• Στη «δ» μιλούν: Μιχάλης Λουλούς, Πάνος Βενέρης, Γιώργος Σάββενας, Νίκος Τριπολίτης, Μιχάλης Καβουκλής, Βασίλης Καρνάβας, Χρήστος Μιστιλιάδης, Γιώργος Καταξενός και Μιχάλης Μπαριανάκης
Ρευστό πολιτικό σκηνικό, νέα ή υπό διαμόρφωση κόμματα και δημοσκοπήσεις που καταγράφουν μετακινήσεις και αβεβαιότητα, επαναφέρουν στο προσκήνιο το διαχρονικό δίλημμα της διακυβέρνησης. Αυτοδυναμία ή κυβέρνηση συνεργασίας; Σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών πιέσεων, γεωπολιτικών προκλήσεων και θεσμικής κόπωσης, το ερώτημα για το ποιο μοντέλο μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα και αποτελεσματικότητα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η «δ» ζήτησε από πολίτες με ενεργή παρουσία στα κοινά να τοποθετηθούν πάνω στο αν η χώρα χρειάζεται μια ισχυρή αυτοδύναμη κυβέρνηση ή αν μπορούν οι συνεργασίες, με σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις, να αποτελέσουν βιώσιμη λύση. Οι απαντήσεις αποτυπώνουν έντονη πολυφωνία. Από την ανάγκη καθαρών εντολών και ταχύτητας στη λήψη αποφάσεων έως την απαίτηση για συνθέσεις, πολιτική ωριμότητα κι ευρύτερη κοινωνική συναίνεση. Κοινό στοιχείο όλων είναι η αγωνία για σταθερή διακυβέρνηση σε μια περίοδο όπου τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται. Οι πολίτες απαντούν στο ερώτημα: «Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών δείχνουν να επηρεάζονται και από τα κυοφορούμενα κόμματα Τσίπρα, Καρυστιανού, ενδεχομένως και Σαμαρά, εμφανίζοντας ρευστό πολιτικό σκηνικό. Εκτιμάτε ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση η δημιουργία αυτοδύναμης κυβέρνησης ή μπορεί να είναι αποτελεσματική και κυβέρνηση συνεργασίας;».
Στη «δ» μιλούν: Μιχάλης Λουλούς, Πάνος Βενέρης, Γιώργος Σάββενας, Νίκος Τριπολίτης, Βασίλης Καρνάβας, Χρήστος Μιστιλιάδης, Μιχάλης Καβουκλής, Γιώργος Καταξενός και Μιχάλης Μπαριανάκης.

Ο Μιχάλης Λουλούς, πρόεδρος του Περιφερειακού Φυτωρίου ΑΕ Νοτίου Αιγαίου, τονίζει ότι η χώρα δεν χρειάζεται πειραματισμούς και κυβερνήσεις συνεργασίας, αλλά αυτοδυναμία κι επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Αναλυτικότερα, και επισημαίνει τα εξής: «Οι δημοσκοπήσεις πράγματι αποτυπώνουν ένα ρευστό σκηνικό, λόγω νέων ή υπό διαμόρφωση πολιτικών σχημάτων. Όμως σε περιόδους αβεβαιότητας, ο τόπος δεν έχει ανάγκη από πειράματα, αλλά από καθαρές λύσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται μια ισχυρή, αυτοδύναμη, μονοκομματική κυβέρνηση με ξεκάθαρο σχέδιο και ευθύνη. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας συχνά οδηγούν σε καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και έλλειψη αποφασιστικότητας. Από το 2019 έως σήμερα, η χώρα δοκιμάστηκε σκληρά από αλλεπάλληλες κρίσεις. Υγειονομική κρίση χωρίς προηγούμενο, φυσικές καταστροφές, σεισμούς, πλημμύρες και γεωπολιτικές αναταράξεις. Σε όλες αυτές τις συνθήκες, υπήρξε σταθερό τιμόνι και σοβαρή διαχείριση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε ότι μπορεί να παίρνει δύσκολες αποφάσεις την κατάλληλη στιγμή. Με σχέδιο, θεσμικότητα και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η Νέα Δημοκρατία εγγυάται τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την ασφάλεια του αύριο. Γι’ αυτό και η αυτοδυναμία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για το μέλλον της χώρας».

Ο Πάνος Βενέρης, αρχιτέκτων, πρώην πρόεδρος του ΤΕΕ παράρτημα Δωδεκάνησου και πρώην δ/ντής της ΠΝΑι, υπογραμμίζει τα εξής: «Η κρίση άφησε πίσω της απόνερα που δύσκολα θα στραγγίσουν. Ένα από αυτά είναι το “ρευστό” πολιτικό τοπίο που αναφέρετε και που διαρκώς μεταλλάσσεται, όχι για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες αλλά για να κρατηθεί ζωντανή η παθογένειά του, κάπως σαν να έχει πληγεί από ανθεκτικές ιώσεις. Προσωποπαγή πολιτικά σχήματα δημιουργούνται διαρκώς, διάφοροι “λαϊκιστές” έρχονται και παρέρχονται από το προσκήνιο σαν τους αρχαίους “δημαγωγούς”, οι ιδεολογίες έχουν παραγκωνιστεί ως “ντεμοντέ”, το “απολίτικο” γίνεται “πολιτικό” με την έννοια του “αντισυστημικού” και πάει λέγοντας. Πιο παρακμή δεν γίνεται. Η αναφορά μου αυτή είναι γενικής φύσεως. Μπορεί να εξειδικευτεί σε πρόσωπα και καταστάσεις, δεν είναι όμως της παρούσης.
Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό ο κόσμος ψάχνει από κάπου να πιαστεί. Είναι δύσκολο όμως να γραδάρει το κατά πού πάει η βάρκα και με ποιόν πηδαλιούχο, γι’ αυτό και λειτουργεί με βάση το “θυμικό” και τη συγκυρία. Πολιτική είναι η “τέχνη του εφικτού”. Φαίνεται ότι στην παρούσα φάση οι “αυτοδυναμίες” έχουν τελειώσει. Άρα το πολιτικό σκηνικό πρέπει να προσαρμοστεί στην νέα πραγματικότητα. Ίσως ήρθε η ώρα να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. Συνεργασίες για σχηματισμό κυβέρνησης αλλά και συνεργασίες για δημιουργία ευρύτερων πολιτικών σχηματισμών ως αντίδοτο στον κατακερματισμό. Αρκεί όλα αυτά να γίνουν μέσα από προγραμματικές συγκλίσεις με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Υπ’ αυτή την έννοια και με αυτή την προϋπόθεση, απαντώντας στο ερώτημά σας θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητη η δημιουργία αυτοδύναμης κυβέρνησης, αλλά η λεγόμενη “κυβερνησιμότητα” της χώρας θα μπορούσε να επιτευχθεί και μέσα από συνεργατικά σχήματα. Ίσως έτσι να μπορέσει να θεραπευτεί και η κλασική παθογένεια της χώρας που ακούει στο όνομα “κρατισμός” και “συγκεντρωτισμός”.

Ο Γιώργος Σάββενας, αρχιτέκτων, δηλώνει ότι ως άνθρωπος που εδώ και χρόνια συμμετέχει ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, βλέπει το σημερινό πολιτικό τοπίο όχι ως παιχνίδι αριθμών, αλλά ως αντανάκλαση μιας κοινωνίας σε κόπωση και αναζήτηση. «Οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν μόνο ρευστότητα· δείχνουν έλλειμμα εμπιστοσύνης, ανάγκη για νέο λόγο και κυρίως για νέο ήθος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειαζόμαστε αυτοδύναμη κυβέρνηση ή συνεργασίες, αλλά αν έχουμε την πολιτική ωριμότητα να συνθέσουμε. Ως αρχιτέκτονας πιστεύω ότι η πολιτική όπως και η αρχιτεκτονική, οφείλουν να έχουν ξεκάθαρο “αφήγημα”, εννοιολογική συνέπεια και όραμα, με στόχο να βελτιώνουν την ποιότητα της ζωή μας.
Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να αποτύχει θεαματικά, αν είναι προϊόν συναλλαγής· μπορεί όμως και να πετύχει ουσιαστικά, αν είναι αποτέλεσμα ειλικρινούς προγραμματικής σύγκλισης. Αντίστοιχα, μια αυτοδύναμη κυβέρνηση δεν εγγυάται ούτε αποτελεσματικότητα ούτε δικαιοσύνη, αν απουσιάζει ο κοινωνικός έλεγχος και η ενσυναίσθηση.
Στην Ελλάδα του 2026, με κοινωνικές ανισότητες, ακρίβεια, θεσμική κόπωση και νέες γενιές σε αμφιθυμία, αυτό που λείπει δεν είναι η ισχύς, αλλά η εμπιστοσύνη. Και αυτή δεν χτίζεται με επικοινωνιακά υλικά χαμηλής ποιότητας, αλλά με πολιτική που μελετά, ακούει, σχεδιάζει και υπηρετεί τον άνθρωπο. Αν κάτι μας διδάσκει η αρχιτεκτονική, είναι ότι ο σκοπός δεν είναι το κτίσμα, αλλά η ζωή που φιλοξενεί. Το ίδιο ισχύει και για τη διακυβέρνηση. Η Ελλάδα που χρειαζόμαστε είναι αυτή που σχεδιάζει μαζί με την κοινωνία, όπως ένας αρχιτέκτονας που δεν επιδιώκει απλά να “ολοκληρώνει ένα κτήριο”, αλλά μελετά, ακούει, διορθώνει, προτείνει — για να κάνουμε την καθημερινότητα πιο δίκαιη, βιώσιμη και ανθρώπινη. Μια κυβέρνηση που υπηρετεί το κοινό καλό — είτε αυτοδύναμη είτε συνεργασίας — πρέπει να έχει στόχο να δώσει νόημα στην πολιτική και όχι να παγιδευτεί στη σκοπιμότητα της εξουσίας», επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Ο Μιχάλης Καβουκλής, πολιτικός επιστήμων-διεθνολόγος και προέδρος του Σπιτιού της Ευρώπης, δηλώνει: «Προσωπικά βλέπω μία μεγαλύτερη ρευστότητα στην αντιπολίτευση παρά στο γενικό πολιτικό σκηνικό. Αυτό αντανακλά μια βαθύτερη αναζήτηση της κοινωνίας για ουσιαστική εκπροσώπηση και λύσεις στα καθημερινά προβλήματα, εύρεση μίας εναλλακτικής στην υφιστάμενη κυβέρνηση.
Και οι τρεις εναλλακτικές που προτείνονται να προστεθούν στο ήδη μεγάλο φάσμα αντιπολιτευτικών κομμάτων έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά: κυρίως έλκουν κοινό με το συναίσθημα και τον λαϊκισμό.
Σε κάθε περίπτωση αυτό που βλέπουμε είναι μία πολυδιάσπαση και πολυπολικότητα στην αντιπολίτευση, ενώ για την κυβέρνηση, παρά τα πολλαπλά λάθη, αστοχίες, αμέλειες και αυτογκόλ, βλέπουμε ένα δημοσκοπικό περιβάλλον, όχι πολύ διαφορετικό από τις παραμονές των προηγούμενων εκλογών (του 2023). Στο δίλημμα “αυτοδυναμία ή συνεργασία”, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Η αυτοδυναμία προσφέρει το πλεονέκτημα των γρήγορων αποφάσεων και της καθαρής πολιτικής ευθύνης, στοιχεία απαραίτητα κυρίως σε περιόδους κρίσεων. Ωστόσο, μια κυβέρνηση συνεργασίας, μπορεί να διασφαλίσει ευρύτερη κοινωνική συναίνεση και θεσμική σταθερότητα για να γίνουν πράγματα που απαιτούνται από τις συνθήκες: ουσιαστικές και πιο βαθιές μεταρρυθμίσεις. Μην ξεχνάμε ότι τις πιο βίαιες και επώδυνες μεταρρυθμίσεις του αιώνα μας, οι κυβερνήσεις συνεργασίας του 2010-2019 κατάφεραν να τις περάσουν. Και πάλι, δεν είναι κακό οι κυβερνήσεις συνεργασίας. Αν θέλουμε κάποια στιγμή η Δημοκρατία μας να γίνει πιο δυνατή, πιο σταθερή, και κυρίως πιο αντιπροσωπευτική, οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα πρέπει να είναι μία θελκτική εναλλακτική, όπου οι πολιτικές δυνάμεις επιδεικνύουν την απαραίτητη πολιτική ωριμότητα να βάλουν το εθνικό συμφέρον πάνω από το κομματικό. Δεδομένης της γεωπολιτικής κατάστασης, αυτό που εύχομαι είναι οι επόμενες εκλογές, με την κρίση πάντα του Ελληνικού λαού, να δώσουν γρήγορα σταθερή κυβέρνηση, αυτοδύναμη ή μη. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για κυβερνητική κρίση και επαναλαμβανόμενες εκλογικές διαδικασίες».

Ο Χρήστος Μιστιλιάδης, δημοσιογράφος, απαντά στο ερώτημα ως εξής: «Η δική μου γνώμη, καθαρά ως πολιτική ανάλυση (όχι κομματική τοποθέτηση), είναι ότι η αυτοδυναμία δεν είναι από μόνη της προϋπόθεση αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Προσφέρει όμως πολλά πλεονεκτήματα, όπως: ταχύτητα στις αποφάσεις, καθαρή ευθύνη (ξέρεις ποιος κυβερνά και ποιος λογοδοτεί), σταθερότητα σε περιόδους κρίσης. Το πραγματικό δίλημμα κατά τη γνώμη μου δεν είναι αυτοδυναμία ή συνεργασία, αλλά: σε περιόδους πολιτικής αναδιάταξης, όπως φαίνεται να ζούμε, μια καλοδομημένη κυβέρνηση συνεργασίας είναι πιο δύσκολη. Θέλει επίπεδο, κουλτούρα και ειλικρίνεια. Και εκεί συνήθως σκοντάφτουμε. Αν κατέληγα σε μία φράση, θα έλεγα ότι στην Ελλάδα η αυτοδυναμία λειτούργησε συχνά καλύτερα πρακτικά. Ιστορικά, αν δούμε ψυχρά τα δεδομένα, βλέπουμε ότι: Οι περισσότερες μεγάλες μεταρρυθμίσεις έγιναν από αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Υπήρξε συνέχεια πολιτικής, λιγότερα μπλοκαρίσματα, καθαρή ιεραρχία. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα είτε: ήταν μεταβατικές, είτε προϊόν κρίσης/ανάγκης, είτε κατέρρευσαν γρήγορα λόγω εσωτερικών αντιφάσεων. Η αυτοδυναμία συμφέρει την δημοκρατία, αλλά όταν υπάρχουν ισχυροί θεσμοί και πολιτική κουλτούρα ελέγχου».

O Μιχάλης Μπαριανάκης, πρώην περιφερειακός σύμβουλος και μέλος της Νέας Δημοκρατίας επισημαίνει τα εξής: «Εκτιμώ ότι πάντα οι δημοσκοπήσεις είναι εργαλείο που βοηθούν τα επιτελεία των κομμάτων για το που βρίσκονται και να προετοιμαστούν κατάλληλα για τις εκλογές! Μάλιστα όταν είναι συχνές και κυλιόμενες έχουν το δικό τους ενδιαφέρον. Όλες όμως δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία είναι πρώτο κόμμα και μάλιστα με διαφορά από το δεύτερο και για πρώτη φορά παρατηρούμε ενώ είναι στο μέσον της δεύτερης θητείας της κι έχει τάσεις να αυξάνεται η διαφορά. Ακόμη, ότι σχεδόν έναν χρόνο πριν διεξαχθούν οι εκλογές, τα νέα κόμματα που θα δημιουργηθούν ίσως να την συσπειρώσουν για αυτοδυναμία με δεδομένο ότι κανένα κόμμα δεν θα δεχθεί συγκυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία! Για τον λόγο ότι δεν θα υπάρχει σταθερότητα στην χώρα, ίσως να είναι κοντά στην αυτοδυναμία».

Ο Γιώργος Καταξενός, πρόεδρος του Φιλανθρωπικού Σωματείου «Ελεημονήτρια», τάσσεται επίσης υπέρ μίας αυτοδύναμης κυβέρνησης κι εκτιμά ότι «οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών καταγράφουν ένα ιδιαίτερα ρευστό πολιτικό σκηνικό, το οποίο δεν επηρεάζεται μόνο από εσωτερικές πολιτικές διεργασίες, αλλά και από τις βαθιές γεωπολιτικές ανακατατάξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, οι ραγδαίες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο με τις απρόβλεπτες αποφάσεις σε οικονομικό και γεωπολιτικό πεδίο του Ντόναλντ Τραμπ, ο τετραετής και ιδιαίτερα καταστροφικός πόλεμος στην Ουκρανία, οι συνεχιζόμενες τουρκικές προκλήσεις και διεκδικήσεις, καθώς και η ίδρυση του νέου «Συμβουλίου Ειρήνης» από τον Ντόναλντ Τραμπ με τη συμμετοχή και του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν, συνθέτουν ένα περιβάλλον έντονης αστάθειας και αυξημένης αβεβαιότητας. Σε αυτό το διεθνές ρευστό περιβάλλον, η Ελλάδα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση, ενιαία εθνική στρατηγική και ταχύτητα στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, ιδίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας. Με τα σημερινά δεδομένα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, μια πολυκομματική κυβέρνηση συνεργασίας δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει κοινή γραμμή και ταύτιση αποφάσεων σε όλα τα κρίσιμα θέματα, γεγονός που εγκυμονεί τον κίνδυνο διαφωνιών και ακυβερνησίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα. Ως εκ τούτου, είμαι ξεκάθαρα υπέρ μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης, καθώς τη θεωρώ τη μόνη ρεαλιστική επιλογή που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα, συνέπεια και αποτελεσματική διακυβέρνηση σε μια περίοδο μεγάλων και σύνθετων προκλήσεων».

Ο Βασίλης Καρνάβας, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και πρώην αυτοδιοικητικός (δημοτικός σύμβουλος), υποστηρίζει ότι «το μόνο που δεν είναι πλέον πιθανόν είναι να έχουμε ξανά κυβέρνηση της ΝΔ. Αυτή είναι η ταπεινή δική μου εκτίμηση με αυτά τα ελάχιστα που έχω αποκομίσει από την τριβή μου με την πολιτική. Οφείλω όμως να σας πω ότι οι εξελίξεις δεν είναι πολιτικά ραγδαίες. Θα ξεκινήσω με τους συμπολίτες μας που ψήφισαν το κυβερνών κόμμα και την βούληση πολλών απ’ αυτούς ν’ αλλάξει η κατάσταση που ειλικρινά δεν μας αξίζει σαν χώρα. Οι άνθρωποι αυτοί είναι εργαζόμενοι και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες που δεν θέλουν να ακούσουν ξανά για τον κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του. Τα κυοφορούμενα κόμματα θα παίξουν έναν ρόλο που σίγουρα θα καθορίσει το αποτέλεσμα, με χαμένη περισσότερο την ΝΔ και λιγότερο την αντιπολίτευση. Οι συνεργασίες δεν είναι στις προθέσεις του ΠΑΣΟΚ μιας και η πολιτική συγκυρία θα επιβραβεύσει πολλά απ’ αυτά που εμείς δεν στάθηκε δυνατόν να πετύχουμε σε ποσοστά ανόδου… Αλήθεια κα. Παμπρή υπάρχει κάποιος άλλος πολιτικός χώρος που μπορεί να έχει στο ενεργητικό του τις θέσεις και τη σοβαρότητα που εμείς αυτά τα χρόνια δείξαμε; Είμαστε κοντά στον λαό με καθαρές θέσεις για την επιστροφή της χώρας στη λογική και στη νομιμότητα του πολιτικού μας βίου».

Ο Νίκος Τριπολίτης, ιδρυτής κι επικεφαλής της Γραμματείας Στήριξης Ανέργων και Ευπαθών Ομάδων στην Ρόδο και επίτιμος πρόεδρος των οικοδόμων της Ρόδου, απαντά πολύ σύντομα και ξεκάθαρα ότι τάσσεται υπέρ μίας κυβέρνησης συνεργασίας, λέγοντας τα εξής: «Θεωρώ ότι μια αυτοδυναμία κυβέρνησης με τα προβλήματα που έχει η χώρα θα είναι ό,τι χειρότερο. Είμαι υπέρ μιας κυβέρνησης συνεργασίας με προγραμματικές δεσμεύσεις υπέρ των πολιτών».













