Αθώος κρίθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου ένας ημεδαπός, κάτοικος Ιαλυσού, που καταμηνύθηκε για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση από 79χρονο, ο οποίος έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για απάτη εις βάρος του!!
Πιο συγκεκριμένα ο ημεδαπός, θύμα του μηνυτή του, κατηγορήθηκε ότι την 13η Οκτωβρίου 2014, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρχής – αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα, ήτοι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδ/νήσου για όσα γνώριζε σχετικά με την αξιόποινη πράξη της κατ’ εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης (για την οποία δικαζόταν ο εγκαλών 79χρονος), εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι ο εγκαλών μαζί με αυτόν επισκέφτηκαν το υποκατάστημα της τράπεζας CITIBANK στην Αθήνα τον Μάρτιο του έτους 2006 και ότι ενώπιόν τους κάποιος υψηλόβαθμος υπάλληλος του ανωτέρω τραπεζικού καταστήματος τούς διαβεβαίωσε ότι υπάρχει σε τραπεζικό λογαριασμό του εγκαλούντος το χρηματικό ποσό των 1.350.000 ευρώ, το οποίο προερχόταν από τραπεζικό έμβασμα που μεταφέρθηκε από την Ελβετία στο όνομα του εγκαλούντος.
Σημειώνεται ότι ο 79χρονος μετά από βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου εκτίει την ποινή φυλάκισης των πέντε ετών, που του επιβλήθηκε, με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, στην κατοικία του, μέχρι την πάροδο του ίδιου χρονικού διαστήματος.
Ο 79χρονος καταδικάστηκε συγκεκριμένα σε ποινή φυλάκισης 5 ετών μετατρέψιμη προς 5 ευρώ ημερησίως, την οποία θα κατέβαλλε σε 36 ισόποσες δόσεις.
Με την υπ’ αριθμ. 96/2018 απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν μέρει προηγούμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης 6 ετών.
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:
Το 1993 ο μηνυτής και ένας ιδιώτης ήταν μέτοχοι ανώνυμης εταιρείας τηλεπικοινωνιών. Το 1994 ο μηνυτής θέλησε να αποχωρήσει από την εταιρεία αυτή μεταβιβάζοντας δια πωλήσεως το ποσοστό του στον συνέταιρό του. Για το λόγο αυτό ο συνέταιρός του εξέδωσε δύο τραπεζικές επιταγές εις διαταγήν του μηνυτή συνολικού ποσού περίπου 100.000 ευρώ οι οποίες δεν πληρώθηκαν και το χρέος παρέμεινε ανεξόφλητο.
Το Νοέμβριο του έτους 2005, ο κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστος στο μηνυτή, φέρεται να του τηλεφώνησε και να του συστήθηκε ως συνεργάτης του πρώην συνεταίρου του, διατεινόμενος ότι εγνώριζε την προαναφερθείσα οφειλή του. Φέρεται δε να του υποσχέθηκε, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον πρώην συνεταίρο του ότι θα του την εξοφλούσε.
Σε συνάντηση του μηνυτή με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος φέρεται να επανέλαβε την πρότασή του και να διευκρίνισε στον πρώτο ότι η εξόφληση θα γινόταν με τη μεταφορά του αναγκαίου ποσού από τράπεζα της Ελβετίας.
Φέρεται παραπέρα να του ζήτησε να καταβάλει τα έξοδα μεταφοράς των χρημάτων αυτών και τα έξοδα μετάβασής του προς και από την Ελβετία.
Τα έξοδα αυτά ανέρχονταν στο ποσό των 45.000 ευρώ.
Ο μηνυτής φέρεται να δέχθηκε την πρόταση του κατηγορούμενου και να του κατέβαλε στο χρονικό διάστημα από 1 Δεκεμβρίου 2005 έως 4 Ιανουαρίου 2007 το ποσό των 43.900 ευρώ, καταθέτοντας τα χρήματα σε τραπεζικό του λογαριασμό.
Σύμφωνα με το δικαστικό συμβούλιο, που εξέτασε την υπόθεση, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι γνωριζόταν με το μηνυτή πολύ πριν το 2005 και ότι το ανωτέρω ποσό συνιστούσε δάνειο που έλαβε και είχε αποπληρώσει, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Εξάλλου, ο πρώην συνεταίρος του μηνυτή στην κατάθεσή του προανακριτικά, αρνήθηκε ότι είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο την εξόφληση της οφειλής του προς το μηνυτή.
Περαιτέρω στο τέλος Μαρτίου του 2006 ο μηνυτής αφού έλαβε διαβεβαιώσεις από τον κατηγορούμενο, ότι το ποσό που ανέμενε από την Ελβετία (ύψους 1.350.000 ευρώ), βρισκόταν στο λογαριασμό του, πλην όμως έπρεπε να προηγηθεί χρονοβόρα έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος για αποδέσμευσή του, φέρεται να έγινε δέκτης νέας πρότασης.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος φέρεται να ζήτησε από το μηνυτή, μέχρι την εκταμίευση του ποσού αυτού, να τον διευκολύνει οικονομικά, προκειμένου να προβεί σε επενδύσεις στη Ρόδο, μέσω κατασκευαστικής εταιρείας, που είχε συστήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Για να πείσει το μηνυτή να του καταβάλει χρηματικά ποσά φέρεται να του επέδειξε αποφάσεις της Επιτροπής Παραμεθορίου, που ήραν τις απαγορεύσεις για την αγορά από τον κατηγορούμενο ακινήτων στη Ρόδο.
Το θύμα που βρέθηκε χθες κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο κ. Δήμο Μουτάφη.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ