ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ενσταση κατέθεσε σήμερα ο κ. Φώτης Κωστόπουλος

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Κωστόπουλος Φώτης

Eνσταση κατά του κύρους του πρα­κτι­κού εκλογής των 10 μελών του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου, υπέβαλε σήμερα, όπως προ­α­νήγ­γειλε η “δημο­κρα­τική” ο υπο­ψή­φιος πρό­ε­δρος κ. Φώτης Κωστό­που­λος, ενώπιον του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τείου Πει­ραιώς.

Ο κ. Κ. Σαρρής, όπως έγραψε η “δημο­κρα­τική” επα­νε­ξε­λέγη την Κυριακή, για 6η συνεχή φορά πρό­ε­δρος στον Δικη­γο­ρικό Σύλλογο Ρόδου, με 189 ψήφους. Ο κ. Φώτης Κωστό­που­λος έλαβε 169 ψήφους.

Με βάση το νέο Κώδικα περί δικη­γό­ρων ο ηττη­μέ­νος υπο­ψή­φιος πρό­ε­δρος δεν θα μετέχει στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο.

Στην ένσταση του κ. Κωστό­που­λου, ανα­φέ­ρο­νται τα εξής:

ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΕΝΣΤΑΣΗ

Φώτη Κωστό­που­λου του Αντω­νίου, Δικη­γό­ρου, κατοί­κου Ρόδου, οδός Ηρώων Πολυ­τε­χνείου αρ.15.

ΚΑΤΑ

Του απο­τε­λέ­σμα­τος των εκλογών της 23-2-2014 για την ανά­δειξη Προ­έ­δρου και Συμ­βού­λων στο Δικη­γο­ρικό Σύλλογο Ρόδου και ειδι­κό­τερα:

KATA

Του από 23-2-2014 πρα­κτι­κού της εφο­ρευ­τι­κής επι­τρο­πής περί ανα­κή­ρυ­ξης επι­τυ­χό­ντων Συμ­βού­λων στον Δικη­γο­ρικό Σύλλογο Ρόδου.

************************************

Προ­σφεύγω κατά του απο­τε­λέ­σμα­τος των εκλογών της 23-2-2014 στον Δικη­γο­ρικό Σύλλογο Ρόδου και ειδι­κό­τερα κατά του άνω πρα­κτι­κού της εφο­ρευ­τι­κής επι­τρο­πής περί ανα­κή­ρυ­ξης των εκλε­γέ­ντων Συμ­βού­λων, για τους παρα­κάτω νόμι­μους, βάσι­μους και αλη­θι­νούς λόγους.

Ι.IΣΤΟΡΙΚΟ

Συμ­με­τείχα στις εκλογές του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου για την ανά­δειξη Προ­έ­δρου και Συμ­βού­λων ως υπο­ψή­φιος Πρό­ε­δρος.

Σημειω­τέον ότι τα μέλη του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου ανέρ­χο­νται σε 416 και γι’ αυτό ως προς την εκλογή εφαρ­μό­ζο­νται οι δια­τά­ξεις του άρθρου 110 § 1 του Κώδικα Δικη­γό­ρων (Ν.4194/2013) ήτοι η εκλογή των Συμ­βού­λων γίνεται με ενιαίο ψηφο­δέλ­τιο και οι υπο­ψή­φιοι Πρό­ε­δροι υπο­βά­λουν μεμο­νω­μένα υπο­ψη­φιό­τητα.

Σύμφωνα με τα απο­τέ­λε­σμα των εκλογών κατά τις άνω αρχαι­ρε­σίες για την ανά­δειξη Προ­έ­δρου και Συμ­βού­λων στον Δ.Σ Ρόδου εψή­φι­σαν (377) μέλη, σύμφωνα δε με το πρα­κτικό της εφο­ρευ­τι­κής επι­τρο­πής, εξ αυτών τα έγκυρα ανήλθαν σε (358), τα άκυρα σε (5) και τα λευκά σε (14).

Εξ αυτών εγώ έλαβα εκατόν εξήντα εννέα (169) ψήφους και ο έτερος υπο­ψή­φιος Κων/νος Σαρρής και ανα­κη­ρυ­χθείς Πρό­ε­δρος εκατόν ογδόντα εννέα (189) ψήφους, ήτοι έλαβα το 47,2% και ο εκλε­γείς συνυ­πο­ψή­φιός μου το 52,8% των εγκύρων ψήφων.

Πλην όμως με την άνω ανα­κή­ρυξη των εκλε­γέ­ντων συμ­βού­λων εγώ δεν ανα­κη­ρύ­χθηκα μέλος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου κατόπιν εσφαλ­μέ­νης ερμη­νείας και εφαρ­μο­γής των δια­τά­ξεων του νέου Κώδικα περί δικη­γό­ρων και ειδι­κό­τερα του άρθρου 117 παρ. 3, το οποίο ερμη­νεύ­θηκε εξ’ αντι­δια­στο­λής ότι ο ηττη­μέ­νος από τον πρώτο γύρο υπο­ψή­φιος πρό­ε­δρος δεν εκλέ­γε­ται σύμ­βου­λος ανε­ξάρ­τητα μάλιστα του ποσο­στού το οποίο έλαβε στην εκλο­γική ανα­μέ­τρηση.

II. ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ

1) Σύμφωνα με το άνω άρθρο 117 § 1 του Κωδ. Δικ. για την εκλογή του Προ­έ­δρου απαι­τεί­ται να λάβει αυτός το 50% συν ένα, των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων, άλλως η εκλογή επα­να­λαμ­βά­νε­ται την επόμενη Κυριακή και συμ­με­τέ­χουν οι δύο πρώτοι υπο­ψή­φιοι Πρό­ε­δροι που συγκέ­ντρω­σαν τον μεγα­λύ­τερο αριθμό ψήφων.

Κατά την § 2 του άνω άρθρου στην περί­πτωση των άρθρων 109 και 110 του Κώδικα περί δικη­γό­ρων, Πρό­ε­δρος εκλέ­γε­ται εκείνος που μεταξύ των υπο­ψη­φίων Προ­έ­δρων, έλαβε το 50% συν ένα των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων.

Δια­φο­ρε­τικά η ψηφο­φο­ρία επα­να­λαμ­βά­νε­ται την επόμενη Κυριακή.

Σε αυτή την περί­πτωση συμ­με­τέ­χουν οι δύο πρώτοι υπο­ψή­φιοι Πρό­ε­δροι που συγκέ­ντρω­σαν το μεγα­λύ­τερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέ­γε­ται ως Πρό­ε­δρος ο υπο­ψή­φιος που θα λάβει τις περισ­σό­τε­ρες ψήφους.

Κατά την § 3 του ως άνω άρθρου ο μη εκλε­γείς στην επα­να­λη­πτική εκλογή υπο­ψή­φιος Πρό­ε­δρος κατα­λαμ­βά­νει τη θέση Συμ­βού­λου (ασχέτως αριθμού ψήφων).

Η άνω διάταξη όμως ουδόλως ομιλεί και ανα­φέ­ρε­ται στην περί­πτωση που υπάρ­χουν δύο (2) μόνον υπο­ψή­φιοι Πρό­ε­δροι, οπότε το πιθα­νό­τερο είναι η εκλογή να επι­τυγ­χά­νε­ται από την πρώτη ψηφο­φο­ρία, ήτοι ουδόλως ανα­φέ­ρε­ται κατά ποσόν στην περί­πτωση αυτή στο Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο συμ­με­τέ­χει ο μη εκλε­γείς υπο­ψή­φιος Πρό­ε­δρος, όταν μάλιστα αυτός έχει συγκε­ντρώ­σει ένα μεγάλο αριθμό ψήφων, όπως εν προ­κει­μένω εγώ, που έλαβα το 47,2% των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων.

Εκ του γράμ­μα­τος της συγκε­κρι­μέ­νης δια­τά­ξεως προ­κύ­πτει, όπως γίνεται αντι­λη­πτό, ασάφεια ως προς το συγκε­κρι­μένο ζήτημα, αφού εδώ δεν πρό­κει­ται για μία περί­πτωση που κείται εκτός του δικαι­ι­κού χώρου, εκτός δηλαδή του χώρου που θέλησε να ρυθ­μί­σει ο νομο­θέ­της. Ακριβώς λόγω της ασά­φειας που προ­κύ­πτει καθί­στα­ται ανα­γκαία η περαι­τέρω ερμη­νεία της εν λόγω δια­τά­ξεως.

Κρίσιμο κρι­τή­ριο για την ερμη­νεία τόσο της συγκε­κρι­μέ­νης δια­τά­ξεως όσο και του δικαίου γενι­κό­τερα απο­τε­λεί ο σκοπός του νομο­θέτη αφού η θέσπιση των νόμων όπως και κάθε άλλη ενσυ­νεί­δητη ανθρώ­πινη πράξη απο­σκο­πεί σε ένα συγκε­κρι­μένο απο­τέ­λε­σμα. Εν προ­κει­μένω λοιπόν ερευ­νη­τέο είναι το εάν ο νομο­θέ­της δια της θεσπί­σεως της συγκε­κρι­μέ­νης διά­τα­ξης θέλησε όντως, ανα­φε­ρό­με­νος μόνο στον μη εκλε­γέ­ντα υπο­ψή­φιο πρόεδρο κατά την επα­να­λη­πτική εκλο­γική δια­δι­κα­σία, να απο­κλεί­σει τη συμ­με­τοχή του υπο­ψη­φίου που ηττή­θηκε από τον πρώτο γύρο στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο του δικη­γο­ρι­κού συλ­λό­γου, στην περί­πτωση που υπάρ­χουν μόνον δύο (2) υπο­ψή­φιοι Πρό­ε­δροι (επι­χεί­ρημα εκ του αντι­θέ­του (Argumentum e contrario). Στο συγκε­κρι­μένο ερώτημα θα πρέπει να δοθεί ασφαλώς αρνη­τική απά­ντηση αφού κάτι τέτοιο δεν εκφρά­ζει επ’ ουδενί λόγω την αληθή νομο­θε­τική βούληση. Ειδι­κό­τερα δεν προ­κύ­πτει από κανένα σημείο της αιτιο­λο­γι­κής εκθέ­σεως αλλά και των πρα­κτι­κών της επι­στη­μο­νι­κής επι­τρο­πής κατά τη σύνταξη του νόμου 4194/2013 ότι ο νομο­θέ­της δια της δια­τά­ξεως αυτής θέλησε να απόσχει από το προϊ­σχύ­σαν καθε­στώς το οποίο προ­έ­βλεπε σε παρό­μοιες περι­πτώ­σεις την εκλογή του δευ­τέ­ρου υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο. Είναι σύνηθες κατά τις παρα­σκευα­στι­κές εργα­σίες προ της ψηφί­σεως ενός νομο­θε­τή­μα­τος ο νομο­θέ­της να εκφρά­ζε­ται ρητά όταν επι­θυ­μεί να απόσχει από την (έως το χρονικό σημείο της ενάρ­ξεως της ισχύος του νομο­θε­τή­μα­τος) ισχύ­ουσα ρύθμιση και να εκθέτει τους λόγους, οι οποίοι τον οδή­γη­σαν στη συγκε­κρι­μένη νομο­θε­τική αλλαγή. Στη συγκε­κρι­μένη βεβαίως περί­πτωση δεν υφί­στα­ται σε κανένα σημείο των προ­πα­ρα­σκευα­στι­κών εργα­σιών της θέσπι­σης του νομο­θε­τή­μα­τος ανάλογη θεμε­λί­ωση, γεγονός το οποίο δείχνει ξεκά­θαρα την έλλειψη της βου­λή­σεως του νομο­θέτη να δια­φο­ρο­ποι­η­θεί από το προι­σχύ­σαν νομο­θε­τικό καθε­στώς. Περαι­τέρω και ανε­ξάρ­τητα από το γεγονός της σιωπής του νομο­θέτη κατά την προ­πα­ρα­σκευή του νομο­θε­τή­μα­τος θα πρέπει να ληφθεί κατά την επίλυση του ζητή­μα­τος υπ’ όψιν ότι από καμία τελο­λο­γική στάθ­μιση δεν δικαιο­λο­γεί­ται το αντί­θετο συμπέ­ρα­σμα, η μη εκλογή δηλαδή του υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο, πολλώ δε μάλλον όταν αυτός έχει συγκε­ντρώ­σει αριθμό ψήφων περίπου ίσου με το μισό του αριθμού των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων. Εν όψει αυτών επι­βάλ­λε­ται η δια­σταλ­τική ερμη­νεία της παρ. 3 του άρθρου 117 Κωδ. Δικηγ. αφού κατά τα ανωτέρω εκτε­θέ­ντα ο νομο­θέ­της εκφρά­στηκε προ­φα­νώς στε­νό­τερα απ’ όσο ήθελε και επο­μέ­νως επι­βάλ­λε­ται η ερμη­νεία του νόμου κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επι­τρέ­πε­ται η συμ­με­τοχή στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο και του μη εκλε­γέ­ντος δευ­τέ­ρου υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου, που ηττή­θηκε στον πρώτο γύρο.

Σε διάφορο συμπέ­ρα­σμα ωστόσο δε θα οδη­γείτο ο εφαρ­μο­στής του δικαίου ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το γράμμα της ως άνω δια­τά­ξεως δεν είναι επι­δε­κτικό δια­σταλ­τι­κής ερμη­νείας, επειδή η συγκε­κρι­μένη παρά­γρα­φος δεν στό­χευσε στην κάλυψη της συγκε­κρι­μέ­νης περι­πτώ­σεως. Όντως από το πνεύμα του νόμου 4194/2013 θα μπο­ρούσε να υπο­στη­ρι­χθεί ότι η επίμαχη διάταξη ουδόλως ανα­φέ­ρε­ται στην περί­πτωση που υπάρ­χουν δύο (2) μόνον Πρό­ε­δροι, οπότε το πιθα­νό­τερο είναι η εκλογή να επι­τυγ­χά­νε­ται από την πρώτη ψηφο­φο­ρία, ήτοι ουδόλως ανα­φέ­ρε­ται κατά ποσόν στην περί­πτωση αυτή στο Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο συμ­με­τέ­χει ο μη εκλε­γείς Πρό­ε­δρος, όταν μάλιστα αυτός έχει συγκε­ντρώ­σει ένα μεγάλο αριθμό ψήφων, όπως εν προ­κει­μένω εγώ, που έλαβα το 47,2% των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων.

Στην περί­πτωση αυτή θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο ερμη­νευ­τής βρί­σκε­ται ενώπιον ενός προ­φα­νώς μη ηθε­λη­μέ­νου κενού το οποίο επι­βάλ­λε­ται να καλυ­φθεί είτε με θετικό είτε με αρνη­τικό τρόπο. Ο ερμη­νευ­τής καλεί­ται είτε να καλύψει το ανα­φυό­μενο κενό μέσω ανα­λο­γίας (νόμου ή δικαίου) ή να απο­φαν­θεί ότι η αντί­θετη λύση είναι η μονα­δικά επι­βε­βλη­μένη. Επειδή όμως ως προ­ε­λέ­χθη από καμία τελο­λο­γική στάθ­μιση δεν δικαιο­λο­γεί­ται ο απο­κλει­σμός του ηττη­θέ­ντος από τον πρώτο γύρο υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου (που έχει μάλιστα συγκε­ντρώ­σει ποσοστό της τάξεως του 47,2% των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων) καθί­στα­ται σαφές ότι η μόνη ερμη­νευ­τι­κώς δυνατή επιλογή είναι αυτή της κάλυψης του δημιουρ­γη­θέ­ντος κενού μέσω ανα­λο­γίας, προ­κει­μέ­νου να δοθεί απά­ντηση στο ερώτημα ποιο είναι το μέτρο με βάση το οποίο θα κριθεί η συμ­με­τοχή του υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου στο διοι­κη­τικό συμ­βού­λιο του δικη­γο­ρι­κού συλ­λό­γου. Στην περί­πτωση αυτή νόμιμο και δίκαιο είναι, ερμη­νευ­τικά, να εφαρ­μο­σθούν ανα­λο­γικά άλλες δια­τά­ξεις του Κώδικα Δικη­γό­ρων, ενώ εφαρ­μογή έχουν και οι Συνταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις περί ισό­τη­τας, αντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας και επι­κου­ρικά της ανα­λο­γι­κό­τη­τας.

Συγκε­κρι­μένα σύμφωνα με το άρθρο 118 του νέου Κώδικα Δικη­γό­ρων, στους Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γους όπου η εκλογή διε­ξά­γε­ται με τα σύστημα των συν­δυα­σμών (για αυτούς που τα μέλη τους υπερ­βαί­νουν τα 1.000) η εκλογή των μελών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου γίνεται με το σύστημα της απλής ανα­λο­γι­κής, ήτοι το σύνολο των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων διαι­ρεί­ται με τον αριθμό των θέσεων του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου και το πηλίκον της διαί­ρε­σης απο­τε­λεί το εκλο­γικό μέτρο.

Κάθε συν­δυα­σμός κατα­λαμ­βά­νει τόσες θέσεις στο Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο όσες φορές χωρεί το εκλο­γικό μέτρο στον αριθμό των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων του έλαβε.

Σύμφωνα με την § 2 του άνω άρθρου 118, ο επι­κε­φα­λής του συν­δυα­σμού εκλέ­γε­ται σύμ­βου­λος, εάν ο ίδιος, ως υπο­ψή­φιος Πρό­ε­δρος, έχει λάβει ποσοστό ψήφων άνω του 6% των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων.

Με βάση την διάταξη αυτή, η οποία πρέπει να τύχει ανα­λο­γι­κής εφαρ­μο­γής, εγώ που συγκέ­ντρωσα το 47,2% των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων, ως υπο­ψή­φιος Πρό­ε­δρος, έχω συμπλη­ρώ­σει πολ­λα­πλά το άνω μέτρο και θα έπρεπε να ανα­κη­ρυ­χθώ σύμ­βου­λος στο εκλεγέν Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο, αφού το εκλο­γικό μέτρο εν προ­κει­μένω ανέρ­χε­ται σε 35,8 ψήφους (358 έγκυρα : 10 θέσεις του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου = 35,8), ενώ σε κάθε περί­πτωση έχω συμπλη­ρώ­σει το απαι­τού­μενο ποσοστό του 6% που προ­βλέ­πε­ται στην διάταξη του άρθρου 118 Κωδ. Δικηγ.

Στο συγκε­κρι­μένο σημείο θα πρέπει να τονι­στεί ότι η μη ανα­κή­ρυξή μου, ως μέλος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου προ­σκρούει όχι μόνο στην τελο­λο­γία του νόμου αλλά έρχεται και σε κατά­φωρη αντί­θεση με τις Συνταγ­μα­τι­κές αρχές της α) ισό­τη­τας (άρθρο 4), β) αντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας (άρθρα 1 και 52) και γ) ανα­λο­γι­κό­τη­τας (άρθρο 25) αλλά και με τις δια­τά­ξεις της Ε.Σ.Δ.Α για την προ­ά­σπιση των δικαιω­μά­των του ανθρώ­που και των θεμε­λιω­δών ελευ­θε­ριών και η οποία με βάση το άρθρο 28 § 1 του Συντάγ­μα­τος έχει υπερ­νο­μο­θε­τική ισχύ. Ως εκ τούτου και προς δια­φύ­λαξη του κύρους της παρ. 3 του άρθρου 117 Κωδ. Δικη­γό­ρων, η οποία άλλως θα ήτο αντι­συ­νταγ­μα­τική προ­σκρού­ουσα στις εκτε­θεί­σες αρχές, επι­βάλ­λε­ται αυτή να ερμη­νευ­τεί δια­σταλ­τικά και να καλυ­φθεί το ανα­φυό­μενο κενό μέσω της ανα­λο­γι­κής εφαρ­μο­γής του άρθρου 118 Κωδ. Δικηγ. (σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ερμη­νεία).

Ειδι­κό­τερα ως προς το περιε­χό­μενο των άνω Συνταγ­μα­τι­κών αρχών λεκτέα τα ακό­λουθα.

Α.- Αρχή της ισό­τη­τας

Η αρχή της ισό­τη­τας καθιε­ρώ­νε­ται στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγ­μα­τος το οποίο ορίζει ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Η ισότητα αυτή ωστόσο γίνεται κατα­νοητή τόσο ως ισότητα εντός του νόμου και ως ισότητα έναντι του νόμου. Η ισότητα εντός του νόμου δεσμεύει τον νομο­θέτη, ο οποίος κατά την θέσπιση νομο­θε­τι­κών ρυθ­μί­σεων πρέπει να θεσπί­ζει κανόνες οι οποίοι δεν παρα­βιά­ζουν την αρχή της ισό­τη­τας, ενώ η ισότητα έναντι του νόμου δεσμεύει την διοί­κηση και τα δικα­στή­ρια τα οποία υπο­χρε­ού­νται να εφαρ­μό­ζουν τον νόμο προ­στα­τεύ­ο­ντας την ισότητα ανάμεσα στους πολίτες. Κατά το άρθρο 4 § 1 Σ, η ισότητα δεν γίνεται κατα­νοητή, ως τυπική και αριθ­μη­τική, όπως η ισότητα της ψήφου η οποία απορ­ρέει από την αντι­προ­σω­πευ­τική αρχή (άρθρο 51 § 2 Σ) αλλά ως ουσια­στική ή ανα­λο­γική. Έτσι ενώ η τυπική ή αριθ­μη­τική ισότητα επι­βά­λει την όμοια ρύθμιση ανό­μοιων κατα­στά­σεων (όλο απο­λαμ­βά­νουν το δικαί­ωμα μια ψήφου, ασχέτως των κοι­νω­νι­κών ή κοι­νω­νι­κών τους δια­φο­ρών) η ανα­λο­γική ή ουσια­στική ισότητα επι­βάλ­λει την όμοια μετα­χεί­ριση των όμοιων και την δια­φο­ρο­ποι­η­μένη μετα­χεί­ριση των ανό­μοιων περι­πτώ­σεων.

Ως ανα­λο­γική η ισότητα μπορεί να λει­τουρ­γή­σει και επε­κτα­τικά ή αλλιώς δημιουρ­γικά. Πρό­κει­ται για την δικα­στική, μέσα από δικα­στι­κές απο­φά­σεις επέ­κταση της ισό­τη­τας σε περι­πτώ­σεις, οι οποίες εμφα­νί­ζουν μεν όμοια χαρα­κτη­ρι­στικά, έχουν όμως διαρ­ρυθ­μι­στεί με τρόπο αδι­καιο­λό­γητα ανόμοια από τον νομο­θέτη. Έτσι είναι για παρά­δειγμα δυνατή η επέ­κταση μιας παροχής η οποία έχει παρα­σχε­θεί σε μια ομάδα ατόμων, και σε άλλες που εμφα­νί­ζουν όμοια ή παρό­μοια χαρα­κτη­ρι­στικά.

Η αρχή της ισό­τη­τας όταν εφαρ­μό­ζε­ται νομο­θε­τικά η διοι­κη­τικά, επι­βά­λει την ίση μετα­χεί­ριση όμοιων περι­πτώ­σεων καθώς και τη διάφορη μετα­χεί­ρι­σης δια­φό­ρων περι­πτώ­σεων. Έτσι για παρά­δειγμα η δημόσια διοί­κηση δεν μπορεί να κρίνει με δια­φο­ρε­τικά κρι­τή­ρια δυο αιτή­σεις δια­φο­ρε­τι­κών ενδια­φε­ρο­μέ­νων που υπο­βλή­θηκα ταυ­τό­χρονα και θεμε­λιώ­νο­νται στα ίδια πραγ­μα­τικά περι­στα­τικά.

Β.- Αρχή της αντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας

Η αντι­προ­σώ­πευση είναι βασική αρχή της σύγ­χρο­νης δημο­κρα­τίας.

Στις σημε­ρι­νές πολι­τι­κές κοι­νω­νίες κάθε ανάληψη συλ­λο­γι­κής δράσης συν­δέ­ε­ται με μορφές αντι­προ­σώ­πευ­σης, είτε πρό­κει­ται για συν­δι­κα­λι­στι­κές οργα­νώ­σεις, σωμα­τεία, πολι­τικά κόμματα, Ο.Τ.Α, είτε ακόμα και για κοι­νω­νικά κινή­ματα, η αντι­προ­σώ­πευση εμφα­νί­ζε­ται ως απα­ραί­τητη.

Κάθε μέλος της κοι­νω­νίας και ειδι­κό­τερα κάθε μέλος ενός σωμα­τείου εμφα­νί­ζε­ται ως φορέας ατο­μι­κού ενερ­γη­τι­κού δικαιώ­μα­τος συμ­με­το­χής (θεω­ρεί­ται κλάσμα της λαϊκής κυριαρ­χία) και συν­δια­μορ­φω­τής της γενικής θέλησης που είναι κάτι δια­φο­ρε­τικό από την θέληση όλων (άθροι­σμα των ατο­μι­κών θελή­σεων).

Η κατο­χύ­ρωση της αντι­προ­σω­πευ­τι­κής αρχής γίνεται μέσω των δια­τά­ξεων των άρθρων 1§1, 52 και συμπλη­ρω­μα­τικά των άρθρων 44, 66§ 1, 84 § 1, 86§ 1 και 110 § 3 του Συντάγ­μα­τος 75/86/2001 και έχει ανα­λο­γική εφαρ­μογή σε κάθε περί­πτωση συλ­λο­γι­κής δράσης και έκφρα­σης.

Γ.-Αρχή της Ανα­λο­γι­κό­τη­τας

Επι­κου­ρικά σε περί­πτωση που θεω­ρη­θεί ότι ο νομο­θέ­της στην περί­πτωση που υπάρ­χουν μόνον δύο (2) υπο­ψή­φιοι Πρό­ε­δροι οπότε η εκλογή επι­τυγ­χά­νε­ται στον πρώτο γύρο, συνει­δητά απέ­κλεισε την εκλογή του ηττη­θέ­ντος υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου, παρά το γεγονός ότι αυτός συγκέ­ντρωσε ένα πολύ μεγάλο αριθμό ψήφων, εφαρ­μογή έχει η Συνταγ­μα­τική αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας.

Η αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας απορ­ρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, δια­μορ­φώ­θηκε από την νομο­λο­γία του Σ.τ.Ε, στην δεκα­ε­τία του 1980 και σήμερα ανα­γνω­ρί­ζε­ται ρητά από το από το Σύνταγμα στο άρθρο 25 § 1, δ΄.

Η τήρηση της αρχής της ανα­λο­γι­κό­τη­τας σε σχέση με τους περιο­ρι­σμούς που επι­βάλ­λο­νται στα δικαιώ­ματα ελέγ­χε­ται δικα­στικά.

Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι περιο­ρι­σμοί για να είναι ανεκτοί θα πρέπει : α) να αντα­πο­κρί­νο­νται στους δηλω­μέ­νους σκοπούς της νομο­θε­τι­κής ρύθ­μι­σης και πάντως σε κάποιους σκοπούς γενι­κό­τε­ρου δημο­σίου συμ­φέ­ρο­ντος.

β) Το μέτρο που επι­λέ­γε­ται για την επί­τευξη των σκοπών που έχουν τεθεί να τελεί σε συνά­φεια με αυτό, δηλαδή να είναι κατάλ­ληλο και πρό­σφορο για την εξυ­πη­ρέ­τησή του και

γ) Το περιο­ρι­στικό μέτρο το οποίο επι­βάλ­λε­ται στην άσκηση ενός δικαιώ­μα­τος να είναι ανα­γκαίο.

Συμπε­ρα­σμα­τικά με βάση την αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας, απα­ραί­τητη προ­ϋ­πό­θεση για την λήψη ενός διοι­κη­τι­κού ή νομο­θε­τι­κού μέτρου, είναι η καταλ­λη­λό­τητα, δηλαδή το λαμ­βα­νό­μενο μέτρο να είναι το κατάλ­ληλο για την επί­τευξη του επι­διω­κό­με­νου σκοπού, να είναι, εν ολίγοις, ανα­γκαίο και η ανα­γκαιό­τητα να συνε­πά­γε­ται τα λιγό­τερα δυνατά μειο­νε­κτή­ματα, δηλαδή αυτά να μην υπο­σκε­λί­ζουν τα πλε­ο­νε­κτή­ματα.

Τοιου­το­τρό­πως εάν όντως θέλησε ο νομο­θέ­της στην περί­πτωση που υπάρ­χουν μόνον δύο (2) υπο­ψή­φιοι πρό­ε­δροι και η εκλογή επι­τυγ­χά­νε­ται από τον πρώτο γύρο, να απο­κλεί­σει τον μη εκλε­γέ­ντα από το Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο, ακόμα και αν αυτός έλαβε μεγάλο αριθμό ψήφων, πρό­κει­ται για ένα μέτρο που παρα­βιά­ζει κατά­φωρα την αρχή της ανα­λο­γι­κό­τη­τας, επειδή ο απο­κλει­σμός αυτός συνιστά δυσα­νά­λογο μέτρο σε σχέση με τον όποιο επι­διω­κό­μενο σκοπό του κοινού νομο­θέτη, εάν θεω­ρη­θεί ότι θέλησε να εξαι­ρέ­σει την συμ­με­τοχή του 2ου υπο­ψη­φίου προ­έ­δρου στην σύνθεση του Δ.Σ, ακόμα και στην περί­πτωση που αυτός έλαβε μεγάλο αριθμό ψήφων, όπως εν προ­κει­μένω.

Εν κατα­κλείδι και με βάση τα παρα­πάνω είναι προ­φα­νές ότι η παρά­λειψη (κενό νόμου) της διά­τα­ξης του άρθρου 117 Κωδ. Δικηγ. και ειδι­κό­τερα της § 3 αυτού, να ρυθ­μί­σει και ειδι­κό­τερα να προ­βλέ­ψει την συμ­με­τοχή στο Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο του μη εκλε­γέ­ντος υπο­ψη­φίου Προ­έ­δρου ενόσω αυτός συγκέ­ντρωσε ποσοστό που υπερ­κα­λύ­πτει πολλές φορές το εκλο­γικό μέτρο, όπως εν προ­κει­μένω εγώ που έλαβα το 47,2% των ψήφων, πρέπει να ερμη­νευ­θεί ανα­λο­γικά με τη ανα­λο­γική εφαρ­μογή του άρθρου 118 του Κωδ. Δικηγ. στην οποία προ­βλέ­πε­ται κατά ελάσ­σονα λόγο η κατά­ληψη θέσης Συμ­βού­λου των υπο­ψη­φίων προ­έ­δρων εάν αυτοί λάβουν μόλις το 6% των εγκύρων ψηφο­δελ­τίων και μάλιστα κατά την πρώτη ψηφο­φο­ρία (πρώτη Κυριακή). Επίσης η ερμη­νεία των άνω διά­τα­ξης του άρθρου 117 Κωδ Δικηγ. πρέπει να γίνει και με την εφαρ­μογή της άνω Συνταγ­μα­τικά κατο­χυ­ρω­μέ­νων αρχών, άλλως παρα­βιά­ζε­ται κατά­φορα το Σύνταγμα, αφού κάθε αντί­θετη ερμη­νεία, καθιστά την διάταξη αυτή αντι­συ­νταγ­μα­τική.

Και τούτο διότι, οδη­γού­μεθα στο άτοπο και παρά­λογο της εφαρ­μο­γής του νόμου, όταν αυτός επι­τρέ­πει την κατά­ληψη θέσης Συμ­βού­λου μη εκλε­γέ­ντος υπο­ψη­φίου Προ­έ­δρου με ποσοστό 6% των έγκυρων ψηφο­δελ­τίων, ταυ­τό­χρονα να μην επι­τρέ­πε­ται η κατά­ληψη θέσης Συμ­βού­λου μη εκλε­γέ­ντος υπο­ψη­φίου Προ­έ­δρου, με ποσοστό 47,2%.

Όμως και από αυτή καθαυτή την διάταξη του άρθρου 117 Κωδ. Δικηγ. και ειδι­κό­τερα της § 3 αυτού, δια­σταλ­τικά ερμη­νευό­μενη, συνά­γε­ται ότι ο νομο­θέ­της κατά μείζονα λόγο, μεταξύ δύο υπο­ψη­φίων Προ­έ­δρων επι­θυ­μεί την συμ­με­τοχή του (ηττη­θέ­ντος δεύ­τε­ρου) στο Διοι­κη­τικό Συμ­βού­λιο, άσχετα μάλιστα του αριθμού των ψήφων που συγκέ­ντρωσε, πολλών δε μάλλον όταν συγκέ­ντρωσε μεγάλο αριθμό ψήφων όπως εν προ­κει­μένω εγώ (47,2%).

Για όλους αυτούς τους λόγους υπάρχει ανάγκη δικα­στι­κής κρίσης και ερμη­νείας της διά­τα­ξης του άρθρου 117 κωδ. Δικ.

Γι’ αυτό και πρέπει να ακυ­ρω­θεί το άνω πρα­κτικό ανα­κή­ρυ­ξης εκλε­γέ­ντων συμ­βού­λων στο Δ.Σ του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου και να ανα­κη­ρυ­χθώ ως εκλεγέν μέλος αυτού για τους παρα­πάνω λόγους.

Επειδή το γενικό και ειδικό έννομο συμ­φέ­ρον μου για την άσκηση της παρού­σας ενστά­σεως, είναι προ­φα­νές αφού τυγχάνω εν ενερ­γεία μέλος του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου και έχω εκπλη­ρώ­σει τις υπο­χρε­ώ­σεις μου προς το Σύλλογο μέχρι την ημέρα της υπο­βο­λής της παρού­σας ένστα­σής μου, όπως προ­κύ­πτει από την από 28-2-2014 βεβαί­ωση του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου.

Επειδή για το παρα­δε­κτό της παρού­σης ενστά­σεώς μου, προσάγω και επι­κα­λού­μαι ακριβή αντί­γραφα των από 23-2-2014 πρα­κτι­κών ανα­κή­ρυ­ξης των εκλε­γέ­ντων συμ­βού­λων και Προ­έ­δρου κατά τις εκλογές της 23ης Φεβρουα­ρίου 2014, στον Δικη­γο­ρικό Σύλλογο Ρόδου.

Επειδή η παρούσα ένστασή μου είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, νόμιμα δε φέρεται προς εκδί­καση στο Υμέτερο Δικα­στή­ριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και με την επι­φύ­λαξη κάθε δικαιώ­μα­τός μου.

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα ένσταση μου, προς το σκοπό:

Να ακυ­ρω­θεί άλλως ακυ­ρω­θεί μερικά και τρο­πο­ποι­η­θεί το πρα­κτικό ανα­κή­ρυ­ξης των εκλε­γέ­ντων συμ­βού­λων στις εκλογές του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Ρόδου της 23-2-2014, έτσι ώστε να συμπε­ρι­λη­φθώ στους εκλε­γέ­ντες συμ­βού­λους, για τους λόγους και αιτίες ανα­φέ­ρο­νται παρα­πάνω.

Ρόδος, 28 Φεβρουα­ρίου 2014

Αυτο­προ­σώ­πως ο Ενι­στά­με­νος

Φώτης Κωστό­που­λος”.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.