ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τα τάγματα βλακείας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
92871-meramagioudphfodh (1)

Από την μια,  έχεις δη­μο­σιο­γρά­φο  να μας πλη­ρο­φο­ρεί πως  «προ­κά­λε­σε» η μη­τέ­ρα του  Παύ­λου Φύσσα στη πε­ρι­βό­η­τη δίκη. Γυ­ναί­κα δη­μο­σιο­γρά­φο να ση­μειώ­σω.

 

Από την άλλη, έχεις  τον  γνω­στό,  επι­κίν­δυ­νο, χυ­δαίο  (και κα­θό­λου γρα­φι­κό)  «πο­λι­τι­κό» του δια­δι­κτύ­ου τον Θάνο Τζή­με­ρο, ο οποί­ος έγρα­φε  προ­χθές : «Βλέ­πο­ντας τη μάνα του Φύσσα κα­τα­λα­βαί­νεις πώς έγινε έτσι ο φα­σι­στα­ράς, που επει­δή τον μα­χαί­ρω­σε ένας άλλος φα­σι­στα­ράς πάνε να τον με­τα­μορ­φώ­σουν σε πε­ρι­στέ­ρι της ει­ρή­νης».

Από τη μία τα τάγ­μα­τα εφό­δου που κυ­κλο­φο­ρούν ανά­με­σά μας  ελεύ­θε­ρα μετά από τρία χρό­νια και από την άλλη τα τάγ­μα­τα βλα­κεί­ας.

Όχι δεν μπο­ρείς να κά­νεις σχό­λια για τον ξε­πε­σμό των αν­θρώ­πων αυτών. Ακόμη και οι πλέον βάρ­βα­ροι και απο­λί­τι­στοι  λαοί, πο­λι­τι­σμοί,  έχουν σε­βα­στεί μια μάνα όταν χάνει το παιδί της. Ποια μάνα σε ολό­κλη­ρο τον πλα­νή­τη θα αντι­δρού­με με ψυ­χραι­μία όταν θα βρι­σκό­ταν απέ­να­ντι στο σφα­γέα του παι­διού της;

Το μόνο που μπο­ρεί να πα­ρη­γο­ρή­σει από τον ξε­πε­σμό και να γα­λη­νέ­ψει το μυαλό σου είναι οι στί­χοι του Πα­λα­μά για το χα­μέ­νο γιο του,

“Άφ­κια­στο κι αστό­λι­στο

του χάρου δε σε δίνω

στά­σου με το αν­θό­νε­ρο

την όψη σου να πλύνω…”

οι στί­χοι του Βάρ­να­λη  που απο­τυ­πώ­νουν τον πόνο της Πα­να­γιάς. Τον πόνο κάθε μάνας που χάνει ότι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο έχει στον κόσμο…

«Πού να σε κρύψω γιόκα μου/να μη σε φτά­νουν οι κακοί/σε ποιο νησί του ωκε­α­νού/σε πια κορφή ερη­μι­κή.»

Οι στί­χοι του Ρί­τσου, για τη μάνα που θρη­νεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, σκο­τω­μέ­νου στα επει­σό­δια του 1936, αφιε­ρω­μέ­νοι εξαι­ρε­τι­κά στα τάγ­μα­τα βλα­κεί­ας:

«…Και χύ­μη­ξαν απά­νου σου τα σμου­λω­χτά κο­ρά­κια και σού­πιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλεί­σαν τα χει­λά­κια.

Τώρα οι πα­λά­μες σου οι αχνές, μο­νά­κρι­βέ μου κρίνε, σα δυο που­λά­κια ανή­μπο­ρα και πλη­γω­μέ­να μου είνε.

Που τα φτερά τους δί­πλω­σαν και πια δε φτε­ρου­γού­νε και τα κρατώ στα χέρια μου και δε μου κε­λαϊ­δού­νε.

Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφα­ξαν σφαγ­μέ­να να τα βρού­νε τα τέκνα τους και τους γο­νιούς και στο αίμα να πνι­γού­νε.

Και στο αίμα τους τη φού­στα μου κόκ­κι­νη να τη βάψω και να χο­ρέ­ψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει μου να σε κλάψω.»

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.