«Μείγμα» νέας τουριστικής αγοράς, το οποίο θα προέλθει από τη μελέτη και ανάλυση των υφιστάμενων αγορών και προϊόντων, καθώς και από την έρευνα και την ταυτοποίηση νέων αγορών και νέων/διαφοροποιημένων προϊόντων, κρίνεται αναγκαίο να δημιουργηθεί στη χώρα μας. με στόχο τη μεγιστοποίηση της ζήτησης.
Η αγορά, που θεωρείται σήμερα καθιερωμένη, ΔΕΝ πρέπει και ΔΕΝ μπορεί να θεωρείται καθιερωμένη για πάντα, υποστηρίζει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) στη μελέτη του για το νέο μοντέλο του ελληνικού τουριομού, επισημαίνοντας ότι, αν ήταν δύσκολη η κατάκτηση της, τότε η διατήρηση των μεριδίων και η περαιτέρω διείσδυση είναι ακόμα δυσκολότερες.
Οπως υποστηρίζεται στη μελέτη, πρώτο επίπεδο στη διαδικασία μειάβασης σε ένα νέο μοντέλο είναι η σαφής αναφορά σε ένα πλαίσιο επιλογών – πρακτικών που πρέπει να δίνουν το στίγμα της νέας προσέγγισης.
Για το λόγο αυτό, ο ΣΕΤΕ θέτει ερωτήματα – διλήμματα, που κατ’ ελάχιστον, όπως υποστηρίζει, πρέπει να απαντηθούν και είναι τα ακόλουθα:
Καθιερωμένες ή νέες αγορές;
Από την άλλη πλευρά, οι νέες αγορές είναι δύο ειδών: γεωγραφικές και προϊοντικές. Ως νέες γεωγραφικές θεωρούνται οι χώρες των οποίων η οικονομία άρχισε να χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και, ταυτόχρονα, βρίσκονται σε αποδεκτή «αεροπορική» απόσταση. Οι νέες προϊοντικές αγορές είναι αυτές που προκύπτουν από την τμηματοποίηση ιης ζήτησης και, προφανώς, οι περισσότερες από αυτές βρίσκονται μέσω των γεωγραφικά καθιερωμένων.
Οι στρατηγικές επιλογές είναι τέσσερις:
α. Περαιτέρω διείσδυση στις σημερινές αγορές.
β. Προσφορά εμπλουτισμένων ή νέων προϊόντων στις σημερινές αγορές.
γ. Ανάπτυξη νέων γεωγραφικών αγορών.
δ. Προσέλκυση νέων γεωγραφικών αγορών με νέα/διαφοροποιημένα προϊόντα.
Μονάδα ή προορισμός;
Ενα χαρακτηριστικό της τουριστικής οικονομίας είναι η αδυναμία της να συντονίσει αποτελεσματικά τους διακριτούς ρόλους της επιχειρηματικής μονάδας και του προορισμού στην αναγκαία συμπόρευση για την επίτευξη των στόχων της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης. Σε επίπεδο ανταγωνισμού, ο τουρίστας – καταναλωτής επιλέγει πρώτα προορισμό (χώρα ή ευρύτερη περιοχή) και μετά κατάλυμα και λοιπές καταναλωτικές δραστηριότητες στον προορισμό. Η ελκυστικότητα και το ειδικό τουριστικό βάρος ενός προορισμού είναι κατά πολύ σημαντικότερα από τα αντίστοιχα μεγέθη της επιχειρηματικής μονάδας, με απειροελάχιστες εξαιρέσεις.
Η επιλογή για την κατά προτεραιότητα ενίσχυση προορισμών πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό ανάπτυξης και το κατά κεφαλήν εισόδημα στους διάφορους νομούς της χώρας.
Συμπέρασμα: Το νέο μοντέλο θα πρέπει να θέσει σε προτεραιότητα τον προορισμό, αξιοποιώντας τις μονάδες ως εργαλεία για την ανάπτυξη του.
Ενίσχυση όλων των επιχειρήσεων ή έμφαση στις «επιχειρήσεις – ατμομηχανή» κάθε κλάδου;
Οι μικρές και οι μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις συμβάλλουν από κοινού τόσο στη δημιουργία της συνολικής εικόνας της τουριστικής οικονομίας της χώρας όσο και στην τοπική ανάπτυξη. Οι διαφόρων μορφών ενισχύσεις στις επιχειρήσεις είναι επιβεβλημένες και ποικίλλουν, ανάλογα με τη φάση στην οποία βρίσκεται η οικονομία, από ενισχύσεις για την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, μέχρι τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τους.
Προτεραιότητα πρέπει να δίδεται στην ενίσχυση των επιχειρήσεων που συμβάλλουν αναλογικά περισσότερο στην ευρύτερη οικονομία και στην περιφερειακή ανάπτυξη σε βάθος χρόνου. Ενα άλλο σημαντικό κριτήριο για την κατά προτεραιότητα ενίσχυση, πρέπει να είναι η δημιουργία απασχόλησης.
Συμπέρασμα: Επειδή η διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων συνεπάγεται, εκτός από οικονομικό, και πολιτικό κόστος, η στήριξη πρέπει να γίνεται με κριτήριο τη συνολική βελτίωση των επιχειρήσεων κάθε κλάδου, τη μεγιστοποίηση των ωφελειών για την οικονομία γενικά και την περιφερειακή ανάπτυξη ειδικά. Συνήθως, αυτό προκύπτει από την επιλογή του κατάλληλου μίγματος μεταξύ μεγάλων – πρωτοπόρων για κάθε κλάδο επιχειρήσεων και μικρών, συνεπών followers επιχειρήσεων.
Εισερχόμενος
ή εγχώριος τουρισμός;
Τόσο ο εισερχόμενος όσο και ο εγχώριος τουρισμός δημιουργούν εγχώρια πρωτογενή ζήτηση και, μέσω των διαχύσεων σε άλλους τομείς, δευτερογενώς δημιουργούν πολλαπλασιαστική επίδραση στο ΑΕΠ. Ο εισερχόμενος τουρισμός (που πραγματοποιεί πάνω από το 70% του συνόλου των διανυκτερεύσεων) έχει ευεργετική επίδραση και στο Ισοζύγιο Εξωτερικών Πληρωμών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ως γνωστόν, οι εισπράξεις από τον τουρισμό αποτελούν, μαζί με τις εισπράξεις από μεταφορικές υπηρεσίες (ναυτιλία), τους δύο βασικούς πυλώνες των εξαγωγών. Επομένως, η επίδραση στο ΑΕΠ είναι μεγαλύτερη. Με άλλα λόγια, ο εισερχόμενος ιουρισμός δημιουργεί πρόσθετο εισόδημα για τη χώρα, ενώ ο εγχώριος βοηθά περισσότερο στην αναδιανομή των εισοδημάτων.
Συμπέρασμα: Ενώ είναι φανερή η προτεραιότητα που πρέπει να έχει ο εισερχόμενος τουρισμός, από τη στιγμή που σε ορισμένες περιοχές της χώρας η ζήτηση για τουριστικές υπηρεσίες προέρχεται κατά κύριο λόγο από κατοίκους της Ελλάδας, σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να διαμορφωθεί το κατάλληλο μείγμα εισερχόμενου – εγχώριου, ώστε να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/anagki-gia-neo-migma-touristikis-agoras/













