ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Ο Παύλος Σάμιος στο κάστρο των ιπποτών της Ρόδου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
89

Ο ζω­γρά­φος (με την ευ­και­ρία της έκ­θε­σης του στο Μου­σείο Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Τέ­χνης του Δήμου Ρόδου) κλεί­νε­ται στα με­σαιω­νι­κά τείχη του γοη­τευ­τι­κού νη­σιού και απε­λευ­θε­ρώ­νει την ομορ­φιά και την ατμό­σφαι­ρά του με ει­κό­νες και λέ­ξεις που φι­λο­τέ­χνη­σε ει­δι­κά για τους ανα­γνώ­στες του «Βή­μα­τος»

ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΕΥ­ΣΗ:  20/08/2017  –  ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗΣ

Του ΝΙΚΟΥ ΜΑ­ΣΤΡΟ­ΠΑΥ­ΛΟΥ

Ο ζω­γρά­φος κλεί­νε­ται στα με­σαιω­νι­κά τείχη του γοη­τευ­τι­κού νη­σιού και απε­λευ­θε­ρώ­νει την ομορ­φιά και την ατμό­σφαι­ρά του με ει­κό­νες και λέ­ξεις που φι­λο­τέ­χνη­σε ει­δι­κά για τους ανα­γνώ­στες του «Βή­μα­τος»
Ο δια­κε­κρι­μέ­νος ζω­γρά­φος και κα­θη­γη­τής στην Ανω­τά­τη Σχολή Καλών Τε­χνών Παύ­λος Σά­μιος κοι­τά­ζει πάντα τα πράγ­μα­τα από μέσα προς τα έξω. Και τη φορά της μα­τιάς του ακο­λου­θεί και η ζω­γρα­φι­κή του. Ο ζω­γρά­φος μοιά­ζει να μένει στο ημί­φως και να βλέ­πει τη σύν­θε­σή του λου­σμέ­νη στο φως. Με­ρι­κές φορές φαί­νε­ται στα έργα του το πλαί­σιο του ανοίγ­μα­τος, πα­ρά­θυ­ρου ή πόρ­τας, από το οποίο δρα­πε­τεύ­ει η ματιά του για να συ­να­ντή­σει και να ερω­το­τρο­πή­σει με το θέμα του έξω, υπό τις φω­τα­ψί­ες του ήλιου. Αλλες φορές πάλι δεν φαί­νε­ται στους πί­να­κές του κα­νέ­να πλαί­σιο. Οχι πως δεν υπάρ­χει. Πάλι ο ζω­γρά­φος κοι­τά­ζει από μέσα του προς τα έξω, απλώς το πλαί­σιο είναι ο ίδιος και οι ευαι­σθη­σί­ες του, και βγαί­νει έξω από τα όρια του τε­λά­ρου. Η φορά όλων των έργων του είναι από μέσα προς τα έξω.
 Η ζω­γρα­φι­κή αυτού του χα­ρα­κτή­ρα γί­νε­ται στον κλει­στό, αλλά ανε­ξέ­λεγ­κτο από πλευ­ράς συ­ναι­σθη­μά­των, χώρο του ερ­γα­στη­ρί­ου. Και αυτό είναι το στυλ της δου­λειάς του Παύ­λου Σά­μιου. Ομως, καθώς είναι επιρ­ρε­πής στις προ­κλή­σεις, δεν δί­στα­σε κα­θό­λου να βγει με το μπλο­κά­κι του για πρώτη φορά στον δρόμο και σαν πραγ­μα­τι­κός πε­ρι­η­γη­τής να ζω­γρα­φί­σει για χα­τί­ρι μας με ακουα­ρέ­λες και λέ­ξεις στιγ­μιό­τυ­πα μιας πόλης με πολύ ιδιαί­τε­ρο χα­ρα­κτή­ρα. Πέ­ρυ­σι το έκανε στα Χανιά, εφέ­τος το κάνει για τη Ρόδο.
Στη Ρόδο ο Παύ­λος Σά­μιος πα­ρου­σιά­ζει την ανα­δρο­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα έκ­θε­ση «Από τον βυθό της μνή­μης», με έμ­φα­ση στα έργα των επτά τε­λευ­ταί­ων χρό­νων αλλά και με νύ­ξεις από προη­γού­με­νες δου­λειές του, που τε­λι­κά συν­θέ­τουν μια πα­νο­ρα­μι­κή ει­κό­να των τά­σε­ων της ζω­γρα­φι­κής του. Οπως ο ίδιος λέει, η Βυ­ζα­ντι­νή είναι η εποχή που τον επη­ρέ­α­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο από κάθε άλλη του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού. Τώρα όμως, με αυτή την ει­κα­στι­κή πε­ρι­ή­γη­ση, ρί­χνει μα­τιές στον άλλον Με­σαί­ω­να, της Δύσης.
Η Παλιά Πόλη της Ρόδου, η Παλιά Αγορά, όπως την απο­κα­λούν οι αυ­τό­χθο­νες, είναι ένα μνη­μείο, εγ­γε­γραμ­μέ­νο στον κα­τά­λο­γο της UNESCO με τα μνη­μεία Πα­γκό­σμιας Κλη­ρο­νο­μιάς. Κι είναι ένα ζω­ντα­νό μνη­μείο, η με­γα­λύ­τε­ρη πόλη εντός των τει­χών που κα­τοι­κεί­ται και σφύ­ζει από ζωή, ιδιαι­τέ­ρως τη μακρά για τη Ρόδο θε­ρι­νή πε­ρί­ο­δο. Νιώ­θεις να στρο­βι­λί­ζε­σαι μαζί με πλή­θος άλλων επι­σκε­πτών στον λα­βύ­ριν­θο ενός γι­γα­ντιαί­ου κο­χυ­λιού, στα δαι­δα­λώ­δη βο­τσα­λω­τά σο­κά­κια που δια­κλα­δώ­νο­νται από την κε­ντρι­κή οδό Σω­κρά­τους και τις δύο δια­δο­χι­κές πλα­τεί­ες με τα σι­ντρι­βά­νια, και να εκτο­ξεύ­ε­σαι δυ­να­μι­κά σε άλλες επο­χές. Ει­δι­κά η οδός των Ιπ­πο­τών είναι  ανέγ­γι­χτη από τους αιώ­νες και μιλά τόσες γλώσ­σες όσες και τα κα­τα­λύ­μα­τα των γλωσ­σών της Ισπα­νί­ας, της Ιτα­λί­ας, της Προ­βη­γκί­ας του Τάγ­μα­τος των Ιπ­πο­τών του Αγίου Ιω­άν­νου που ήταν της Ιε­ρου­σα­λήμ, έγινε της Ρόδου και κα­τέ­λη­ξε της Μάλ­τας. Από εδώ, από την κο­ρυ­φή της οδού, το πα­λά­τι του Με­γά­λου Μα­γί­στρου, ξε­κι­νά ο Παύ­λος Σά­μιος, πε­ρι­η­γεί­ται στην Παλιά Πόλη και βγαί­νει εκτός των τει­χών, από τις  μνη­μειώ­δεις κα­στρό­πορ­τες στο νέο λι­μά­νι και στη Νέα Αγορά, στο Μαν­δρά­κι, στο παλιό λι­μά­νι με το κά­στρο του Αγίου Νι­κο­λά­ου και τις στή­λες με το αρ­σε­νι­κό και θη­λυ­κό ελάφι. Ας τον ακο­λου­θή­σου­με στα βή­μα­τα των ιπ­πο­τών:
«Εφτα­σα στη Ρόδο για δέκα ημέ­ρες, προ­κει­μέ­νου να πα­ρου­σιά­σω τη δου­λειά μου στο Μου­σείο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης της νήσου των ρόδων και μετά να ζω­γρα­φί­σω ένα οδοι­πο­ρι­κό στη με­σαιω­νι­κή πόλη για το “Βήμα της Κυ­ρια­κής”. Και αμέ­σως μετά τα εγκαί­νια της έκ­θε­σης, έπια­σα δου­λειά. Θέμα μου, το Κά­στρο των Ιπ­πο­τών.
Το θυ­μό­μουν λίγο από πολύ παλιά, όταν ήμουν φοι­τη­τής στην Ανω­τά­τη Σχολή Καλών Τε­χνών, αλλά τώρα είναι σαν να το βλέπω για πρώτη φορά.
Εχω την τύχη να δια­θέ­τει η Σχολή μέσα στο κά­στρο, δίπλα στην εί­σο­δο του πα­λα­τιού, έναν όροφο στον οποίο φι­λο­ξε­νού­μαι. Ετσι, λοι­πόν, έχω γίνει κά­τοι­κος του πα­λα­τιού του Με­γά­λου Μα­γί­στρου και το ζω όλες τις ώρες.
Το κά­στρο και το πα­λά­τι το έκτι­σαν οι ιπ­πό­τες του τάγ­μα­τος του Αγίου Ιω­άν­νου της Ιε­ρου­σα­λήμ. Μετά από πολ­λές πε­ρι­πέ­τειες στις γύρω πε­ριο­χές εγκα­τα­στά­θη­καν στη Ρόδο το 1309, λα­μπρή πε­ρί­ο­δος των ιπ­πο­τών στο νησί, που ονο­μά­στη­καν “οι ιπ­πό­τες της Ρόδου”. Εμει­ναν 213 χρό­νια ώσπου πα­ρέ­δω­σαν την πόλη στον Σου­λεϊ­μάν τον Με­γα­λο­πρε­πή, μετά από πο­λιορ­κία έξι μηνών. Εφυ­γαν και πήγαν στη Μάλτα, όπου ονο­μά­στη­καν “ιπ­πό­τες της Μάλ­τας”. Οι Τούρ­κοι έμει­ναν μέχρι το 1912, τότε που οι Ιτα­λοί κα­τέ­λα­βαν τη Ρόδο και τις άλλες Νό­τιες Σπο­ρά­δες με τη βο­ή­θεια των αυ­το­χθό­νων Ελ­λή­νων.
Δεν θα πω άλλα ιστο­ρι­κά, γιατί το εν­δια­φέ­ρον είναι πόσο καλά ανα­καί­νι­σαν οι Ιτα­λοί το πα­λά­τι του Με­γά­λου Μα­γί­στρου που το βρή­καν τε­λεί­ως κα­τε­στραμ­μέ­νο, και το ξα­νά­χτι­σαν με έναν μο­να­δι­κό τρόπο. Αυτό ζω τώρα, αυτό το με­γα­λείο, που ίσως τόσο με­γά­λο κά­στρο να μην υπάρ­χει ζω­ντα­νό με κόσμο και τόσο πολ­λούς κα­τοί­κους.
Η με­γα­λειώ­δης αί­σθη­ση να ζεις σε έναν τέ­τοιο χώρο είναι ότι σε ανε­βά­ζει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά και πνευ­μα­τι­κά. Το Αρ­χαιο­λο­γι­κό Μου­σείο με τις πολύ ωραί­ες συλ­λο­γές και τον κα­τα­πλη­κτι­κό κήπο, με αυτή τη μα­γι­κή, λες από ιπ­πο­τι­κό πα­ρα­μύ­θι, οδό Ιπ­πο­τών και το πα­λά­τι με τις συλ­λο­γές έργων τέ­χνης από όλες τις επο­χές της ιστο­ρί­ας του.
Το ιπ­πο­τι­κό πα­ρα­μύ­θι σε αγκα­λιά­ζει και σε με­τα­φέ­ρει στο τότε ζω­ντα­νά. Το μόνο που δεν βλέ­πεις και δεν ακούς είναι τον ήχο των ιπ­πο­τών με τα άλογα που θα ήθελα να υπάρ­χουν και κά­ποια στιγ­μή να περ­νούν με τα κο­στού­μια της επο­χής τους στην οδό Ιπ­πο­τών. Είναι αδύ­να­το να μην τους φα­ντα­στείς.
Η Ρόδος στην αρ­χαιό­τη­τα γνώ­ρι­σε με­γά­λη ανά­πτυ­ξη με το εμπό­ριο και τη ναυ­τι­λία. Ετσι με­γα­λούρ­γη­σε στα γράμ­μα­τα και στις καλές τέ­χνες, στη γλυ­πτι­κή και στην αγ­γειο­πλα­στι­κή. Αυτό ήταν η αφορ­μή της ιδέας που πρό­τει­να στον δήμο για τη δη­μιουρ­γία ενός πο­λυ­χώ­ρου ερ­γα­στη­ρί­ου κλα­σι­κής ζω­γρα­φι­κής, το­πιο­γρα­φί­ας και φω­το­γρα­φί­ας, για τους τρεις μήνες του κα­λο­και­ριού μέσα στους κα­τα­πλη­κτι­κούς χώ­ρους του κά­στρου. Την Ακα­δη­μία της Ρόδου με μι­κρές ομά­δες μα­θη­τών από όλο τον κόσμο για δέκα με δε­κα­πέ­ντε ημέ­ρες στο κάθε ερ­γα­στή­ριο.
Αυτές οι λίγες ημέ­ρες ήταν μια ωραία εμπει­ρία στο πα­ρα­μυ­θέ­νιο κά­στρο της Ρόδου. Χίλια ευ­χα­ρι­στώ σε όλους όσοι με βο­ή­θη­σαν. Αυτό το κά­στρο δεν είναι ένα υπό­δειγ­μα για το πώς εμείς μπο­ρού­με να πε­ρά­σου­με από ένα ερεί­πιο στη ζωή;».
 
ΣΑΜΙΟΣ
ΣΑΜΙΟΣ
ΣΑΜΙΟΣ

 

7  φω­το­γρα­φί­ες

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.