• Η Ρόδος συγκαταλέγεται μεταξύ των ακριβότερων περιοχών της χώρας • Η μέση τιμή βασικών προϊόντων στα σούπερ μάρκετ και τα καύσιμα παραμένουν σταθερά πάνω από τον μέσο όρο της χώρας • Οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι του νησιού καταγράφουν φέτος πρωτοφανή ζήτηση για βασική επισιτιστική και κοινωνική στήριξη
Στη Ρόδο παρά τις ισχυρές επιδόσεις του καλοκαιριού στον τομέα του τουρισμού, ένα μεγάλο μέρος των εποχικά εργαζομένων βρίσκεται αντιμέτωπο με συνθήκες οικονομικής πίεσης τον χειμώνα, που διαφοροποιούνται ουσιαστικά από προηγούμενες χρονιές.
Για πρώτη φορά φέτος συνυπάρχουν τρεις παράγοντες που έως σήμερα λειτουργούσαν αποσπασματικά, παγιωμένη ακρίβεια, περιορισμοί στη χρήση των προπληρωμένων καρτών και πρακτική αδυναμία αξιοποίησης των επιδομάτων.
Η ακρίβεια στη Ρόδο δεν αποτελεί νέο φαινόμενο ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχει σταθεροποιηθεί σε επίπεδα που επιβαρύνουν συστηματικά τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με καταγραφές κόστους ζωής από διεθνείς πλατφόρμες (όπως το Numbeo και το Expatistan), το νησί συγκαταλέγεται πλέον σταθερά μεταξύ των ακριβότερων περιοχών της χώρας, με το κόστος βασικών ειδών διατροφής να υπερβαίνει κατά μέσο όρο 10% έως 12% εκείνο της Αθήνας.
Ενδεικτικά, οι μέσες τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ της Ρόδου αντικατοπτρίζουν αυτή τη στρέβλωση καθώς το φρέσκο γάλα πωλείται κατά μέσο όρο στα 1,95 – 2,15 ευρώ, η δωδεκάδα των αυγών κινείται στα 5,20 ευρώ, ενώ το ψωμί των 500 γραμμαρίων βρίσκεται κοντά στα 1,65 – 1,75 ευρώ. Αντίστοιχα, οι τιμές των καυσίμων παραμένουν σταθερά αυξημένες κατά 15 έως 22 λεπτά το λίτρο σε σχέση με τον μέσο όρο της χώρας.
Το κόστος μεταφοράς και η νησιωτικότητα λειτουργούν ως μόνιμο επιβαρυντικό πλαίσιο, το οποίο γίνεται εντονότερο κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν η τουριστική δραστηριότητα περιορίζεται.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα επιδόματα ανεργίας και εποχικής στήριξης αποτελούσαν την τονωτική ένεση ρευστότητας της χειμερινής περιόδου. Τη φετινή περίοδο, ωστόσο, η εφαρμογή του συστήματος προπληρωμένων καρτών από τη ΔΥΠΑ έχει δημιουργήσει σοβαρές δυσλειτουργίες. Στη Ρόδο, χιλιάδες δικαιούχοι είτε αναμένουν επί μήνες την έγκριση των αιτήσεών τους είτε διαθέτουν εγκεκριμένα ποσά τα οποία δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως.
Η πίεση αυτή γίνεται άμεσα ορατή στην αγορά κατοικίας. Στη Ρόδο, το ενοίκιο για ένα μέσο διαμέρισμα δύο δωματίων κυμαίνεται ξεκινά από 500 ευρώ, ποσό που απορροφά σχεδόν ολόκληρο το μηνιαίο επίδομα ανεργίας. Για εργαζόμενους που δεν έχουν πλήρη πρόσβαση στα χρήματά τους, η κάλυψη βασικών υποχρεώσεων καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Ο πρόεδρος της ΠΟΕΕΤ, Γιώργος Χότζογλου, περιγράφει την κατάσταση ως καθεστώς ομηρίας, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά εργαζόμενοι με εγκεκριμένα επιδόματα βρίσκονται χωρίς ουσιαστική δυνατότητα χρήσης τους.
Αυτό που διαφοροποιεί τη φετινή περίοδο είναι η ταυτόχρονη εμφάνιση της ακρίβειας με ένα σύστημα καταβολής που δεν εξασφαλίζει ρευστότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι φιλανθρωπικοί σύλλογοι του νησιού καταγράφουν πρωτοφανή ζήτηση για βασική επισιτιστική και κοινωνική στήριξη. Εκπρόσωποι κοινωνικών δομών αναφέρουν ότι ο αριθμός των αιτημάτων έχει αυξηθεί σε βαθμό που δεν έχει παρατηρηθεί τα προηγούμενα χρόνια, με σημαντικό μέρος των ωφελούμενων να προέρχεται από ανθρώπους που έως πρόσφατα δεν είχαν καμία επαφή με δομές αλληλεγγύης.
Η κατάσταση έχει ήδη οδηγήσει σε κινητοποιήσεις, με την πανελλαδική απεργία της 25ης Φεβρουαρίου 2026 να αποτελεί ορόσημο. Οι εργαζόμενοι ζητούν την άμεση αποδέσμευση των επιδομάτων τους και παρεμβάσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της νησιωτικής ζωής.
Η Ρόδος συνεχίζει να συμβάλλει καθοριστικά στην εθνική οικονομία. Ωστόσο, στην Ελλάδα του 2026, η νησιωτικότητα κινδυνεύει να μετατραπεί σε «δικαίωμα για λίγους», αν η πολιτεία δεν μεριμνήσει ώστε η ψηφιακή εξέλιξη να συμβαδίζει με την πραγματική ανάγκη για επιβίωση.
Η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα της ανάπτυξης και στην καθημερινότητα των ανθρώπων που τη στηρίζουν διευρύνεται, και το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι παρεμβάσεις που θα αποφασιστούν επαρκούν για να αποφευχθεί η παγίωση μιας κατάστασης με σαφείς κοινωνικές επιπτώσεις.













