ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Γιώργος Χρυσοστόμου: «Τώρα πια λέω “κοίτα να δεις, καλός είσαι”»

news room 8 λεπτά ανάγνωση
Γιώργος Χρυσοστόμου

Μια εφ’ όλης της ύλης κουβέντα με τον Γιώργο Χρυ­σο­στό­μου για τη δια­δρομή του στο θέατρο, για την

ψυχο­θε­ρα­πεία, για την ιππασία και για τον ρόλο του ως Αρτούρο Ούι, που συζητιέται στη θεατρόφιλη Αθήνα.

Κατ’ αρχάς οφείλω να μετα­φέρω την πρόταση του Γιώργου Χρυ­σο­στό­μου, η ανά­γνωση αυτής της συνέ­ντευ­ξης να συνο­δευ­τεί από κάποια ήπια, χαλαρή, ατμο­σφαι­ρική μουσική του Χάρολντ Μπαντ. Οπότε, αν είστε έτοιμοι, ξεκι­νάμε. Το ραντε­βού μας είναι Κυριακή, και τον βρίσκω να με περι­μέ­νει σε ένα καφέ στου Φιλο­πάπ­που. Αγέρωχο ύφος, συν­δυα­σμένο με μια σχεδόν παιδική ντρο­πα­λό­τητα, σαν απρο­σπέ­λα­στος θεα­τρι­κός ήρωας, που όμως δεν χάνει ποτέ την ευγέ­νειά του. Όσο μιλάει, απο­φεύ­γει να σε κοι­τά­ζει στα μάτια, ζυγί­ζο­ντας πόση αλήθεια μπορεί να χωρέσει σε μια συνέ­ντευξη. «Τρελός είμαι να σου δείξω πόσο ευαί­σθη­τος είμαι;» λέει όταν φέρνω την κου­βέ­ντα στην εσω­στρέ­φειά του. «Το προφίλ μου είναι αμυ­ντικό, γιατί σταθερά νιώθω πολύ ευά­λω­τος. Στε­νο­χω­ριέ­μαι εύκολα, γι’ αυτό πολλές φορές προ­ε­τοι­μάζω την άμυνά μου, προ­κει­μέ­νου να προλάβω να μην πληγωθώ. Νιώθω σαν παιδάκι που έπαιζε χαρού­μενο και κάποια στιγμή κάποιος έβαλε τις φωνές και ακύρωσε τη χαρά του».

Γεν­νή­θηκε το 1980 και πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε ένα χωριό της Ρόδου, πλάι σε άλλα έξι αδέρφια, κοντά στη φύση, βοη­θώ­ντας τον πατέρα του στις αγρο­τι­κές δου­λειές. «Δουλεύω από δεκα­τριών χρονών. Έχω κάνει από βοηθός φαρ­μα­κο­ποιού μέχρι σερ­βι­τό­ρος, μπάρμαν και παιδί για όλες τις δου­λειές. Ως ηθο­ποιός, αργό­τερα, δεν έχει περάσει καλο­καίρι που να μη δουλέψω, είτε σε περιο­δείες είτε σε γυρί­σματα. Φέτος είναι το πρώτο καλο­καίρι μετά από τριάντα ολό­κληρα χρόνια που πήρα την απόφαση να μην κάνω τίποτα και να πάω δια­κο­πές. Είμαι ο άνθρω­πος που μπορώ να επι­βιώσω σε ελεύ­θερο κάμπινγκ μέχρι και σε πεντά­στερο ξενο­δο­χείο, δεν ξέρω όμως αν θα τα κατα­φέρω, γιατί πλήττω εύκολα στην απραξία. Θέλω, όμως, να με δοκι­μάσω και σε αυτή τη νέα πίστα, με πόνο ψυχής και τσέπης».

Στα είκοσι δύο χρόνια που μετρά πια στον χώρο της υπο­κρι­τι­κής, ένα επάγ­γελμα που επέλεξε για να μπορεί να απο­φεύ­γει την πραγ­μα­τι­κό­τητα, θεω­ρεί­ται ένας από τους πιο ταλα­ντού­χους ηθο­ποιούς της γενιάς του, με ένα εύρος ικα­νο­τή­των και μια δυνα­μική που θα ζήλευε χολι­γου­ντια­νός σταρ. «Νομίζω ότι τώρα είμαι σε μια φάση που γεύομαι τους καρπούς της υπο­μο­νής και της επι­μο­νής μου», λέει. «Τις προ­άλ­λες είχα μια κου­βέ­ντα με έναν νεαρό συνά­δελφο. Του λέω σημασία δεν έχει να γίνεις, αλλά να μείνεις.

Εγώ πρω­το­βγήκα το 2001 στο θέατρο ως πρω­τα­γω­νι­στής και μετά κατέρ­ρευσα για έξι χρόνια. Δεν με ζήτησε κανείς. Αυτό είχε να κάνει και με τη χαλαρή έπαρση που φέρει ένας εικο­σά­ρης. Η πολλή σιγου­ριά ήταν ένα θέμα. Κοι­τώ­ντας πίσω, δια­πι­στώνω ότι η διάρ­κεια έχει μεγα­λύ­τερη σημασία από την ορμή και την επι­τυ­χία. Η επι­τυ­χία είναι μια ασφαλής θέση, αλλά καθόλου ζηλευτή, γιατί όλοι σου ζητούν μετά κάτι πιο μεγάλο, περι­μέ­νο­ντας στη γωνία να δουν πού θα καταρ­ρεύ­σεις. Ακούω πολλούς να λένε “δου­λί­τσα να υπάρχει”. Όπα. Πρέπει να είσαι συγκε­κρι­μέ­νος. Πού και με ποιους; Μπορεί να μην ξέρεις το πού, σίγουρα όμως πρέπει να ξέρεις το “πού δεν”. Πρέπει να γνω­ρί­ζεις τι δεν θέλεις να σου συμβεί.

Τώρα κατα­λα­βαίνω ότι μπήκα σε αυτή τη δουλειά για να εκφράσω τα συναι­σθή­ματά μου, τα οποία ήταν χει­μαρ­ρώδη. Ζούσα τα πάντα έντονα. Λύπες, χαρές, έρωτες, ζήλιες. Ευτυχώς, η πολλή δουλειά με τον εαυτό μου βοήθησε να μην είναι τόσο ανε­ξέ­λεγ­κτα πια. Η ψυχο­θε­ρα­πεία είναι από τα καλύ­τερα δώρα που έχω για μένα. Πολλοί το θεωρούν ακόμη ταμπού και μου λένε “μην τα λες αυτά δημόσια”. Και όμως, θα το λέω, μπας και εμπνεύσω κανέναν να ασχο­λη­θεί με τον εαυτό του. Υπάρ­χουν άνθρω­ποι που εθε­λο­τυ­φλούν. Παλιά έλεγα, μα καλά αυτός γιατί δείχνει διαρκώς ευτυ­χι­σμέ­νος κι εγώ είμαι τόσο ζόρικα; Δια­πί­στωσα ότι απλώς κάνει ότι δεν βλέπει. Όπου ακούς για πολλή θετική ενέρ­γεια, κράτα μικρό καλάθι. Ποιος είναι τόσο καλά;»

Τα επι­κίν­δυνα μονο­πά­τια του ρόλου

Φέτος τον βρί­σκουμε στο θέατρο ARK να κατα­θέ­τει επί σκηνής την πιο ώριμη ίσως ερμη­νεία της καριέ­ρας του ως alter ego του Χίτλερ, στη μακά­βρια φάρσα του Μπέρ­τολτ Μπρεχτ, Η άνοδος του Αρτούρο Ούι, που σκη­νο­θε­τεί ο Άρης Μπι­νιά­ρης, μια παρά­σταση για τους μηχα­νι­σμούς που στη­ρί­ζουν και εκτρέ­φουν τον φασισμό. «Αυτός ο ρόλος με πετυ­χαί­νει σε μια ασφαλή από­σταση από το να εμπλακώ μαζί του», λέει. «Τώρα πια μπορώ να δίνω στους ρόλους μια δόση από το προ­σω­πικό μου συναί­σθημα και να βάζω μπροστά κυρίως την τεχνική μου, τα υλικά μου, τα οποία ο Μπι­νιά­ρης με βοήθησε πολύ να τα ξεκλει­δώσω, και τον ευχα­ρι­στώ. Ξέρεις, κάποια στιγμή ο Θωμάς Μοσχό­που­λος μου είχε πει ότι ο τρόπος για να μπο­ρέ­σεις να γίνεις καλύ­τε­ρος ηθο­ποιός είναι να παλεύ­εις να γίνεσαι καλύ­τε­ρος άνθρω­πος. Έχω κάνει αγώνα να προ­σεγ­γίσω αυτή τη στάση ζωής, να βγω από τους δαί­μο­νές μου, από το αυτο­μα­στί­γωμά μου και να βρω μια συμ­φι­λί­ωση με το μέσα μου. Ο ρόλος του Αρτούρο με φόβισε, γιατί έπρεπε να υπο­στη­ρίξω έναν υπο­χθό­νιο χαρα­κτήρα, με τον οποίο δεν συμφωνώ. Έπρεπε να τον κάνω να φαί­νε­ται επι­κίν­δυ­νος, χωρίς να τον υπο­νο­μεύω. Ήταν επι­κίν­δυνα τα μονο­πά­τια του ρόλου, αλλά ο τρόπος που ο Μπι­νιά­ρης προ­σέγ­γισε τα πάντα με έκανε να νιώσω ασφά­λεια».

Μιλάμε για την κατά­σταση στο θέατρο σήμερα, τις απερ­γίες των καλ­λι­τε­χνών και τις κινη­το­ποι­ή­σεις γύρω από το προ­ε­δρικό διά­ταγμα που άναψε φωτιές. «Έχω απερ­γή­σει», λέει. «Υπο­στη­ρίζω τους συνα­δέλ­φους μου, αν και πιστεύω ότι πρέπει να φιλ­τρά­ρουμε την πλη­ρο­φο­ρία που λαμ­βά­νουμε, να ακούμε, να συζη­τάμε και να βλέ­πουμε τα πράγ­ματα με ψυχραι­μία και από­σταση, χωρίς παρορ­μή­σεις, για να μην μπερ­δευό­μα­στε. Η Ρώμη δεν χτί­στηκε σε μία μέρα. Κατα­λα­βαίνω το αίτημα για αλλαγή, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά αύριο. Ο χώρος μας αλλάζει γιατί αλλά­ζουν και οι άνθρω­ποι που μπαί­νουν σε αυτόν μέσα στα χρόνια. Τώρα έρχεται μια νέα γενιά και σου λέει “θα διεκ­δι­κήσω κάτι καλύ­τερο”, και πολύ καλά κάνει. Πρέπει να φύγουμε από τα ταμπού που μας κρατάνε εγκλω­βι­σμέ­νους ή από νοσηρές συμπε­ρι­φο­ρές. Εγώ το θέατρο το γνώρισα σε μια φάση που ήταν για συγκε­κρι­μέ­νες τσέπες και ηλικίες. Ήταν λίγο πιο “μυθικά” τα πράγ­ματα τότε. Τώρα νομίζω είναι πιο ανοιχτό, πιο λαϊκό, αφορά περισ­σό­τερο κόσμο. Πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι είμαστε “δια­σκε­δα­στές”. Αυτά τα περι­βό­ητα “κάνω θέατρο για την ψυχή μου” δεν τα κατανοώ. Υπάρχει μια κανο­νι­κό­τητα. Πληρώνω κι εγώ εφορία, δεν είμαι κάτι άλλο από σένα. Βλέπω πια περισ­σό­τε­ρους “παρ­θέ­νους” θεατές, παρά “επαγ­γελ­μα­τίες”, που περι­μέ­νουν να βρουν το λάθος, και αυτό με χαρο­ποιεί».

Συνε­χί­ζουμε να μιλάμε για τις αλλαγές στο θέατρο και φτά­νουμε στο #MeToo. «Όταν είχε ξεσπά­σει το κίνημα, είχα γράψει κι εγώ μια επι­στολή καταγ­γε­λίας με σκοπό να τη στείλω στο ΣΕΗ, αλλά δεν την έστειλα ποτέ. Δεν το μετα­νιώνω. Ήταν μια τρομερά επώδυνη δια­δι­κα­σία να προ­σπαθώ να περι­γράψω ένα νοσηρό περι­στα­τικό με λεπτο­μέ­ρειες, που ξυπνού­σαν μέσα μου άσχημες μνήμες. Συνει­δη­το­ποί­ησα ότι στην πραγ­μα­τι­κό­τητα το είχα τακτο­ποι­ή­σει στο κεφάλι μου, το είχα αφήσει πίσω μου και είχα προ­χω­ρή­σει. Φυσικά, αυτό δεν σημαί­νει ότι κάποιος που θέλει να μιλήσει πρέπει να φοβάται. Απλώς, στη δική μου περί­πτωση, κατά­λαβα ότι το ζήτημα μέσα μου είχε λυθεί».

«Κοίτα να δεις, καλός είσαι!»

Ένας περα­στι­κός θα μας δια­κό­ψει για να τον χαι­ρε­τή­σει και να του πει πόσο τον θαυ­μά­ζει. Ο Γιώργος είναι εξαι­ρε­τικά δημο­φι­λής και −φυσικά− έχει πολλές ιστο­ρίες να αφη­γη­θεί για τη σχέση του με το κοινό που τον ακο­λου­θεί φανα­τικά. «Κάποια στιγμή είχε έρθει να με βρει στο θέατρο μια κυρία, λέγο­ντάς μου ότι μετα­κό­μισε από το Βερο­λίνο στην Αθήνα γιατί ήθελε να “συσχε­τι­στούμε”! Περισ­σό­τερο απο­λαμ­βάνω τις περί­ερ­γες ατάκες που θα μου πουν. Τις προ­άλ­λες, ένα παλι­κάρι μού λέει: “Πω πω, με έκανες και σκέ­φτηκα!”. Μου άρεσε που τον ξεβό­λεψα! Παλιό­τερα φοβό­μουν τον κόσμο. Τώρα είμαι πιο ανοι­χτός». Η τηλε­ο­πτική του παρου­σία δια­τη­ρεί θερμή τη σχέση του με το ευρύ κοινό, τι κι αν πολλές φορές ένιωσε να τον εγκλω­βί­ζει. «Στην τηλε­ό­ραση σου ζητάνε συνήθως να επα­να­λαμ­βά­νεις μια συγκε­κρι­μένη περσόνα. Εγώ, όσο το επι­τρέ­πει η τσέπη μου, θα ήθελα να εξε­λίσ­σο­μαι σε δια­φο­ρε­τι­κούς χαρα­κτή­ρες. Πέρυσι μου είπαν “δεν υπάρχει ρόλος για σένα στην τηλε­ό­ραση. Είσαι σε ένα ηλι­κιακό μεταίχ­μιο, που ούτε τον πατέρα μπορείς να κάνεις ούτε το τζόβενο”. Δεν το πήρα προ­σω­πικά. Να, φέτος, είμαι στο The Friend στον ANT1, μια καλο­γραμ­μένη σειρά της Φωτει­νής Αθε­ρί­δου, στην οποία υπο­δύ­ο­μαι έναν συναρ­πα­στικό χαρα­κτήρα, εντελώς πρω­τό­τυπο, έναν φίλο επί πληρωμή. Είναι, μάλιστα, η πρώτη φορά που έβαλα τα επει­σό­δια για να δω τον εαυτό μου. Παλιά είχα κόμπλεξ, δεν ήθελα να με βλέπω. Τώρα λέω κοίτα να δεις, καλός είσαι!»

Αν είχε, λέει, λυμένο το βιο­πο­ρι­στικό του, θα έπαιρνε μόνο έναν χρόνο από­σταση από τη δουλειά, θα αγόραζε ένα υπέροχο κτίριο που έχει εντο­πί­σει στου Ζωγρά­φου και θα το έφτια­χνε από το μηδέν με τα ίδια του τα χέρια. «Αγαπώ πολύ τις χει­ρω­να­κτι­κές εργα­σίες, τη δια­κό­σμηση, την κηπου­ρική, τα μαστο­ρέ­ματα». Τον ρωτώ τι άλλο αγαπά έντονα. «Όσα κάνω για να γίνομαι καλύ­τε­ρος. Δια­λο­γί­ζο­μαι, κάνω ψυχο­θε­ρα­πεία, γυμνα­στική, προ­σεύ­χο­μαι σε κάτι ανώτερο, κάνω ιππασία. Έχω ανα­λά­βει ένα κομμάτι εθε­λο­ντι­σμού στον Σύν­δε­σμο Θερα­πευ­τι­κής Ιππα­σίας για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Έχω μια σχέση δούναι και λαβείν με τα άλογα. Έχω κλάψει πολλές φορές στην αγκαλιά τους». Στα 40 του ζει, λέει, πια πιο αρμο­νικά. «Όλες τις εφη­βι­κές τρέλες τις έκανα μέχρι τα 38. Χόρτασα και ξενύ­χτια και γλέντια και ντι­τζεϊ­λί­κια και αλκοόλ και τα πάντα όλα. Τώρα έχω φύγει από το πάρτι. Βλέπω κάποιους άντρες να κάνουν όλα τα politically correct νωρίς. Παίρ­νουν πτυχία, κάνουν γάμους και παιδιά μέχρι τα 40, και μετά ξεκι­νούν το γλέντι. Εγώ νομίζω τα έκανα όλα στη σωστή τους στιγμή. Νιώθω πλήρης και απο­λαμ­βάνω πια τη ζωή από μια πιο ξεκού­ρα­στη θέση».

Δείτε το τρέιλερ της παρά­στα­σης “Η άνοδος του Αρτούρο Ούι”:

ΝFO → Ο Γιώργος Χρυ­σο­στό­μου πρω­τα­γω­νι­στεί στην παρά­σταση Η άνοδος του Αρτούρο Ούι του Μπέρ­τολτ Μπρεχτ σε σκη­νο­θε­σία Άρη Μπι­νιάρη στο Θέατρο ARK (Δρο­σο­πού­λου 197, Κυψέλη).

Πηγή kathimerini.gr

Βλάσης Κωστού­ρος

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.