Συν­θή­κης του Ε.Μ.Σ. πλη­ρού­νται επί τη βάσει της αξιο­λό­γη­σης του άρθρου 13.1. Για την ενί­σχυση της ανά­πτυ­ξης και της δημιουρ­γίας θέσεων εργα­σίας στην Ελλάδα (κατά τα επόμενα 3-5 χρόνια), η Επι­τροπή θα εργα­στεί στενά με τις Ελλη­νι­κές Αρχές για να ενερ­γο­ποι­ή­σει ποσό έως 35 δις ευρώ (μέσα από διάφορα προ­γράμ­ματα της ΕΕ) προ­κει­μέ­νου να χρη­μα­το­δο­τή­σει επεν­δύ­σεις και οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και ποσών για τις μικρο-μεσαίες επι­χει­ρή­σεις. Ως ένα εξαι­ρε­τικό μέτρο, και δεδο­μέ­νης της ιδιά­ζου­σας κατά­στα­σης της Ελλάδας, η Επι­τροπή θα προ­τεί­νει την αύξηση της προ-χρηματοδότησης  κατά 1 δις ευρώ, προ­κει­μέ­νου να δοθεί μία άμεση ώθηση στις επεν­δύ­σεις, υπό τη δια­χεί­ριση των οργάνων της Ε.Ε. Το Επι­χει­ρη­μα­τικό Σχέδιο για την Ευρώπη θα παρέχει, επίσης, χρη­μα­το­δο­τι­κές ευκαι­ρίες για την Ελλάδα.

«ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ»

Άρθρο 2

Φορο­λο­γικά Μέτρα

1. α) Η παρά­γρα­φος 1 του άρθρου 21 ν.2859/2000 (ΦΕΚ Α΄248) αντι­κα­θί­στα­ται ως ακο­λού­θως:

«1. Ο συντε­λε­στής του φόρου προ­στι­θέ­με­νης αξίας ορί­ζε­ται σε είκοσι τρία τοις  εκατό (23%) στη φορο­λο­γη­τέα αξία.

Κατ’ εξαί­ρεση, για τα αγαθά και τις υπη­ρε­σίες που περι­λαμ­βά­νο­νται στο  Παράρ­τημα III του παρό­ντος, ο συντε­λε­στής του φόρου ορί­ζε­ται σε δεκα­τρία τοις  εκατό (13%).

Για τα αγαθά και τις υπη­ρε­σίες για τα οποία υπάρχει ειδική πρό­βλεψη στο Παράρ­τημα ΙΙΙ του παρό­ντος, ο συντε­λε­στής του φόρου ορί­ζε­ται σε έξι τοις εκατό (6%.)

Ο συντε­λε­στής ΦΠΑ που ορί­ζε­ται για τα αγαθά και τις υπη­ρε­σίες του Παραρ­τή­μα­τος ΙΙΙ δεν εφαρ­μό­ζε­ται στις ηλε­κτρο­νι­κές υπη­ρε­σίες της παρ. 13 του άρθρου 14.»

β) Η περί­πτωση ιβ΄ της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 22 αντι­κα­θί­στα­ται ως ακο­λού­θως:

«ιβ) η παροχή υπη­ρε­σιών εκπαί­δευ­σης γενικά και οι στενά συν­δε­ό­με­νες με αυτή παρα­δό­σεις αγαθών και παροχές υπη­ρε­σιών, που παρέ­χο­νται από δημόσια εκπαι­δευ­τή­ρια ή από άλλα πρόσωπα ανα­γνω­ρι­σμένα από την, κατά περί­πτωση, αρμόδια αρχή, εκτός από τα φρο­ντι­στή­ρια όλων των βαθ­μί­δων εκπαί­δευ­σης και τα κέντρα ξένων γλωσσών και ηλε­κτρο­νι­κών υπο­λο­γι­στών».

γ) Το Παράρ­τημα III αντι­κα­θί­στα­ται ως ακο­λού­θως:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙI

ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΕ ΜΕΙΩΜΕΝΟ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ (παρά­γρα­φος 1 του άρθρου 21)

Α. ΑΓΑΘΑ

Οι δασμο­λο­γι­κές κλάσεις του Παραρ­τή­μα­τος αυτού τέθηκαν όπως αυτές ανα­φέ­ρο­νται στη Συν­δυα­σμένη Ονο­μα­το­λο­γία του έτους 2015 (Κανο­νι­σμός (ΕΚ) αριθ. 1101/2014 της Επι­τρο­πής της 31ης Οκτω­βρίου 2014, ΕΕ L 312/2014).

1. Άλογα, γαϊ­δού­ρια και μου­λά­ρια κάθε είδους, βοοειδή, χοι­ροειδή, προ­βα­τοειδή και αιγοειδή, ζωντανά. Εξαι­ρού­νται τα άλογα ιππο­δρο­μιών (Δ.Κ. EX 0101, 0102, 0103 και 0104).

2. Πετει­νοί, κότες, πάπιες, χήνες, γάλοι, γαλο­πού­λες και φρα­γκό­κο­τες, ζωντανά, κατοι­κί­δια (Δ.Κ. 0105).

3. Κου­νέ­λια κατοι­κί­δια, περι­στέ­ρια, ορτύκια, φασια­νοί, πέρ­δι­κες, λαγοί και λοιπά ζώα και πτηνά, ζωντανά, που προ­ο­ρί­ζο­νται κυρίως για την ανθρώ­πινη δια­τροφή. Ζώα που εκτρέ­φο­νται για τη γου­νο­ποιΐα. Μέλισ­σες. Ακάρεα (έντομα που χρη­σι­μο­ποιού­νται στις καλ­λιέρ­γειες αντί εντο­μο­κτό­νων) (Δ.Κ. ΕΧ 0106).

4. Κρέατα βρώσιμα, νωπά, δια­τη­ρη­μένα με απλή ψύξη ή κατε­ψυγ­μένα, αλλά όχι αλλιώς παρα­σκευα­σμένα ή επε­ξερ­γα­σμένα, από βοοειδή, χοι­ροειδή, προ­βα­τοειδή ή αιγοειδή, πετει­νούς, κότες, γαλο­πού­λες και κου­νέ­λια. Εξαι­ρού­νται τα παρα­προ­ϊ­ό­ντα σφαγίων καθώς και τα προ­ϊ­ό­ντα των Δ.Κ. 0209 και 0210 (Δ.Κ 0201, 0202, 0203, 0204, ΕΧ 0207, ΕΧ 0208).

5. Ψάρια, φιλέτα και άλλη σάρκα ψαριών, καλα­μά­ρια, χτα­πό­δια και σουπιές, νωπά, δια­τη­ρη­μένα με απλή ψύξη ή κατε­ψυγ­μένα αλλά όχι αλλιώς παρα­σκευα­σμένα ή επε­ξερ­γα­σμένα. Εξαι­ρού­νται τα συκώτια, αυγά και σπέρ­ματα (Δ.Κ 0302, ΕΧ 0303, ΕΧ 0304, ΕΧ 0307).

6. Γάλα, έστω και σε σκόνη ή συμπυ­κνω­μένο ή με προ­σθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυ­κα­ντι­κών. Για­ούρτι χωρίς προ­σθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυ­κα­ντι­κών, μη αρω­μα­τι­σμένο, χωρίς προ­σθήκη φρούτων ή κακάου. Τυριά με εξαί­ρεση τα τυριά τριμ­μένα ή σε σκόνη, τα λιωμένα τυριά, τα τυριά με στίγ­ματα της διά­κρι­σης 0406 40 και τα τυριά με περιε­κτι­κό­τητα κ.β. σε λιπαρές ουσίες που υπερ­βαί­νει το 72%. Αυγά νωπά από όρνιθες του είδους Gallus Domesticus, για επώαση ή βρώσιμα. Μέλι φυσικό. (Δ.Κ ΕΧ 0401, ΕΧ 0402, ΕΧ 0403, ΕΧ 0406, ΕΧ 0407, 0409).

7. Άλλα φυτά ζωντανά (στα οποία περι­λαμ­βά­νο­νται και οι ρίζες τους), μοσχεύ­ματα και μπόλια. (Δ.Κ. 0602)

8. Λαχα­νικά, φυτά, ρίζες και κόν­δυ­λοι, βρώσιμα. Εξαι­ρού­νται τα προ­ϊ­ό­ντα της Δ.Κ. 0714 (Δ.Κ. 0701, 0702, 0703, 0704, 0705, 0706, 0707, 0708, 0709, 0710, 0711, 0712, 0713).

9. Καρποί και φρούτα βρώσιμα (Δ.Κ. 0801, 0802, 0803, 0804, 0805, 0806, 0807, 0808, 0809, 0810, 0811, 0812, 0813).

10. Δημη­τριακά (Δ.Κ. 1001, 1002, 1003, 1004, 1005, 1006, 1007 και 1008).

11. Προ­ϊ­ό­ντα αλευ­ρο­πο­ΐας. Άμυλα κάθε είδους (Δ.Κ. 1101, 1102, 1103, 1104, 1105, 1106 και ΕΧ 1108).

12. Σπέρ­ματα και καρποί ελαιώ­δεις που προ­ο­ρί­ζο­νται για σπορά. Κοπριά. Σπέρ­ματα, σπόροι και διά­φο­ροι καρποί, που προ­ο­ρί­ζο­νται για σπορά (Δ.Κ. ΕΧ 1201, ΕΧ 1202, 1203, ΕΧ 1204, ΕΧ 1205, ΕΧ 1206, ΕΧ 1207 και 1209).

13. Αρτε­μι­σία, βασι­λι­κός, χαμο­μήλι, μαν­τζου­ράνα η κοινή, μολόχα, δεν­δρο­μο­λόχα, μέντα (δυόσμος) όλων των ποι­κι­λιών, ρίγανη, δεν­δρο­λί­βανο, φασκό­μηλο, τσάϊ του βουνού, δίκταμο, φλα­μούρι, ευκά­λυ­πτος, λεβάντα, αγριάδα η ιαμα­τική και λουϊζα, νωπά ή ξερά, έστω και κομμένα, σπα­σμένα ή σε σκόνη  (Δ.Κ. ΕΧ 1211).

14. Άχυρα και φλοιοί ακα­τέρ­γα­στων δημη­τρια­κών, έστω και τεμα­χι­σμένα, αλε­σμένα, συμπιε­σμένα ή συσ­σω­μα­τω­μένα με μορφή σβόλων. Γογ­γύ­λια Σου­η­δίας (γογ­γυ­λο­κράμ­βες), τεύτλα κτη­νο­τρο­φικά, ρίζες κτη­νο­τρο­φι­κές, χορ­το­νο­μές (FOIN, LUZERNE), τρι­φύλ­λια, κτη­νο­τρο­φικά λάχανα, χορ­το­νο­μές λού­πι­νου, βίκου και παρό­μοια κτη­νο­τρο­φικά προ­ϊ­ό­ντα, έστω και συσ­σω­μα­τω­μένα με μορφή σβόλων (Δ.Κ. 1213 και 1214).

15. Μαστίχα (λευκή ή μη), ακα­τέρ­γα­στη ή κατερ­γα­σμένη (Δ.Κ. ΕΧ 1301).

16. Ελαιό­λαδο και τα κλά­σματά του, έστω και εξευ­γε­νι­σμένα, αλλά όχι χημικώς μετα­σχη­μα­τι­σμένα. Άλλα λάδια και τα κλά­σματά τους, που παίρ­νο­νται απο­κλει­στικά από ελιές, έστω και εξευ­γε­νι­σμένα, αλλά όχι χημικώς μετα­σχη­μα­τι­σμένα και μείγ­ματα από αυτά τα λάδια ή τα κλά­σματα με λάδια ή κλά­σματα της κλάσης 1509 (Δ.Κ. 1509 και 1510).

17. Ζάχαρη από ζαχα­ρο­κά­λαμο ή από τεύτλα και ζαχα­ρόζη χημικώς καθαρή σε στερεή κατά­σταση (Δ.Κ. 1701).

18. Παρα­σκευά­σματα για τη δια­τροφή των παιδιών συσκευα­σμένα για τη λιανική πώληση. Ζυμα­ρικά, όχι ψημένα ή παρα­γε­μι­σμένα ή αλλιώς παρα­σκευα­σμένα. Ψωμί, χωρίς προ­σθήκη άλλων ουσιών και όχι φρυ­γα­νι­σμένο ή περαι­τέρω επε­ξερ­γα­σμένο. Κάψου­λες κενές του τύπου που χρη­σι­μο­ποιού­νται για φάρμακα (Δ.Κ. ΕΧ 1901, ΕΧ 1902, ΕΧ 1905).

19. Νερά, στα οποία περι­λαμ­βά­νο­νται και τα φυσικά ή τεχνητά μεταλ­λικά νερά, χωρίς προ­σθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυ­κα­ντι­κών ούτε αρω­μα­τι­σμένα, μη αεριούχα (Δ.Κ. ΕΧ 2201).

20. Ξύδια και υπο­κα­τά­στατα αυτών βρώσιμα που λαμ­βά­νο­νται από οξικό οξύ (Δ.Κ. 2209).

21. Υπο­λείμ­ματα και απορ­ρίμ­ματα των βιο­μη­χα­νιών ειδών δια­τρο­φής. Τροφές παρα­σκευα­σμέ­νες για ζώα. Εξαι­ρού­νται τα παρα­σκευά­σματα των τύπων που χρη­σι­μο­ποιού­νται για τη δια­τροφή των κατοι­κί­διων ζώων (Δ.Κ. 2301, 2302, 2303, 2304, 2305, 2306, 2307, 2308 και ΕΧ 2309).

22. Αλάτι (στο οποίο περι­λαμ­βά­νε­ται και το επι­τρα­πέ­ζιο και μετου­σιω­μένο αλάτι), έστω και σε υδατικό διάλυμα ή με προ­σθήκη αντι­συσ­σω­μα­τι­κών ουσιών ή ουσιών που εξα­σφα­λί­ζουν την καλή ρευ­στό­τητα. Θαλάσ­σιο νερό (Δ.Κ. ΕΧ 2501).

23. Φαρ­μα­κευ­τικά προ­ϊ­ό­ντα (Δ.Κ. 3001, 3002, 3003, 3004, 3005 και 3006).

24. Φάρμακα για την ιατρική του ανθρώ­που των δασμο­λο­γι­κών κλάσεων 3003 και 3004. Εμβόλια για την ιατρική του ανθρώ­που της δασμο­λο­γι­κής κλάσης 3002. (Δ.Κ. ΕΧ 3002, ΕΧ 3003, ΕΧ 3004). Ο συντε­λε­στής του φόρου για τα αγαθά της παρού­σας περί­πτω­σης ορί­ζε­ται σε έξι τοις εκατό (6%).

25. Λιπά­σματα (Δ.Κ. 3101, 3102, 3103, 3104 και 3105).

26. Εντο­μο­κτόνα, ποντι­κο­φάρ­μακα, μυκη­το­κτόνα, ζιζα­νιο­κτόνα, ανα­σχε­τικά της βλά­στη­σης και ρυθ­μι­στικά της ανά­πτυ­ξης των φυτών, απο­λυ­μα­ντικά και παρό­μοια προ­ϊ­ό­ντα που παρου­σιά­ζο­νται σε μορφές ή συσκευα­σίες για τη λιανική πώληση ή ως παρα­σκευά­σματα, που παρα­δί­δο­νται χον­δρικά. Εξαι­ρού­νται τα εντο­μο­α­πω­θη­τικά, τα απο­λυ­μα­ντικά για οικια­κές χρήσεις, τα εντο­μο­κτόνα και κατσα­ρι­δο­κτόνα που παρου­σιά­ζο­νται σε φιάλες με προ­ω­θη­τικό αέριο ή σε σκόνη για οικια­κές χρήσεις (Δ.Κ. ΕΧ 3808).

27. Προ­φυ­λα­κτικά από καου­τσούκ (Δ.Κ. ΕΧ 4014).

28. Καυ­σό­ξυλα σε κυλίν­δρους, κού­τσουρα, μικρά κλαδιά, δεμάτια ή με παρό­μοιες μορφές (Δ.Κ. ΕΧ 4401).

29. Πετσέ­τες (σερ­βιέ­τες) και ταμπόν υγείας και παρό­μοια με αυτά είδη υγιει­νής προ­στα­σίας της γυναί­κας, από χαρτί ή από βάτες (Δ.Κ. ΕΧ 9619).

30. Εφη­με­ρί­δες και περιο­δι­κές εκδό­σεις τυπω­μέ­νες. Ο συντε­λε­στής του φόρου για  βιβλία και βιβλία για παιδιά (Δ.Κ. ΕΧ4901, ΕΧ 4903) ορί­ζε­ται σε έξι τοις εκατό (6%).

31. Ειδικές ανυ­ψω­τι­κές συσκευές (σκάλες, ανελ­κυ­στή­ρες, μηχα­νή­ματα ανε­βο­κα­τε­βά­σμα­τος ανα­πή­ρων και παρό­μοια), που χρη­σι­μο­ποιού­νται για την εξυ­πη­ρέ­τηση ανα­πή­ρων (Δ.Κ. ΕΧ 8428).

32. Γρα­φο­μη­χα­νές με χαρα­κτή­ρες ΒRAILLE και ειδικές ηλε­κτρο­νι­κές γρα­φο­μη­χα­νές (ηλε­κτρο­νι­κές συσκευές επι­κοι­νω­νίας τσέπης), για ανάπηρα πρόσωπα (Δ.Κ. ΕΧ 8469).

33. Αυτο­κί­νητα οχήματα και­νουργή, που προ­ο­ρί­ζο­νται για τη μετα­φορά δέκα προ­σώ­πων ή περισ­σο­τέ­ρων συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου και του οδηγού ειδικά κατα­σκευα­σμένα ή δια­σκευα­σμένα για τη μετα­φορά ανα­πή­ρων και ατόμων με ειδικές ανάγκες, των οποίων οι ειδικές θέσεις καλύ­πτουν του­λά­χι­στον το 60% του συνόλου των θέσεων, εφόσον αγο­ρά­ζο­νται, εισά­γο­νται ή απο­κτώ­νται από άλλο κράτος-μέλος της Κοι­νό­τη­τας από Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ., που ασχο­λού­νται με την εκπαί­δευση, προ­στα­σία και περί­θαλψη των ατόμων αυτών. (Δ.Κ. ΕΧ 8702).

34. Αμα­ξά­κια τύπου πολυ­θρό­νας και άλλα οχήματα για ανα­πή­ρους, έστω και με κινη­τήρα ή άλλο μηχα­νι­σμό προ­ώ­θη­σης, ανταλ­λα­κτικά ανα­πη­ρι­κού αμα­ξι­δίου και ερει­σί­νωτο (Δ.Κ. 8713 και ΕΧ 8714).

35. Αντι­συλ­λη­πτι­κές συσκευές που ονο­μά­ζο­νται «ενδο­μή­τρια αντι­συλ­λη­πτικά», αυτο­λι­παι­νό­με­νοι καθε­τή­ρες, καθε­τή­ρες κεντρι­κοί για αιμο­κά­θαρση, καθε­τή­ρες σίτισης, καθε­τή­ρες περι­το­ναϊ­κής, καθε­τή­ρες κύστεως υπε­ρη­βι­κές, σύριγ­γες σίτισης, πιε­σό­με­τρα ομι­λού­ντα, βελόνες (για τις πένες ινσου­λί­νης), βελόνες τεχνη­τού νεφρού (Δ.Κ. ΕΧ 9018).

36. Είδη και συσκευές ορθο­πε­δι­κής, στα οποία περι­λαμ­βά­νο­νται και οι ιατρο­χει­ρουρ­γι­κές ζώνες και επί­δε­σμοι και οι πατε­ρί­τσες. Νάρ­θη­κες, υπο­στη­ρίγ­ματα και άλλα είδη και συσκευές για κατάγ­ματα. Είδη και συσκευές προ­θέ­σεως. Συσκευές για τη διευ­κό­λυνση της ακοής στους κουφούς και άλλες συσκευές που κρα­τιού­νται με το χέρι, φέρο­νται από τα πρόσωπα ή εισά­γο­νται στον ανθρώ­πινο οργα­νι­σμό, με σκοπό την ανα­πλή­ρωση μιας έλλει­ψης ή τη θερα­πεία μιας ανα­πη­ρίας. Συσκευές έκχυσης ινσου­λί­νης. Εξαι­ρού­νται τα μέρη και εξαρ­τή­ματα των παρα­πάνω αγαθών (Δ.Κ. ΕΧ 9021).

37. Η παρά­δοση νερού.

38. Ηλε­κτρική ενέρ­γεια (Δ.Κ. 2716), το φυσικό αέριο (Δ.Κ. 2711), καθώς και θέρ­μανση μέσω δικτύου (τηλε­θέρ­μανση).

39. Ανυ­ψω­τικό τουα­λέ­τας (Δ.Κ. ΕΧ 3922), μπα­νιέ­ρες για ανά­πη­ρους (Δ.Κ. ΕΧ 3922, 6910, 7324), στη­θό­δε­σμος μαστε­κτο­μής – μαγιώ μαστε­κτο­μής (Δ.Κ. ΕΧ 6212, 6112, 6211), προ­γράμ­ματα για ηλε­κτρο­νι­κούς υπο­λο­γι­στές (jaws, supernova, hall, φωναι­σθη­σίας, fine reader) (Δ.Κ. ΕΧ 8523), εκτυ­πω­τές Braille (Δ.Κ. ΕΧ 8443), ρολόγια χειρός (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 9102), πινα­κί­δες γραφής (Braille), μέτρα (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 9017), μπα­στού­νια (λευκά και ηλε­κτρο­νικά) (Δ.Κ. ΕΧ 6602), κασε­τό­φωνα με 4 tracks (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 8519), ταινίες μέτρη­σης σακ­χά­ρου (Δ.Κ. ΕΧ 3822), τα οποία προ­ο­ρί­ζο­νται για την εξυ­πη­ρέ­τηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.

40. Καθί­σματα μπάνιου (Δ.Κ ΕΧ 8401), αντλία απο­σι­δή­ρω­σης για μεσο­γειακή αναιμία (Δ.Κ ΕΧ 9018), σύστημα τρα­χειο­στο­μίας – τρα­χειο­σω­λή­νες – φίλτρα (Δ.Κ ΕΧ 9018), περ­πα­τούρα (Δ.Κ ΕΧ 8716, ΕΧ 6602, ΕΧ 9021), τρίποδο (Δ.Κ ΕΧ 8716, ΕΧ 6602, ΕΧ 9021), σύστημα φωτει­νής ειδο­ποί­η­σης (Δ.Κ ΕΧ 8531), δέκτης φωτει­νών σημάτων (Δ.Κ ΕΧ 8517), Braille display (Δ.Κ ΕΧ 8528), scanner (Δ.Κ ΕΧ 8471), Braille note taker (Δ.Κ ΕΧ 8469), προ­γράμ­ματα κινητών τηλε­φώ­νων σε ελλη­νική και ξένη έκδοση (mobile speak, speaking phone) (Δ.Κ  ΕΧ 8523), πλαίσια γραφής για άτομα με μειω­μένη όραση (Braille) (Δ.Κ ΕΧ 3926), κάλτσες Α.Γ. ή Κ.Γ. (Δ.Κ ΕΧ 6115, ΕΧ 6217), κάλτσες κολο­βώ­μα­τος (Δ.Κ ΕΧ 6307), φίλτρα αιμο­κά­θαρ­σης, αιμο­δι­ή­θη­σης, αιμο­δια­δι­ή­θη­σης και πλα­σμα­φαί­ρε­σης (Δ.Κ ΕΧ 9018), γραμμές αιμο­κά­θαρ­σης, αιμο­δι­ή­θη­σης, αιμο­δια­δι­ή­θη­σης και πλα­σμα­φαί­ρε­σης (Δ.Κ ΕΧ 9018), σάκοι περι­συλ­λο­γής υγρού προ­ε­τοι­μα­σίας φίλτρων (Δ.Κ ΕΧ 3926), Y-connectors, σετ φλε­βο­κέ­ντη­σης κατά την αιμο­κά­θαρση (Δ.Κ ΕΧ 9018), φύσιγ­γες διτ­ταν­θρα­κι­κών (Δ.Κ ΕΧ 2836), συν­δε­τικό από τιτάνιο (Δ.Κ ΕΧ 9018, ΕΧ 8108), γραμμή σύν­δε­σης και απο­χέ­τευ­σης, σάκοι απο­χέ­τευ­σης (Δ.Κ ΕΧ 3926), κασέτες σύν­δε­σης, Clamp (λαβίδες) (Δ.Κ ΕΧ 9018), βαλίτσα περι­το­ναϊ­κής κάθαρ­σης (SMART PD CASE) (Δ.Κ ΕΧ 9018, ΕΧ 4202), ανα­λώ­σιμο υλικό για κολο­στο­μίες (Δ.Κ ΕΧ 3006), τα οποία προ­ο­ρί­ζο­νται για την εξυ­πη­ρέ­τηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Β. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Εισι­τή­ρια θεα­τρι­κών παρα­στά­σεων για τα οποία ο συντε­λε­στής του φόρου ορί­ζε­ται σε έξι τοις εκατό (6%).

Η παροχή υπη­ρε­σιών για τη γεωρ­γική παρα­γωγή.

Η διαμονή σε ξενο­δο­χεία και παρό­μοιους χώρους,  συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης και της παροχής κατα­λύ­μα­τος δια­κο­πών και της μίσθω­σης χώρου σε κατα­σκή­νωση ή κάμπινγκ για τρο­χό­σπιτα.

Η παροχή υπη­ρε­σιών από γραφεία κηδειών και επι­χει­ρή­σεων απο­τέ­φρω­σης νεκρών, καθώς και η παρά­δοση των συναφών ειδών.

Η παροχή υπη­ρε­σιών κατ’ οίκον φρο­ντί­δας, παιδιών, ηλι­κιω­μέ­νων, ασθενών και ατόμων με ειδικές ανάγκες γενικά.

Γ. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αγαθά και υπη­ρε­σίες που δεν εντάσ­σο­νται στο παράρ­τημα αυτό ή για τα οποία  υπάρχει οποια­δή­ποτε αμφι­βο­λία ως προς την ένταξη τους στον πίνακα αυτόν, συνε­πεία του είδους, του προ­ο­ρι­σμού, της σύν­θε­σης ή για οποιον­δή­ποτε άλλο  λόγο, υπά­γο­νται στον κανο­νικό συντε­λε­στή Φ.Π.Α.»

γ) Οι προ­βλε­πό­με­νες στις παρ.4, 5 και 6 του αρθ. 21 ν. 2859/2000 (ΦΕΚ Α΄248) μειώ­σεις των συντε­λε­στών καταρ­γού­νται στα­διακά ως ακο­λού­θως:

αα) Από 1.10.2015 στα ανα­πτυγ­μένα του­ρι­στικά νησιά με το υψη­λό­τερο κατά κεφαλή εισό­δημα και από 1.6.2016 στα λιγό­τερο ανα­πτυγ­μένα νησιά. Εξαι­ρού­νται της καταρ­γή­σεως και παρα­μέ­νουν σε ισχύ οι ισχύ­ο­ντες σήμερα συντε­λε­στές Φ.Π.Α. για τα πλέον απο­μα­κρυ­σμένα νησιά.

Με κοινή απόφαση των Υπουρ­γών Εσω­τε­ρι­κών και Διοι­κη­τι­κής Ανα­συ­γκρό­τη­σης και Οικο­νο­μι­κών ορί­ζο­νται ειδι­κό­τερα τα υπα­γό­μενα στις παρα­πάνω ρυθ­μί­σεις νησιά της παρ. 4 του άρθρου 21 ν. 2859/2000 (ΦΕΚ Α΄248).

2. Στο άρθρο 20 του ν. 3842/2010 προ­στί­θε­ται παρά­γρα­φος 7 ως εξής:

«8. Το ποσό του ΦΠΑ που ανα­λο­γεί στο σύνολο των συναλ­λα­γών, οι οποίες εμπί­πτουν στις ρυθ­μί­σεις των παρα­γρά­φων 2 και 3 του παρό­ντος άρθρου και διε­νερ­γού­νται με οποιον­δή­ποτε τρόπο και ιδίως μέσω χρήσης πιστω­τι­κής  ή χρε­ω­στι­κής κάρτας, ηλε­κτρο­νι­κής τρα­πε­ζι­τι­κής (e-banking), τρα­πε­ζι­κής κατά­θε­σης σε εξό­φληση τιμο­λο­γίου ή τρα­πε­ζι­κής επι­τα­γής, δεσμεύ­ε­ται από την τράπεζα και απο­δί­δε­ται κατευ­θείαν στο δημόσιο εντός πέντε (5) ημερών από τη διε­νέρ­γεια της πλη­ρω­μής. Σε περί­πτωση φορο­λο­γου­μέ­νων που υπο­βάλ­λουν δήλωση ΦΠΑ, η τράπεζα χορηγεί βεβαί­ωση για το εισπρα­χθέν ποσό ΦΠΑ, ώστε να υπο­λο­γί­ζε­ται στη δήλωση του φορο­λο­γου­μέ­νου. Για τις υπη­ρε­σίες αυτές τα τρα­πε­ζικά ιδρύ­ματα δεν χρε­ώ­νουν δαπάνες ή οποια­δή­ποτε αμοιβή. Με απόφαση του Γενικού Γραμ­μα­τέα Δημο­σίων Εσόδων ρυθ­μί­ζε­ται η δια­δι­κα­σία εφαρ­μο­γής της διά­τα­ξης της παρού­σας παρα­γρά­φου, καθώς και κάθε ζήτημα σχετικά με την απόδοση και την επι­στροφή ΦΠΑ.»

3. Η παρά­γρα­φος 2 του άρθρου 29 του ν.3492/2006 (Α΄ 210) τρο­πο­ποιεί­ται ως ακο­λού­θως:

«2. Αντι­κεί­μενο του φόρου, που επι­βάλ­λε­ται σύμφωνα με την προη­γού­μενη παρά­γραφο, είναι τα απαι­τητά ασφά­λι­στρα και τα πάσης φύσεως δικαιώ­ματα που απορ­ρέ­ουν από την ασφα­λι­στική σύμβαση.

Ο συντε­λε­στής του φόρου ορί­ζε­ται σε:

α. 25%, επί των ασφα­λί­στρων κλάδου πυρός

β. 4%, επί των ασφα­λί­στρων κλάδου ζωής

γ.10%, επί των ασφα­λί­στρων των λοιπών κλάδων εξαι­ρου­μέ­νων των ασφα­λί­στρων των αυτο­κι­νή­των (συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της αστικής ευθύνης) για τα οποία ο συντε­λε­στής φόρου ορί­ζε­ται σε 15 %.»

4. Στο πρώτο εδάφιο της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 58 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) οι λέξεις «είκοσι έξι τοις εκατό (26%)» αντι­κα­θί­στα­νται με τις λέξεις «είκοσι εννέα τοις εκατό (29%)».

5. α. Το πρώτο εδάφιο της  παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 4172/2013 (Α΄  167) αντι­κα­θί­στα­ται ως ακο­λού­θως:

«1. Με βάση τη δήλωση που υπο­βάλ­λει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντό­τητα και τους λοιπούς τίτλους βεβαί­ω­σης που προ­βλέ­πο­νται στον Κώδικα Φορο­λο­γι­κής Δια­δι­κα­σίας βεβαιώ­νε­ται ποσό ίσο με εκατό τοις εκατό (100%) του φόρου που προ­κύ­πτει για το φόρο που ανα­λο­γεί στο εισό­δημα του δια­νυό­με­νου φορο­λο­γι­κού έτους. Το ίδιο ποσοστό ισχύει και για τις τρα­πε­ζι­κές ημε­δα­πές ανώ­νυ­μες εται­ρείες και τα υπο­κα­τα­στή­ματα αλλο­δα­πών τρα­πε­ζών που λει­τουρ­γούν νόμιμα στην Ελλάδα».

β. Στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013 προ­στί­θε­ται νέα παρά­γρα­φος 36 που έχει ως εξής:

«36. Ειδικά για τα εισο­δή­ματα και τα κέρδη που προ­κύ­πτουν στο φορο­λο­γικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουα­ρίου 2015 έως και την 31η Δεκεμ­βρίου του ίδιου έτους, το ποσοστό της παρα­γρά­φου 2 του άρθρου 71 που εφαρ­μό­ζε­ται για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντό­τη­τες των περι­πτώ­σεων β΄, γ΄ ε΄ και στ΄ μόνο για τις κοι­νο­πρα­ξίες των προ­σω­πι­κών εται­ρειών του άρθρου 45 ορί­ζε­ται σε εβδο­μή­ντα πέντε τοις εκατό (75%)».

6. Στον ν.4174/2013 μετά το άρθρο 55 προ­στί­θε­ται άρθρα 55Α ως εξής:

«Άρθρο 55 Α΄:

1. Αδίκημα φορο­δια­φυ­γής δια­πράτ­τει όποιος, με πρόθεση:

α) απο­κρύ­πτει φορο­λο­γη­τέα ύλη, ή β) παρα­πλα­νεί τα όργανα της φορο­λο­γι­κής διοί­κη­σης σχετικά με φορο­λο­γη­τέα ύλη ή γ) δεν απο­δί­δει ή απο­δί­δει ανα­κρι­βώς εισπρα­χθέ­ντα ή οφει­λό­μενο ΦΠΑ ή παρα­κρα­τού­με­νους ή επιρ­ρι­πτό­με­νους φόρους, τέλη και εισφο­ρές, με απο­τέ­λε­σμα την από­λαυση περιου­σια­κού οφέλους για τον ίδιο ή για τρίτους με αντί­στοιχη ζημία του Δημο­σίου, του­λά­χι­στον σε 10.000 ευρώ ανά φορο­λο­γία και ανά έτος, κατά παρά­βαση της φορο­λο­γι­κής νομο­θε­σίας.

2. Εάν συντρέ­χει περί­πτωση τέλεσης αδι­κή­μα­τος φορο­δια­φυ­γής υπο­βάλ­λε­ται αμέσως, και πάντως όχι πλέον των τριάντα ημερών από την σύνταξη της σχε­τι­κής εκθέ­σεως ελέγχου, μηνυ­τή­ρια αναφορά από τα αρμόδια όργανα της Φορο­λο­γι­κής Διοί­κη­σης ή σε περί­πτωση καθυ­στέ­ρη­σής τους, από τον Γενικό Γραμ­μα­τέα Δημο­σίων Εσόδων. Μηνυ­τή­ρια αναφορά υπο­βάλ­λε­ται και στην περί­πτωση του άρθρου 42 ΠΚ. Η ποινική δίωξη ασκεί­ται αυτε­παγ­γέλ­τως.

3. Σε περί­πτωση παρα­πο­μπής του κατη­γο­ρού­με­νου για φορο­δια­φυγή στο ακρο­α­τή­ριο, δεν επι­βάλ­λο­νται τα διοι­κη­τικά πρό­στιμα των άρθρων 54 και 55 του παρό­ντος. Ο φόρος και οι τόκοι επι­βάλ­λο­νται και εισπράτ­το­νται κατά τις δια­τά­ξεις των άρθρων 30 επόμενα, 40 επόμενα και 53 του παρό­ντος. Η άσκηση ενδι­κο­φα­νούς προ­σφυ­γής και προ­σφυ­γής ενώπιον των Διοι­κη­τι­κών Δικα­στη­ρίων δεν επη­ρε­ά­ζει την ποινική δια­δι­κα­σία.

4. Η ισχύς της παρού­σας αρχίζει από 01.01.2016».

7. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 12 του ν. 2328/1995 (Α 159), όπως τρο­πο­ποι­ή­θηκε με την διάταξη του άρθ. 58 του ν. 4331/2015 (Α 69), καταρ­γεί­ται.

8. α. Στην περί­πτωση α’ της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 44 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) δια­γρά­φο­νται οι λέξεις «καθώς και» και μετά τις λέξεις «δεξα­με­νών κολύμ­βη­σης» προ­στί­θε­ται η φράση «καθώς και σκαφών ανα­ψυ­χής ιδιω­τι­κής χρήσης άνω των πέντε (5) μέτρων».

β. Ο συντε­λε­στής των υπο­πε­ρι­πτώ­σεων ii, iii και iv της περί­πτω­σης β της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 44 του ν. 4111/2013 αυξά­νε­ται σε δέκα τρία τοις εκατό (13%).

γ. Στην περί­πτωση β’ της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 44 του ν. 4111/2013 προ­στί­θε­ται υπο­πε­ρί­πτωση v) ως εξής:

«v) Για τα σκάφη ανα­ψυ­χής ιδιω­τι­κής χρήσης άνω των πέντε (5) μέτρων, ο φόρος ισούται με το γινό­μενο του ποσού της ετήσιας αντι­κει­με­νι­κής δαπάνης του σκάφους επί συντε­λε­στή δεκα­τρία τοις εκατό (13%). Δεν λαμ­βά­νε­ται υπόψη η δαπάνη για την αμοιβή του πλη­ρώ­μα­τος. Από το φόρο της περί­πτω­σης (v) εξαι­ρού­νται τα ιστιο­φόρα σκάφη και πλοία ανα­ψυ­χής που έχουν κατα­σκευα­στεί ή κατα­σκευά­ζο­νται στην Ελλάδα εξ ολο­κλή­ρου από ξύλο, τύπον τρε­χα­ντήρι, βαρ­κα­λάς, πέραμα, τσερ­νίκι, λίμπερτυ τα οποία προ­έρ­χο­νται από ελλη­νική ναυτική παρά­δοση.»

δ. Οι δια­τά­ξεις της παρού­σας παρα­γρά­φου έχουν εφαρ­μογή για τα εισο­δή­ματα που δηλώ­νο­νται  στο  φορο­λο­γικό έτος 2015 και εφεξής.

9. Η παρά­γρα­φος 3 του άρθρου 29  του ν.3986/2011  (Α 152) αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«3. Η ειδική εισφορά αλλη­λεγ­γύης, που επι­βάλ­λε­ται στο συνο­λικό καθαρό εισό­δημα της προη­γού­με­νης παρα­γρά­φου, υπο­λο­γί­ζε­ται ως εξής:

α) Για συνο­λικό καθαρό εισό­δημα από δώδεκα χιλιά­δες ένα (12.001) ευρώ έως είκοσι χιλιά­δες (20.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή μηδέν κόμμα επτά τοις εκατό (0,7%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

β) Για συνο­λικό καθαρό εισό­δημα από είκοσι χιλιά­δες ένα (20.001) ευρώ έως και τριάντα χιλιά­δες (30.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή ένα κόμμα τέσσερα τοις εκατό (1,4%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

γ) Για συνο­λικό καθαρό εισό­δημα από τριάντα χιλιά­δες ένα (30.001) έως και πενήντα χιλιά­δες (50.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή δύο τοις εκατό (2%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

δ) Για συνο­λικό καθαρό εισό­δημα από πενήντα χιλιά­δες ένα (50.001) έως και εκατό χιλιά­δες (100.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή τέσσερα τοις εκατό (4%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

ε) Για συνο­λικό καθαρό εισό­δημα από εκατό χιλιά­δες ένα (100.001) ευρώ έως και πεντα­κό­σιες χιλιά­δες (500.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή έξι τοις εκατό (6%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

στ) Για συνο­λικό καθαρό εισό­δημα από πεντα­κό­σιες χιλιά­δες ένα (500.001) και άνω, η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή οκτώ τοις εκατό (8%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

ζ) Για το συνο­λικό καθαρό εισό­δημα, όπως αυτό ορί­ζε­ται στην παρά­γραφο 2, του Προ­έ­δρου της Δημο­κρα­τίας, του Προ­έ­δρου και των Αντι­προ­έ­δρων της Βουλής, των Βου­λευ­τών, του Προ­έ­δρου και των Αντι­προ­έ­δρων της Κυβέρ­νη­σης, των Υπουρ­γών, των Ανα­πλη­ρω­τών Υπουρ­γών και Υφυ­πουρ­γών, των Γενικών και Ειδικών Γραμ­μα­τέων Υπουρ­γείων, των Γενικών Γραμ­μα­τέων των Απο­κε­ντρω­μέ­νων Διοι­κή­σεων, των Περι­φε­ρειαρ­χών, των Ευρω­βου­λευ­τών, των Δημάρ­χων και των προ­σώ­πων των περι­πτώ­σεων α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 56 του Συντάγ­μα­τος, εφόσον οι πάσης φύσεως απο­δο­χές και πρό­σθε­τες αμοιβές ή απο­λα­βές τους είναι του­λά­χι­στον ίσες με τις απο­δο­χές Γενικού Γραμ­μα­τέα Υπουρ­γείου, όπως ορί­ζε­ται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40), η ειδική εισφορά υπο­λο­γί­ζε­ται με συντε­λε­στή οκτώ τοις εκατό (8%) επί ολό­κλη­ρου του ποσού.

Το ποσό της έκτα­κτης εισφο­ράς περιο­ρί­ζε­ται ανα­λό­γως, σε κάθε περί­πτωση ώστε το συνο­λικό καθαρό εισό­δημα που προ­κύ­πτει μετά την αφαί­ρεση της ειδικής εισφο­ράς να μην υπο­λεί­πε­ται του καθαρού εισο­δή­μα­τος που απο­μέ­νει μετά την αφαί­ρεση της ειδικής εισφο­ράς αλλη­λεγ­γύης, η οποία υπο­λο­γί­στηκε με την εφαρ­μογή του αμέσως προη­γού­με­νου συντε­λε­στή».

Ρυθ­μί­σεις θεμάτων της Ελλη­νι­κής Στα­τι­στι­κής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.)

10. Το δεύτερο εδάφιο της παρα­γρά­φου 2 του άρθρου 2 του ν. 3832/2010 (A’ 38) αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«Με απόφαση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. θεσπί­ζε­ται «Κανο­νι­σμός Στα­τι­στι­κών Υπο­χρε­ώ­σεων των φορέων του ΕΛ.Σ.Σ.», ο οποίος δημο­σιεύ­ε­ται στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως και αναρ­τά­ται στο δια­δι­κτυακό τόπο της ΕΛ.ΣΤΑT.»

11. Το άρθρο 3 του ν. 3832/2010 (A’ 38) αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«Άρθρο 3

Συμ­βου­λευ­τική Eπιτροπή του Ελλη­νι­κού Στα­τι­στι­κού Συστή­μα­τος

1. Συνι­στά­ται Συμ­βου­λευ­τική επι­τροπή του Ελλη­νι­κού Στα­τι­στι­κού Συστή­μα­τος (ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ.).

2. Η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. συγκρο­τεί­ται από δεκα­ε­πτά (17) μέλη με δικαί­ωμα ψήφου που στον κύκλο εργα­σιών τους απο­δε­δειγ­μένα χρη­σι­μο­ποιούν στα­τι­στικά στοι­χεία ως χρήστες. Kάθε ένα από τα μέλη, με τον ανα­πλη­ρωτή του, υπο­δει­κνύ­ε­ται αντί­στοιχα από:

α) τη Βουλή των Ελλήνων

β) την Κυβέρ­νηση της Ελλάδος,

γ) την Τράπεζα της Ελλάδος,

δ) την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ),

ε)  το Ελλη­νικό Δημο­σιο­νο­μικό Συμ­βού­λιο,

στ) το Ινστι­τούτο Εργα­σίας της Γ.Σ.Ε.Ε. (ΙΝ.Ε.Γ.Σ.Ε.Ε.),

ζ) την Κεντρική Ένωση Επι­με­λη­τη­ρίων Ελλάδος,

η) τον Σύν­δε­σμο Επι­χει­ρή­σεων και Βιο­μη­χα­νιών (ΣΕΒ)

θ) την Οικο­νο­μική και Κοι­νω­νική Επι­τροπή (Ο.Κ.Ε.),

ι) το Εθνικό Κέντρο Κοι­νω­νι­κών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε.).,

ια) το Κέντρο Προ­γραμ­μα­τι­σμού και Οικο­νο­μι­κών Ερευνών (ΚΕ.Π.Ε.),

ιβ) την Πανελ­λή­νια Συνο­μο­σπον­δία Ενώσεων Γεωρ­γι­κών Συνε­ται­ρι­σμών

(ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.),

ιγ) την Ελλη­νική Ένωση Τρα­πε­ζών,

ιδ) το Ίδρυμα Οικο­νο­μι­κών και Βιο­μη­χα­νι­κών Ερευνών (Ι.Ο.Β.Ε.)

ιε) την Ευρω­παϊκή Επι­τροπή, Γενική Διεύ­θυνση – Οικο­νο­μι­κές και Χρη­μα­το­δο­τι­κές Υπο­θέ­σεις (DG ECFIN),

ιστ) την Ευρω­παϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και

ιζ) την Ευρω­παϊκή Συμ­βου­λευ­τική Επι­τροπή για τις Στα­τι­στι­κές (European Statistical Advisory Committee).

Ο Πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. είναι αυτο­δι­καίως μέλος της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. και συμ­με­τέ­χει στις εργα­σίες και στις συνε­δριά­σεις της χωρίς ψήφο.

3. Η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. συγκρο­τεί­ται με απόφαση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών. Τα μέλη της ορί­ζο­νται με θητεία τεσ­σά­ρων (4) ετών, που μπορεί να ανα­νε­ω­θεί μία μόνο φορά. Σε περί­πτωση θανάτου, λήξης της θητείας ή απο­χώ­ρη­σης μελών της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. και μέχρι τον ορισμό νέων μελών, η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ.  μπορεί να λει­τουρ­γεί με ελλιπή συγκρό­τηση. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι δια­τά­ξεις του Κώδικα Διοι­κη­τι­κής Δια­δι­κα­σίας.

4. Η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. συνε­δριά­ζει τακτικά δύο (2) φορές ανά έτος.

5. Ο Προ­έ­δρος της επι­τρο­πής ορί­ζε­ται για θητεία δυο (2) ετών, με ψηφο­φο­ρία μεταξύ των μελών της.

6. Με απόφαση της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. θεσπί­ζε­ται ο Κανο­νι­σμός Εσω­τε­ρι­κής Οργά­νω­σης και Λει­τουρ­γίας της. Η τεχνική και διοι­κη­τική υπο­στή­ριξη της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. παρέ­χο­νται από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. Η δαπάνη λει­τουρ­γίας της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. βαρύνει τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

7. Η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. συν­δρά­μει την ΕΛ.ΣΤΑΤ. όσον αφορά τη συνε­κτί­μηση των αναγκών των χρηστών στο συντο­νι­σμό των στρα­τη­γι­κών στόχων και των προ­τε­ραιο­τή­των της εθνικής πολι­τι­κής στα­τι­στι­κής πλη­ρο­φό­ρη­σης σύμφωνα με τα ορι­ζό­μενα στις επό­με­νες παρα­γρά­φους.

8. Κατά την προ­ε­τοι­μα­σία του Ελλη­νι­κού Στα­τι­στι­κού Προ­γράμ­μα­τος και του ετήσιου στα­τι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος εργα­σίας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. σύμφωνα με τα ορι­ζό­μενα στις παρα­γρά­φους 1 και 6 του άρθρου 5 του παρό­ντος νόμου η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. γνω­μο­δο­τεί στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. σχετικά με τα εξής:

α) Τους τομείς, στους οποίους ενδέ­χε­ται να χρεια­σθεί η ανά­πτυξη νέων στα­τι­στι­κών από το ΕΛ.Σ.Σ.

β) Την εναλ­λαγή ή μη της προ­τε­ραιό­τη­τας παρα­γω­γής υφι­στα­μέ­νων στα­τι­στι­κών από το ΕΛ.Σ.Σ.

γ) Τους τρόπους, με τους οποίους μπορεί να αυξηθεί η χρη­σι­μό­τητα των στα­τι­στι­κών του ΕΛ.Σ.Σ. για τους χρήστες.

δ) Κατά πόσον το εύρος, το επίπεδο λεπτο­με­ρούς ανά­λυ­σης και το κόστος των στα­τι­στι­κών αντα­πο­κρί­νο­νται στις ανάγκες των χρηστών.

9. Η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. γνω­μο­δο­τεί επίσης στην ΕΛ.ΣΤΑT., εφόσον υπο­βλη­θεί σε αυτή σχετικό ερώτημα της ΕΛ.ΣΤΑT., για θέματα που αφορούν τις απαι­τή­σεις των χρηστών των στα­τι­στι­κών του ΕΛ.Σ.Σ., την αξιο­λό­γηση της χρη­σι­μό­τη­τας υφι­στα­μέ­νων στα­τι­στι­κών το ΕΛ.Σ.Σ., και την πολι­τική διά­δο­σης στα­τι­στι­κών οι οποίες παρά­γο­νται από φορείς του ΕΛ.Σ.Σ.

10. Εάν η ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. δεν έχει συγκρο­τη­θεί ή η γνώμη της σύμφωνα με τις προη­γού­με­νες παρα­γρά­φους και τις παρα­γρά­φους 1 και 6 του άρθρου 5 του παρό­ντος νόμου δεν δοθεί εντός της προ­θε­σμίας που τάσ­σε­ται προς τούτο από την ΕΛ.ΣΤΑΤ., η σχετική πράξη της ΕΛ.ΣΤΑΤ. εκδί­δε­ται και χωρίς αυτήν.»

12. Η περί­πτωση ε) της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 4 του ν. 3832/2010 (Α’ 38), όπως το άρθρο αυτό προ­στέ­θηκε με την παρά­γραφο 2 του άρθρου 323 ν. 4072/2012 (Α’ 86), αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«ε) ένα μέλος που υπο­δει­κνύ­ε­ται από την Αρχή Προ­στα­σίας Δεδο­μέ­νων Προ­σω­πι­κού Χαρα­κτήρα».

13. Η παρά­γρα­φος 5 του άρθρου 4 του ν. 3832/2010 (Α’ 38), όπως αυτό προ­στέ­θηκε με την παρά­γραφο 2 του άρθρου 323 του ν. 4072/2012 (Α’ 86), αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«5. Στις εργα­σίες της επι­τρο­πής συμ­με­τέ­χει ο πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο οποίος μετέχει επίσης στις συνε­δριά­σεις της, χωρίς ψήφο».

14. Η παρά­γρα­φος 13 του άρθρου 4 του ν. 3832/2010 (Α’ 38), όπως αυτό προ­στέ­θηκε με την παρά­γραφο 2 του άρθρου 323 του ν. 4072/2012 (Α’ 86), καταρ­γεί­ται.

15. Το πρώτο εδάφιο της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 5 του ν. 3832/2010 (Α’ 38) αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«1. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ., ύστερα από γνώμη της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. σύμφωνα με τα ορι­ζό­μενα στο άρθρο 3 του παρό­ντος νόμου, εγκρί­νει ανά τριετία το Ελλη­νικό Στα­τι­στικό Πρό­γραμμα (ΕΛ.Σ.Π.)».

16.  Το πρώτο εδάφιο της παρα­γρά­φου 6 του άρθρου 5 του ν. 3832/2010 (Α’ 38) αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

« Η ΕΛ.ΣΤΑΤ., πριν από το τέλος Μαΐου του προη­γού­με­νου της εφαρ­μο­γής έτους, και μετά από γνώμη της ΣΥ.ΕΠ.ΕΛ.Σ.Σ. σύμφωνα με τα ορι­ζό­μενα στο άρθρο 3 του παρό­ντος νόμου, καταρ­τί­ζει αντί­στοιχο ετήσιο στα­τι­στικό πρό­γραμμα εργα­σίας στο οποίο λαμ­βά­νει υπόψη τα ετήσια προ­γράμ­ματα εργα­σίας των φορέων του ΕΛ.Σ.Σ.»

17. Στο τέλος του άρθρου 11 του ν. 3832/2010 (Α’ 38) προ­στί­θε­ται παρά­γρα­φος 7, ως εξής:

«7. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. παρέχει τη γνώμη της, πριν από την κατά­θεσή της στη Βουλή, για κάθε διάταξη, η οποία αφορά την ΕΛ.ΣΤΑΤ., ή τις επί­ση­μες στα­τι­στι­κές της χώρας, ή με την οποία ο παρών νόμος τρο­πο­ποιεί­ται ρητώς ή σιω­πη­ρώς. Το αυτό ισχύει για κάθε διάταξη, με την οποία δημιουρ­γού­νται νέες ή ανα­διαρ­θρώ­νο­νται διοι­κη­τι­κές πηγές και δημόσια μητρώα ή αρχεία τηρού­μενα εγγρά­φως ή με ηλε­κτρο­νικά, μαγνη­τικά ή άλλα ανάλογα μέσα, προ­κει­μέ­νου να δια­σφα­λί­ζε­ται η δυνα­τό­τητα αξιο­ποί­η­σης των σχε­τι­κών στοι­χείων για στα­τι­στι­κούς σκοπούς. Για την εφαρ­μογή των προη­γου­μέ­νων εδαφίων το σχέδιο κάθε σχε­τι­κής διά­τα­ξης υπο­βάλ­λε­ται στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. κατά το νωρί­τερο δυνατό χρονικό σημείο και πριν τη σχετική δημόσια δια­βού­λευση. Εφόσον η  ΕΛ.ΣΤΑΤ. συντά­ξει έκθεση επί του τελικού σχεδίου, αυτή υπο­βάλ­λε­ται υπο­χρε­ω­τι­κώς στη Βουλή πριν την εισα­γωγή της διά­τα­ξης προς συζή­τηση».

18. Το τελευ­ταίο εδάφιο της παρα­γρά­φου 2 του άρθρου 12 του ν. 3832/2010 (Α’ 38), όπως προ­στέ­θηκε με την παρά­γραφο 8 του άρθρου 323 του ν. 4072/2012 (Α’ 86), αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«Ο Κανο­νι­σμός μπορεί να προ­βλέ­πει, ότι η εξει­δί­κευση δια­τά­ξεών του μπορεί να γίνεται με απο­φά­σεις του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ή με συμ­φω­νίες συνερ­γα­σίας με τους φορείς του ΕΛ.Σ.Σ., καθώς και η δημο­σί­ευση των απο­φά­σεων αυτών στο δια­δι­κτυακό τόπο της ΕΛ.ΣΤΑΤ., χωρίς να απαι­τεί­ται άλλη δημο­σί­ευσή τους».

19. Οι παρά­γρα­φοι 1 έως και 3 του άρθρου 13 του ν. 3832/2010 (Α’ 38), όπως το άρθρο αυτό αντι­κα­τα­στά­θηκε με την παρά­γραφο 9 του άρθρου 323 του ν. 4072/2012 (Α’ 86),  αντι­κα­θί­στα­νται ως εξής:

«1. Ο Πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. επι­λέ­γε­ται μετά από διεθνή πρό­σκληση ενδια­φέ­ρο­ντος που δημο­σιεύ­ε­ται από τον Υπουργό Οικο­νο­μι­κών τέσ­σε­ρις μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του απερ­χο­μέ­νου Προ­έ­δρου. Στην πρό­σκληση ανα­φέ­ρο­νται τα κρι­τή­ρια αξιο­λό­γη­σης και επι­λο­γής των υπο­ψη­φίων, τα καθή­κο­ντα και οι υπο­χρε­ώ­σεις του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και οι προ­βλε­πό­με­νες απο­δο­χές του, η προ­θε­σμία υπο­βο­λής υπο­ψη­φιο­τή­των, η πράξη συγκρό­τη­σης της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων της παρα­γρά­φου 3 του παρό­ντος άρθρου, με όλο της το περιε­χό­μενο και κάθε άλλο στοι­χείο ανα­γκαίο για τη δια­δι­κα­σία επι­λο­γής.

Ο Πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. διο­ρί­ζε­ται για πεντα­ετή θητεία με απόφαση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών που δημο­σιεύ­ε­ται στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως.

2. Απο­κλει­στικά κρι­τή­ρια επι­λο­γής στη θέση του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. είναι (α) η υψηλή επι­στη­μο­νική κατάρ­τιση, με επαγ­γελ­μα­τική ή ακα­δη­μαϊκή εξει­δί­κευση στο αντι­κεί­μενο της στα­τι­στι­κής ή συναφών κλάδων ή σε αντι­κεί­μενο συναφές προς το αντι­κεί­μενο των στα­τι­στι­κών ερευνών και μελετών και (β) η ικα­νό­τητα του υπο­ψη­φίου, όπως προ­κύ­πτει από την επαγ­γελ­μα­τική και επι­στη­μο­νική του πορεία, να αντα­πο­κρι­θεί στις απαι­τή­σεις των στα­τι­στι­κών αρχών που προ­βλέ­πο­νται στο άρθρο 338 παρ. 2 ΣΛΕΕ, στο άρθρο 2 του Κανο­νι­σμού 223/2009 και στον Κώδικα Ορθής Πρα­κτι­κής για τις Ευρω­παϊ­κές Στα­τι­στι­κές. Επι­πρό­σθετα, ο Πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. πρέπει να δια­θέ­τει διδα­κτο­ρικό τίτλο σπουδών.

3. Για την επιλογή του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ο Υπουρ­γός Οικο­νο­μι­κών συγκρο­τεί με απόφασή του που εκδί­δε­ται πριν από την πρό­σκληση ενδια­φέ­ρο­ντος πεντα­μελή επι­τροπή εμπει­ρο­γνω­μό­νων. Έργο της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων είναι η αξιο­λό­γηση των υπο­ψη­φίων και η επιλογή του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Η τεχνική και διοι­κη­τική υπο­στή­ριξη της επι­τρο­πής παρέ­χο­νται από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. με τρόπο που να δια­σφα­λί­ζει την ανε­ξαρ­τη­σία της επι­τρο­πής. Η δαπάνη λει­τουρ­γίας της επι­τρο­πής βαρύνει τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Ως μέλη της επι­τρο­πής ορί­ζο­νται απο­κλει­στικά πρόσωπα με επαγ­γελ­μα­τική ή ακα­δη­μαϊκή εξει­δί­κευση στο αντι­κεί­μενο της στα­τι­στι­κής ή συναφών κλάδων ή σε αντι­κεί­μενο συναφές προς το αντι­κεί­μενο των στα­τι­στι­κών ερευνών και μελετών. Τα μέλη της επι­τρο­πής ορί­ζο­νται ως εξής:

(α) ένα μέλος προ­τεί­νε­ται από τη Βουλή,

(β) ένα μέλος ορί­ζε­ται από τον Υπουργό Οικο­νο­μι­κών,

(γ) ένα μέλος προ­τεί­νε­ται από την Ευρω­παϊκή Στα­τι­στική Υπη­ρε­σία (Eurostat),

(δ) ένα μέλος προ­τεί­νε­ται από τον Ευρω­παϊκό Συμ­βου­λευ­τικό Φορέα για τη Δια­κυ­βέρ­νηση στον τομέα της Στα­τι­στι­κής (ESGAB) και

(ε) ένα μέλος προ­τεί­νε­ται από την Επι­τροπή του Ευρω­παϊ­κού Στα­τι­στι­κού Συστή­μα­τος (ESSC).

Στην πρόταση των μελών και στην απόφαση συγκρό­τη­σης της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων ανα­φέ­ρο­νται τα προ­σό­ντα, βάσει των οποίων έγινε η πρόταση ή ο ορισμός τους.

Βάσει των στοι­χείων που υπο­βλή­θη­καν από τους υπο­ψη­φί­ους και κάθε άλλο σχετικό στοι­χείο που συλ­λέ­γει, η επι­τροπή εμπει­ρο­γνω­μό­νων ειση­γεί­ται αιτιο­λο­γη­μένα στον Υπουργό Οικο­νο­μι­κών την επιλογή του υπο­ψη­φίου που αντα­πο­κρί­νε­ται στον μέγιστο βαθμό στα νόμιμα κρι­τή­ρια επι­λο­γής της παρα­γρά­φου 2 του παρό­ντος άρθρου. Σε περί­πτωση που ο Υπουρ­γός Οικο­νο­μι­κών δεν συμ­φω­νεί με την εισή­γηση της επι­τρο­πής, μπορεί να διο­ρί­σει ως Πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τον υπο­ψή­φιο που επι­λέ­γει ο ίδιος μετά από προη­γού­μενη κοι­νο­ποί­ηση στην επι­τροπή πλήρους αιτιο­λο­γίας της επι­λο­γής του σύμφωνα με τα προ­βλε­πό­μενα στην παρά­γραφο 2 του παρό­ντος άρθρου απο­κλει­στικά κρι­τή­ρια επι­λο­γής και αφού η επι­τροπή του γνω­στο­ποι­ή­σει την κρίση της σχετικά με την αντα­πό­κριση του υπο­ψη­φίου στα κρι­τή­ρια επι­λο­γής. Η εισή­γηση της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων, η αιτιο­λο­γία της τυχόν απο­κλί­νου­σας από την εισή­γηση της επι­τρο­πής επι­λο­γής του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών και η σχετική επ’ αυτής κρίση της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων δημο­σιεύ­ο­νται υπο­χρε­ω­τικά στην ελλη­νική και στην αγγλική γλώσσα στην ιστο­σε­λίδα της ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Η θητεία του Προ­έ­δρου μπορεί να ανα­νε­ώ­νε­ται για μία μόνο φορά με απόφαση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών. Σε περί­πτωση που η δια­δι­κα­σία επι­λο­γής νέου Προ­έ­δρου δεν ολο­κλη­ρω­θεί μέχρι τη λήξη της θητείας του απερ­χο­μέ­νου, η θητεία αυτού παρα­τεί­νε­ται αυτο­δι­καίως, με την επι­φύ­λαξη των κατω­τέρω ορι­ζο­μέ­νων, έως τον διο­ρι­σμό νέου Προ­έ­δρου, εκτός εάν η επιλογή του είχε γίνει χωρίς σύμφωνη κρίση της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων, οπότε η θητεία του παρα­τεί­νε­ται το πολύ για τρεις μήνες μετά την ημε­ρο­μη­νία λήξης της. Για την ανα­νέ­ωση δεν απαι­τεί­ται η διε­νέρ­γεια της δια­δι­κα­σίας της προη­γου­μέ­νης παρα­γρά­φου, εκτός από την περί­πτωση που η επιλογή του Προ­έ­δρου είχε γίνει σύμφωνα με την δια­δι­κα­σία αυτή και χωρίς σύμφωνη κρίση της επι­τρο­πής εμπει­ρο­γνω­μό­νων. Σε περί­πτωση ανα­νέ­ω­σης θητείας, για την οποία δεν απαι­τεί­ται η διε­νέρ­γεια της δια­δι­κα­σίας της προη­γου­μέ­νης παρα­γρά­φου, εάν η απόφαση ανα­νέ­ω­σης της θητείας εκδοθεί μετά την προ­κή­ρυξη, η δια­δι­κα­σία που έχει αρχίσει ματαιώ­νε­ται. Σε περί­πτωση που η ανα­νέ­ωση της θητείας του απερ­χο­μέ­νου Προ­έ­δρου μπορεί να γίνει χωρίς διε­νέρ­γεια της δια­δι­κα­σίας της προη­γου­μέ­νης παρα­γρά­φου, και εφόσον μετά την πάροδο τρι­μή­νου από την λήξη της θητείας του δεν έχει ολο­κλη­ρω­θεί η δια­δι­κα­σία επι­λο­γής νέου Προ­έ­δρου, η δια­δι­κα­σία ματαιώ­νε­ται αυτο­δι­καίως και η θητεία του απερ­χο­μέ­νου Προ­έ­δρου ανα­νε­ώ­νε­ται αυτο­δι­καίως.

Σε περί­πτωση ανα­νέ­ω­σης, η νέα θητεία αρχίζει από την δημο­σί­ευση της από­φα­σης του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως ή από την ημε­ρο­μη­νία της αυτο­δί­καιης ανα­νέ­ω­σης, ανε­ξαρ­τή­τως του χρόνου παρα­τά­σεως που υπήρξε μετά τη λήξη της προη­γού­με­νης θητείας. Δεν επι­τρέ­πε­ται να ορισθεί εκ νέου Πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πρόσωπο που έχει εκπέσει από την ιδιό­τητα αυτή.»

20. Μετά την περί­πτωση ιβ) της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 14 του ν. 3832/2010 (Α’ 38), όπως το άρθρο αυτό αντι­κα­τα­στά­θηκε με την παρά­γραφο 11 του άρθρου 323 ν. 4072/2012 (Α’ 86),  προ­στί­θε­ται περί­πτωση ιγ) ως εξής, με ανα­ρίθ­μηση των επο­μέ­νων περι­πτώ­σεων:

«Ανα­κα­τα­νέ­μει ανά κατη­γο­ρία, κλάδο και ειδι­κό­τητα τις κενές οργα­νι­κές θέσεις που προ­βλέ­πο­νται στον Οργα­νι­σμό της ΕΛ.ΣΤΑΤ.».

21. Το τελευ­ταίο εδάφιο της παρα­γρά­φου 2 του άρθρου 16 του Ν. 3832/2010, όπως το άρθρο αυτό προ­στέ­θηκε με την παρά­γραφο 1 του άρθρου 8 Ν. 4111/2013, αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«Η Αρχή εξαι­ρεί­ται του πεδίου εφαρ­μο­γής του άρθρου 146 του νόμου 4270/2014 και του άρθρου 14 του Ν.Δ. 496/1974, όπως ισχύει».

22. Η παρά­γρα­φος 3 του άρθρου 20 του ν. 3832/2010 (Α’ 38) αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«Στο Τμήμα Ερευνών και Μελετών συνι­στώ­νται δέκα (10) οργα­νι­κές θέσεις ειδικού επι­στη­μο­νι­κού προ­σω­πι­κού, με σχέση εργα­σίας ιδιω­τι­κού δικαίου αορί­στου χρόνου. Η πλήρωση των θέσεων διε­νερ­γεί­ται ύστερα από προ­κή­ρυξη που εκδί­δε­ται από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. Τα γνω­στικά αντι­κεί­μενα των ανωτέρω θέσεων ως και ο αριθμός των θέσεων ανά γνω­στικό αντι­κεί­μενο καθο­ρί­ζο­νται, σε περί­πτωση που κατά τον χρόνο έκδοσης της προ­κή­ρυ­ξης για πλήρωση των θέσεων δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ ο οργα­νι­σμός της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η έκδοση του οποίου προ­βλέ­πε­ται στην παρά­γραφο 1 του άρθρου αυτού, ή ο οργα­νι­σμός δεν καθο­ρί­ζει τα στοι­χεία αυτά, στην προ­κή­ρυξη, με την οποία επίσης ορί­ζο­νται τα τυπικά και ουσια­στικά κρι­τή­ρια και προ­σό­ντα για την πλήρωση των θέσεων σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του άρθρου 2 του π.δ. 50/2001 (Α’ 39) και κάθε άλλη ανα­γκαία λεπτο­μέ­ρεια. Αρμό­διος για τον καθο­ρι­σμό όλων των ανωτέρω στοι­χείων και για την έκδοση της προ­κή­ρυ­ξης είναι ο Πρό­ε­δρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Κατά τα λοιπά, για την πλήρωση των θέσεων εφαρ­μό­ζο­νται οι δια­τά­ξεις του Ν. 2190/1994 (Α’ 28), όπως ισχύουν. Η κάλυψη των θέσεων μπορεί να γίνει και με μετά­ταξη προ­σω­πι­κού με τα ίδια τυπικά και ουσια­στικά προ­σό­ντα από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημο­σίου δικαίου, ή νομικά πρόσωπα ιδιω­τι­κού δικαίου του Δημό­σιου τομέα, ή ΔΕΚΟ μη εισηγ­μέ­νες στο χρη­μα­τι­στή­ριο και στις οποίες το Δημόσιο κατέχει την πλειο­ψη­φία του μετο­χι­κού τους κεφα­λαίου, ύστερα από προ­κή­ρυξη της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Η μετά­ταξη διε­νερ­γεί­ται με απο­φά­σεις του αρμο­δίου για την υπη­ρε­σία ή τον φορέα από τον οποίο γίνεται η μετά­ταξη Υπουρ­γού και του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ.»

23. Το εδάφιο ιδ του άρθρου 17 του ν. 4270/2014 (Α’ 86) καταρ­γεί­ται.

24. Η παρά­γρα­φος 4 του άρθρου 20 του Ν. 3832/2010, όπως η παρά­γρα­φος αυτή τρο­πο­ποι­ή­θηκε με την παρά­γραφο 17 του άρθρου 323 Ν. 4072/2012,  αντι­κα­θί­στα­ται ως εξής:

«Συνι­στά­ται στην κεντρική υπη­ρε­σία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. μία (1) θέση Νομικού Συμ­βού­λου, στην οποία προ­σλαμ­βά­νε­ται με πάγια αντι­μι­σθία Δικη­γό­ρος παρ’ Αρείω Πάγω. Καθή­κο­ντα του Νομικού Συμ­βού­λου είναι η παροχή στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. νομικών συμ­βου­λών και γνω­μο­δο­τή­σεων και γενικά κάθε είδους νομικών υπη­ρε­σιών σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικη­γό­ρων, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της εξώ­δι­κης ή δικα­στι­κής εκπρο­σώ­πη­σής της μετά από ανάθεση από τον Πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρό­ντος. Ο Νομικός Σύμ­βου­λος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προ­σλαμ­βά­νε­ται με απόφαση του Προ­έ­δρου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ύστερα από προ­κή­ρυξη, στην οποία ορί­ζο­νται τα κρι­τή­ρια, τα προ­σό­ντα και οι όροι αμοιβής και συνερ­γα­σίας. Η δια­δι­κα­σία της πρό­σλη­ψης δικη­γό­ρων της παρα­γρά­φου 2 του άρθρου 43 Ν. 4194/2013 δεν εφαρ­μό­ζε­ται για το Νομικό Σύμ­βουλο της ΕΛ.ΣΤΑΤ.».

Η ισχύς της διά­τα­ξης αυτής αρχίζει από την έναρξη ισχύος της παρα­γρά­φου 17 του άρθρου 323 του Ν. 4072/2012. Το αντι­κεί­μενο της ρύθ­μι­σης της διά­τα­ξης αυτής εξαι­ρεί­ται από το πεδίο εφαρ­μο­γής κάθε μετα­γε­νέ­στε­ρης διά­τα­ξης που ρυθ­μί­ζει την πρό­σληψη νομικών συμ­βού­λων ή δικη­γό­ρων, με ισχύ από το χρόνο έναρξης ισχύος της κάθε σχε­τι­κής μετα­γε­νέ­στε­ρης διά­τα­ξης, σύμφωνα με τα ορι­ζό­μενα στην παρά­γραφο 18 του παρό­ντος άρθρου.

25. α) Η αληθής έννοια της παρα­γρά­φου 4 του άρθρου 20 του Ν. 3832/2010, όπως η παρά­γρα­φος αυτή τρο­πο­ποι­ή­θηκε με την παρά­γραφο 17 του άρθρου 323 Ν. 4072/2012, είναι ότι ο Νομικός Σύμ­βου­λος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. προ­σλαμ­βά­νε­ται για να παρέχει στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. νομικές συμ­βου­λές και γνω­μο­δο­τή­σεις και γενικά κάθε είδους νομικές υπη­ρε­σίες σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικη­γό­ρων, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της εξώ­δι­κης ή δικα­στι­κής εκπρο­σώ­πη­σής της μετά από ανάθεση από τον Πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περί­πτω­σης η της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 14 του Ν. 3832/2010, όπως το άρθρο αυτό αντι­κα­τα­στά­θηκε με την παρά­γραφο 11 του άρθρου 323 Ν. 4072/2012.

β) Η αληθής έννοια της παρα­γρά­φου 1 του άρθρου 166 του Ν. 4194/2013 είναι, ότι αυτή δεν κατι­σχύει και δεν καταρ­γεί τη διάταξη της παρα­γρά­φου 4 του άρθρου 20 του Ν. 3832/2010, όπως η παρά­γρα­φος αυτή τρο­πο­ποι­ή­θηκε με την παρά­γραφο 17 του άρθρου 323 Ν. 4072/2012, με την οποία καταρ­γή­θηκε η προ­γε­νε­στέ­ρως προ­βλε­πό­μενη υπαγωγή της πρό­σλη­ψης του Νομικού Συμ­βού­λου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. στη δια­δι­κα­σία πρό­σλη­ψης δικη­γό­ρων του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 και η οποία θεσπί­στηκε, ειδικώς προς κατάρ­γηση της υπα­γω­γής αυτής, σε συμ­μόρ­φωση προς τη «Δέσμευση για την Εμπι­στο­σύνη στα Στα­τι­στικά Στοι­χεία», η οποία κυρώ­θηκε με το ν. 4051/2012 (άρθρο 8 και Παράρ­τημα, αριθμός 1, περί­πτωση (μ) των ενερ­γειών για βελ­τί­ωση).

26. Δαπάνες για (α) παροχή συμ­βου­λευ­τι­κών υπη­ρε­σιών, που παρα­σχέ­θη­καν στο πλαίσιο διε­νέρ­γειας της απο­γρα­φής πληθυσμού-κατοικιών του έτους 2011 και (β) για αμοιβή του Νομικού Συμ­βού­λου της ΕΛ.ΣΤΑΤ., που διο­ρί­στηκε κατόπιν της προ­κή­ρυ­ξης ΓΠ-841/20.11.2013, από το χρονικό διά­στημα από 14.2.2014έως τη δημο­σί­ευση του παρό­ντος νόμου, θεω­ρού­νται νόμιμες και εκκα­θα­ρί­ζο­νται και κατα­βάλ­λο­νται υπο­χρε­ω­τικά από τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό της ΕΛ.ΣΤΑΤ. αμέσως μετά τη δημο­σί­ευση του παρό­ντος νόμου στην Εφη­με­ρίδα της Κυβερ­νή­σεως.

27. Το Δημο­σιο­νο­μικό Συμ­βού­λιο ειση­γεί­ται στον Υπουργό Οικο­νο­μι­κών ημιαυ­τό­ματα μέτρα περι­κο­πής δαπανών σε περί­πτωση από­κλι­σης από τους στόχους πρω­το­γε­νών πλε­ο­να­σμά­των, και ειδι­κό­τερα μηνιαίων/τρι­μη­νιαίων στόχων σύμφωνα με το πρό­γραμμα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής εξαι­ρου­μέ­νου του επεν­δυ­τι­κού σκέλους, οι οποίοι ορί­ζο­νται για όλους τους υπο-τομείς της Κυβέρ­νη­σης.

Σε περί­πτωση  κατά την οποία σε επίπεδο Γενικής Κυβέρ­νη­σης εμφα­νί­ζο­νται σημα­ντι­κές απο­κλί­σεις από τον τρι­μη­νιαίο στόχο, οι οποίες δεν απο­δί­δο­νται σε εξαι­ρε­τι­κές περι­στά­σεις κατά την έννοια της περί­πτω­σης θ της παραγρ. 1 του άρ. 14 του ν. 4270/2014, ενερ­γο­ποιεί­ται διορ­θω­τι­κός μηχα­νι­σμός ύστερα από σχετική γνώμη του Δημο­σιο­νο­μι­κού Συμ­βου­λίου.

Ο διορ­θω­τι­κός μηχα­νι­σμός συνί­στα­ται στην κάλυψη της από­κλι­σης, είτε με περι­κοπή δαπανών, είτε με ανάληψη δράσεων για την ενί­σχυση των εσόδων. Η εφαρ­μογή του διορ­θω­τι­κού μηχα­νι­σμού δεν συνε­πά­γε­ται την μη εφαρ­μογή του μέρους Ζ του ν. 4270/2014, αλλά λει­τουρ­γεί συν­δυα­στικά  με τις δια­τά­ξεις του.

Η περι­κοπή δαπανών ή /και η ενί­σχυση των εσόδων θα εφαρ­μό­ζε­ται κατά σειρά προ­τε­ραιό­τη­τας: α) στον φορέα ή τους φορείς από τον οποίο προ­έρ­χε­ται η από­κλιση, β) σε οποιον­δή­ποτε από τους φορείς που ανήκουν στον ίδιο υπο­το­μέα και που επο­πτεύ­ο­νται από το ίδιο Υπουρ­γείο με εκείνον ή εκεί­νους από τον οποίο προ­έρ­χε­ται η από­κλιση, γ) σε οποιον­δή­ποτε από τους φορείς ανήκουν στον ίδιο υπο­το­μέα με εκείνον ή εκεί­νους από τον οποίο προήλθε η από­κλιση ανε­ξαρ­τή­τως επο­πτεύ­ο­ντος Υπουρ­γείου και δ) σε οποιο­δή­ποτε φορέα ή φορείς της Γενικής Κυβέρ­νη­σης.

28. Με κοινή απόφαση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών και των κατά περί­πτωση συναρ­μό­διων Υπουρ­γών ρυθ­μί­ζο­νται θέματα σχετικά με την εφαρ­μογή των δια­τά­ξεων των προη­γού­με­νων άρθρων.

29. Στους συντα­ξιο­δο­τού­με­νους  όλων των ασφα­λι­στι­κών ταμείων μετά τις 30.06.2015, χορη­γεί­ται σύνταξη που ανα­λο­γεί στις κατα­βαλ­λό­με­νες εισφο­ρές και μετά την συμπλή­ρωση του 67ου έτους, χορη­γεί­ται το πλήρες ποσό της κατώ­τα­της εγγυ­η­μέ­νης σύντα­ξης (κατώ­τατο όριο).

30. Από 01.01.2015 εντάσ­σο­νται υπο­χρε­ω­τικά στο Ενιαίο Ταμείο Επι­κου­ρι­κής Ασφά­λι­σης (ΕΤΕΑ) όλα τα ταμεία και οι τομείς επι­κου­ρι­κής ασφά­λι­σης που δεν έχουν εντα­χθεί μέχρι την δημο­σί­ευση του παρό­ντος.

31. Από την ανωτέρω ημε­ρο­μη­νία πόροι όλων των εντασ­σο­μέ­νων ταμείων επι­κου­ρι­κής ασφά­λι­σης στο ΕΤΕΑ είναι οι προ­βλε­πό­με­νοι στο άρθρο 38 του Ν. 4052/2012.

32. Από 01.01.2016 οι εγγυ­η­μέ­νες σε μηνιαία βάση συντα­ξιο­δο­τι­κές εισφο­ρές (κρατική επι­χο­ρή­γηση) προς τα ασφα­λι­στικά ταμεία κύριας ασφά­λι­σης δια­τη­ρού­νται σε ονο­μα­στι­κούς όρους μέχρι το έτος 2021 στα επίπεδα του έτους 2015.

33. Από 01.07.2015 αυξά­νο­νται οι εισφο­ρές υγειο­νο­μι­κής περί­θαλ­ψης από 4% σε 6% και παρα­κρα­τού­νται από τις κύριες συντά­ξεις και από την ανωτέρω ημε­ρο­μη­νία το αντί­στοιχο ποσοστό εισφο­ρών υγειο­νο­μι­κής περί­θαλ­ψης, ορί­ζε­ται σε 6% και παρα­κρα­τεί­ται από τις επι­κου­ρι­κές συντά­ξεις.

34.Με απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Εργα­σίας, Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης και Κοι­νω­νι­κής Αλλη­λεγ­γύης, που θα εκδο­θούν έως τις 31 Ιουλίου 2015, ρυθ­μί­ζο­νται  θέματα εφαρ­μο­γής των προη­γού­με­νων άρθρων, που αφορούν τους όρους ένταξης ταμείων ή τομέων στο Ενιαίο Ταμείο Επι­κου­ρι­κής ασφά­λι­σης, τις λεπτο­μέ­ρειες και την δια­δι­κα­σία εναρ­μό­νι­σης των ασφα­λι­στι­κών εισφο­ρών με την ισχύ­ουσα στο ΙΚΑ καθώς και κάθε άλλη ανα­γκαία λεπτο­μέ­ρεια.

Η ισχύς του παρό­ντος νόμου αρχίζει από τη δημο­σί­ευσή του στην Εφη­με­ρίδα της Κυβέρ­νη­σης εκτός ορί­ζε­ται δια­φο­ρε­τικά στις επι­μέ­ρους δια­τά­ξεις του.

Πηγή the toc

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.