ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η Ολομέλεια του Σ.τ.Ε. δεν δεσμεύεται από την απόφαση της 7μελούς σύνθεσης για τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Συμβούλιο της Επικρατείας

Με αφορ­μή νέα δη­μο­σιεύ­μα­τα στα οποία ανα­πα­ρά­γο­νται τα όσα είχε απο­κα­λύ­ψει πρώτη “η δη­μο­κρα­τι­κή” ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με δι­σέ­λι­δο άρθρο μας, της 4ης Δε­κεμ­βρί­ου 2013…

Ολό­κλη­ρο το σκε­πτι­κό των υπ’ αριθμ. 3930 και 3931/2013 απο­φά­σε­ων του Β’ Τμή­μα­τος του Συμ­βου­λί­ου της Επι­κρα­τεί­ας σε 7μελή σύν­θε­ση με τις οποί­ες απο­φα­σί­ζε­ται η πα­ρα­πο­μπή του θέ­μα­τος της συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας του Δη­μο­τι­κού Φόρου στην Ολο­μέ­λεια του Δι­κα­στη­ρί­ου, λόγω μεί­ζο­νος σπου­δαιό­τη­τας και αρ­μο­διό­τη­τας, φέρ­νει σή­με­ρα στο φως της δη­μο­σιό­τη­τας η “δη­μο­κρα­τι­κή”.

Οι απο­φά­σεις του δι­κα­στη­ρί­ου δεν είναι αμε­τά­κλη­τες, δεν πα­ρά­γουν δε­δι­κα­σμέ­νο και φυ­σι­κά δεν έχουν έν­νο­μα απο­τε­λέ­σμα­τα.

Στις τά­ξεις του Επι­με­λη­τη­ρί­ου Δω­δε­κα­νή­σου, που δεν ενε­πλά­κη στην έν­δι­κη δια­φο­ρά η οποία οδή­γη­σε στην έκ­δο­ση των ως άνω απο­φά­σε­ων, έχει ξε­κι­νή­σει στο με­τα­ξύ να ανα­πτύσ­σε­ται κί­νη­μα “δεν πλη­ρώ­νω ΔΗ­ΦΟ­ΔΩ”.

Η κρίση όμως του δι­κα­στη­ρί­ου δεν δε­σμεύ­ει την Ολο­μέ­λεια και ου­σια­στι­κά η εκ­δί­κα­ση της υπό­θε­σης επα­να­λαμ­βά­νε­ται.

Εν πάση πε­ρι­πτώ­σει το δι­κα­στή­ριο συ­νε­δρί­α­σε με την εξής σύν­θε­ση: Φ. Αρ­να­ού­το­γλου, Αντι­πρό­ε­δρος, Πρό­ε­δρος του Β΄ Τμή­μα­τος, Ν. Μαρ­κου­λά­κης, Ε. Νίκα, Γ. Τσι­μέ­κας, Β. Κα­λαν­τζή, Σύμ­βου­λοι, Κ. Λα­ζα­ρά­κη, Ο.-Μ. Βα­σι­λά­κη, Πά­ρε­δροι.

Εξέ­τα­σε την από 31 Ιου­λί­ου 2006 αί­τη­ση της Κοι­νο­πρα­ξί­ας με την επω­νυ­μία “Κοι­νο­πρα­ξία Νο­σο­κο­μεί­ου Ρόδου ΤΕΡΝΑ Α.Ε. – ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. – ΕΜΠΕ­ΔΟΣ Α.Ε. – J & P ΑΒΑΞ Α.Ε. – IMEC GMBH” και το δια­κρι­τι­κό τίτλο «Κοι­νο­πρα­ξία Κα­τα­σκευ­ής Νο­σο­κο­μεί­ου Ρόδου», όπως με­το­νο­μά­σθη­κε η Κοι­νο­πρα­ξία με την επω­νυ­μία «ΓΕΚ Α.Ε. – ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΗ ΤΕ­ΧΝΟ­ΔΟ­ΜΙ­ΚΗ Α.Ε. – Α.Τ.Ε. ΓΝΩ­ΜΩΝ Α.Ε. – ΑΒΑΞ Α.Ε. – IMEC GMBH», η οποία πα­ρέ­στη με τους δι­κη­γό­ρους Σπυ­ρί­δω­να Μα­ρά­το και Φιλιώ Μεντή κατά του Δήμου Ρόδου, ο οποί­ος πα­ρέ­στη με τους δι­κη­γό­ρους Θε­ό­δω­ρο Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου και Γλυ­κε­ρία Σιού­τη.

Στο σκε­πτι­κό της από­φα­σης ανα­φέ­ρο­νται με­τα­ξύ άλλων τα εξής:

“Επει­δή, μετά την ένωση της Δω­δε­κα­νή­σου με την Ελ­λά­δα, στις 31-3-1947, με τις δια­τά­ξεις των άρ­θρων 2 του α.ν. 798/1948 (Α’ 248) δια­τη­ρή­θη­καν «προ­σω­ρι­νώς» σε ισχύ οι δια­τά­ξεις των 187/1938 και 132/1939 Το­πι­κών Κυ­βερ­νη­τι­κών Δια­ταγ­μά­των της Ιτα­λι­κής Διοι­κή­σε­ως περί επι­βο­λής το­πι­κού φόρου κα­τα­νά­λω­σης υπέρ των δήμων και κοι­νο­τή­των της Δω­δε­κα­νή­σου επί των ει­σα­γο­μέ­νων σ’ αυτήν εμπο­ρευ­μά­των, καθώς και των εξα­γο­μέ­νων από αυτήν, ανα­στελ­λο­μέ­νης της ισχύ­ος των αντι­στοί­χων δια­τά­ξε­ων του Κώ­δι­κος Δήμων και Κοι­νο­τή­των. Στην συ­νέ­χεια, όταν, με τις δια­τά­ξεις του α.ν. 1910/1951 (Α’ 221) ρυθ­μί­σθη­καν τα των εσό­δων όλων των δήμων και κοι­νο­τή­των της Χώρας, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, συ­νε­πώς, και της Δω­δε­κα­νή­σου, με το άρθρο 79 ορί­σθη­κε ει­δι­κό­τε­ρα ότι δια­τη­ρού­νταν σε ισχύ οι υπέρ των Δήμων και Κοι­νο­τή­των της Γεν. Διοι­κή­σε­ως Δω­δε­κα­νή­σου ει­σπρατ­τό­με­νοι φόροι, τέλη και δι­καιώ­μα­τα, περί των οποί­ων δεν προ­έ­βλε­πε ο νόμος αυτός, και οι οποί­οι επι­τρε­πό­ταν να κα­ταρ­γη­θούν με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα, το οποίο, πά­ντως, ποτέ δεν εκ­δό­θη­κε. Συ­νε­πώς, υπό το κα­θε­στώς αυτό, οι ορ­γα­νι­σμοί το­πι­κής αυ­το­διοί­κη­σης της Δω­δε­κα­νή­σου, επι­πλέ­ον των προ­βλε­πό­με­νων από τις πά­γιες ρυθ­μί­σεις περί δήμων και κοι­νο­τή­των εσό­δων, συ­νέ­χι­ζαν να απο­λαμ­βά­νουν και του προ­α­να­φερ­θέ­ντος ει­δι­κού το­πι­κού φόρου κα­τα­νά­λω­σης, κρί­θη­κε δε ότι η δια­τή­ρη­ση αυτή σε ισχύ των εν λόγω δια­τά­ξε­ων, όπως, άλ­λω­στε, και άλλες φο­ρο­λο­γι­κές απο­κλί­σεις σχε­τι­κά με τη Δω­δε­κά­νη­σο, δεν πα­ρα­βί­α­ζαν τις συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις περί ισό­τη­τας και συ­νει­σφο­ράς των Ελ­λή­νων αδια­κρί­τως στα δη­μό­σια βάρη ανα­λό­γως των δυ­νά­με­ών τους ενό­ψει, με­τα­ξύ άλλων, των «δια­φό­ρων συν­θη­κών» υπό τις οποί­ες τε­λού­σαν οι φο­ρο­λο­γού­με­νοι στη Δω­δε­κά­νη­σο σε σχέση με τους φο­ρο­λο­γού­με­νους στη λοιπή Ελ­λά­δα.

Αρ­γό­τε­ρα, όμως, ύστε­ρα από την έντα­ξη της Ελ­λά­δας στην Ευ­ρω­παϊ­κή Οι­κο­νο­μι­κή Κοι­νό­τη­τα, όταν εγέρ­θη­καν αμ­φι­σβη­τή­σεις σχε­τι­κά με τη συμ­φω­νία των πιο πάνω δια­τά­ξε­ων προς το κοι­νο­τι­κό δί­καιο και απέ­λη­ξαν σε απο­φα­τι­κή κρίση του ΔΕΚ, αυτές κα­ταρ­γή­θη­καν από 1-7-1994 με την πα­ρά­γρα­φο 2 του άρ­θρου 65 του ν. 2214/1994 «Αντι­κει­με­νι­κό σύ­στη­μα φο­ρο­λο­γί­ας ει­σο­δή­μα­τος και άλλες δια­τά­ξεις» (Α’ 75). Πα­ράλ­λη­λα, με τη διά­τα­ξη του άρ­θρου 60 του ίδιου νόμου ορί­σθη­κε ότι «1. Επι­βάλ­λε­ται, υπέρ των Ο.Τ.Α. Νομού Δω­δε­κα­νή­σου, φόρος με την ονο­μα­σία “Δη­μο­τι­κός φόρος Δω­δε­κα­νή­σου”, σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του πα­ρό­ντος άρ­θρου. 2. Ο φόρος επι­βάλ­λε­ται στα ακα­θά­ρι­στα έσοδα που πραγ­μα­το­ποιού­νται από την άσκη­ση οι­κο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στην πε­ρι­φέ­ρεια του Νομού Δω­δε­κα­νή­σου, από κάθε πρό­σω­πο που θε­ω­ρεί­ται ως επι­τη­δευ­μα­τί­ας, σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992). 3. Ως ακα­θά­ρι­στα έσοδα νο­ού­νται τα ακα­θά­ρι­στα έσοδα, όπως αυτά προσ­διο­ρί­ζο­νται για την εφαρ­μο­γή των δια­τά­ξε­ων της φο­ρο­λο­γί­ας ει­σο­δή­μα­τος. 4. Ο φόρος υπο­λο­γί­ζε­ται με την εφαρ­μο­γή συ­ντε­λε­στή επί των ακα­θά­ρι­στων εσό­δων ανά­λο­γα με το ύψος του συ­ντε­λε­στή κα­θα­ρού κέρ­δους, που προ­βλέ­πε­ται για την οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του επι­τη­δευ­μα­τία, σύμ­φω­να με τον ακό­λου­θο πί­να­κα:

Συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρού κέρ­δους Συ­ντε­λε­στής φόρου

Μέχρι 5% 0,2 %

πάνω από 5% και μέχρι 10% 0,4 %

πάνω από 10% και μέχρι 15% 0,6 %

πάνω από 15% και μέχρι 20% 0,8 %

πάνω από 20% 1,0 %

Όταν ο επι­τη­δευ­μα­τί­ας ασκεί μικτή δρα­στη­ριό­τη­τα πώ­λη­σης αγα­θών και πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών, ο φόρος υπο­λο­γί­ζε­ται ξε­χω­ρι­στά για κάθε δρα­στη­ριό­τη­τα. Στην πε­ρί­πτω­ση που ο επι­τη­δευ­μα­τί­ας: α) Ασκεί πε­ρισ­σό­τε­ρες από μια οι­κο­νο­μι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, για τις οποί­ες προ­βλέ­πο­νται δια­φο­ρε­τι­κοί συ­ντε­λε­στές κα­θα­ρού κέρ­δους, λαμ­βά­νε­ται υπόψη ο συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρού κέρ­δους της οι­κο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας στην οποία αντι­στοι­χούν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ακα­θά­ρι­στα έσοδα. β) Ασκεί οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, για την οποία δεν προ­βλέ­πε­ται συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρού κέρ­δους, λαμ­βά­νε­ται υπόψη ο μέσος όρος των συ­ντε­λε­στών κα­θα­ρού κέρ­δους της κα­τη­γο­ρί­ας στην οποία εντάσ­σε­ται η οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του επι­τη­δευ­μα­τία. Ως συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρού κέρ­δους νο­εί­ται, κατά πε­ρί­πτω­ση, ο μο­να­δι­κός συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρού κέρ­δους επί των ακα­θά­ρι­στων εσό­δων ή ο συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρών αμοι­βών, όπως ορί­ζο­νται με απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών, ή ο συ­ντε­λε­στής κα­θα­ρού κέρ­δους ή κα­θα­ρών αμοι­βών που ορί­ζε­ται, αντί­στοι­χα, με τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 36 και 46 του ν.δ. 3323/1955».

Αφού γί­νε­ται μνεία στις απαλ­λα­κτι­κές δια­τά­ξεις του νόμου για ορι­σμέ­νους επι­τη­δευ­μα­τί­ες αλλά και τον τρόπο εί­σπρα­ξής του, το­νί­ζο­νται και τα εξής:

«Από τις σχε­τι­κές συ­ζη­τή­σεις στη Βουλή σχε­τι­κά με την διά­τα­ξη του άρ­θρου 60 του ν. 2214/1994, η οποία, ση­μειω­τέ­ον, ει­σή­χθη ως προ­σθή­κη σε σχέ­διο νόμου με άλλο αντι­κεί­με­νο ενώ­πιον της Διαρ­κούς Επι­τρο­πής Οι­κο­νο­μι­κών Υπο­θέ­σε­ων, προ­κύ­πτει ότι ο επί­δι­κος φόρος, που επι­βλή­θη­κε δίχως με­λέ­τη και επί­κλη­ση ει­δι­κών συν­θη­κών δια­φο­ρο­ποί­η­σης της Δω­δε­κα­νή­σου ένα­ντι των λοι­πών πε­ρι­φε­ρειών του Κρά­τους, προ­ο­ρί­σθη­κε να απο­τε­λέ­σει, και μά­λι­στα μό­νι­μα και όχι προ­σω­ρι­νά, «υπο­κα­τά­στα­το» του κα­ταρ­γη­θέ­ντος με την προ­α­να­φερ­θεί­σα διά­τα­ξη του άρ­θρου 65 παρ. 2 του ίδιου νο­μο­θε­τή­μα­τος φόρου, προς ανά­πτυ­ξη της το­πι­κής οι­κο­νο­μί­ας.

Επει­δή, οι κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές συν­θή­κες του χρό­νου επι­βο­λής του επι­δί­κου φόρου, 50 πε­ρί­που χρό­νια μετά την ένωση της Δω­δε­κα­νή­σου με την Ελ­λά­δα, είναι, προ­φα­νώς, δια­φο­ρε­τι­κές εκεί­νων που υπήρ­χαν κατά τα αμέ­σως επό­με­να της ένω­σης αυτής έτη και δι­καιο­λο­γού­σαν μιαν ει­δι­κή, ένα­ντι άλλων πε­ριο­χών της χώρας με τα αυτά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, με­τα­χεί­ρι­ση. Τούτο προ­κύ­πτει άλ­λω­στε και από τη δια­φαι­νό­με­νη σε σειρά νε­ό­τε­ρων φο­ρο­λο­γι­κών ρυθ­μί­σε­ων με­τα­βο­λή της ου­σια­στι­κής εκτί­μη­σης του νο­μο­θέ­τη, σύμ­φω­να με την οποία η Δω­δε­κά­νη­σος δεν αντι­με­τω­πί­ζε­ται με­μο­νω­μέ­να, αλλά μαζί με άλλες πε­ριο­χές με τα αυτά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ενιαία. Ει­δι­κό­τε­ρα, α) προ­βλέ­φθη­κε υπό προ­ϋ­πο­θέ­σεις (άρθρο 17 παρ. 4 ν. 1642/1986, Α’ 125, όπως αντι­κα­τα­στά­θη­κε με άρθρο 1 παρ. 26 ν. 2093/1992, Α’ 181, άρθρο 21 παρ. 4 ν. 2859/2000, Α’ 248) κατά ενιαίο τρόπο για τα νησιά των νομών Λέ­σβου, Χίου, Σάμου, Δω­δε­κα­νή­σου, Κυ­κλά­δων και τα νησιά του Αι­γαί­ου Θάσο, Σα­μο­θρά­κη, Βό­ρειες Σπο­ρά­δες και Σκύρο, μεί­ω­ση κατά 30% των συ­ντε­λε­στών φ.π.α., αφού, με το άρθρο 8 του ν. 1881/1990 (Α’ 42) όπως τρο­πο­ποι­ή­θη­κε με το άρθρο 10 του ν. 1884/1990 (Α’ 81), είχε εγκα­τα­λει­φθεί η πρό­βλε­ψη σχε­τι­κής μεί­ω­σης μόνο για τη Δω­δε­κά­νη­σο (άρθρο 17 εδ. β’ ν. 1642/1986, άρθρο 2 ν. 1676/1986, Α’ 204), β) ο νο­μο­θέ­της, ο οποί­ος είχε αρ­χι­κώς ορί­σει ει­δι­κά για τη Δω­δε­κά­νη­σο ότι η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν.δ. 3323/1955 (Α’ 214) κλί­μα­κα φο­ρο­λο­γι­κών συ­ντε­λε­στών και ο κατά την παρ. 2 του ίδιου άρ­θρου συ­μπλη­ρω­μα­τι­κός φόρος εφαρ­μό­ζο­νται μειω­μέ­νοι στο ήμισυ, από το ποσό δε του φόρου αυτού πο­σο­στό 20% απο­τε­λεί έσοδο υπέρ των Δήμων και Κοι­νο­τή­των της Δω­δε­κα­νή­σου, προ­έ­βη ακο­λού­θως σε ει­δι­κές ευ­νοϊ­κές ρυθ­μί­σεις ως προς τη φο­ρο­λο­γία ει­σο­δή­μα­τος που ανα­φέ­ρο­νταν μεν στη Δω­δε­κά­νη­σο, μαζί, όμως, με άλλες πε­ριο­χές (νο­μούς Ξάν­θης, Ρο­δό­πης, Έβρου, Λέ­σβου, Χίου, Σάμου και Δω­δε­κα­νή­σου, καθώς και πε­ριο­χές των νομών Θε­σπρω­τί­ας, Ιω­αν­νί­νων, Κα­στο­ριάς, Φλώ­ρι­νας, Πέλ­λης, Κιλ­κίς, Σερ­ρών και Δρά­μας, πε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νες σε ζώνη βά­θους 20 χι­λιο­μέ­τρων από τη με­θο­ρια­κή γραμ­μή), ενώ, εξάλ­λου, με το άρθρο 118 του Κώ­δι­κα Φο­ρο­λο­γί­ας Ει­σο­δή­μα­τος (ν. 2238/1994, Α’ 151, που προ­στέ­θη­κε με το άρθρο 8 του ν. 2459/1997, Α’ 17) προ­έ­βη σε φο­ρο­λο­γι­κές απαλ­λα­γές και μειώ­σεις στη φο­ρο­λο­γία ει­σο­δή­μα­τος, καθώς και σε λοι­πές φο­ρο­λο­γί­ες (ει­δι­κό φόρο τρα­πε­ζι­κών ερ­γα­σιών, φόρο με­τα­βί­βα­σης ακι­νή­των), για λό­γους ανα­πτυ­ξια­κούς και εθνι­κούς (συ­γκρά­τη­ση και αύ­ξη­ση πλη­θυ­σμού) σε πε­ριο­χές, τις οποί­ες, όμως, κα­θό­ρι­σε με γε­νι­κό και αντι­κει­με­νι­κό τρόπο (νησιά με πλη­θυ­σμό κάτω από 3.100 κα­τοί­κους).

Κατά τα λοιπά, λόγοι που δι­καιο­λο­γούν, και μά­λι­στα με πάγιο τρόπο, την επι­βο­λή του έν­δι­κου φόρου υπέρ μόνων των ΟΤΑ Δω­δε­κα­νή­σου και, συ­νε­πώς, σε βάρος εκεί­νων μόνον που ασκούν εκεί οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, κατ’ εξαί­ρε­ση όλων όσοι την ασκούν στην λοιπή ελ­λη­νι­κή επι­κρά­τεια, ούτε από τη φύση του φόρου αυτού συ­νά­γε­ται ούτε, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, από τις προ­πα­ρα­σκευα­στι­κές ερ­γα­σί­ες ψή­φι­σης της σχε­τι­κής διά­τα­ξης, ανα­δει­κνύ­ε­ται (πρβλ. ΣΕ 3037/2008 Ολ., 650/1995 7μ.). Ει­δι­κό­τε­ρα, επί­κλη­ση, με συ­γκε­κρι­μέ­νο τρόπο, συν­θη­κών που θα δι­καιο­λο­γού­σαν μια τέ­τοια δια­φο­ρο­ποί­η­ση, δεν γί­νε­ται ούτε στις προ­σκο­μι­σθεί­σες από 1-10-1995 και 21-8-2012 γνω­μο­δο­τή­σεις του Κα­θη­γη­τή Σπ. Φλο­γα­ΐ­τη και της Επί­κου­ρης Κα­θη­γή­τριας Ελ. Θε­ο­χα­ρο­πού­λου, αντι­στοί­χως, ούτε στο προ­σκο­μι­σθέν 3153/2012 έγ­γρα­φο της Διεύ­θυν­σης Οι­κο­νο­μι­κών ΟΤΑ του Υπουρ­γεί­ου Εσω­τε­ρι­κών, όπου γί­νε­ται χρήση εκ­φρά­σε­ων και επί­κλη­ση συν­θη­κών που προ­σι­διά­ζουν, όμως, και σε άλλες πε­ριο­χές της Χώρας, όπως, γε­νι­κώς, ιδιαί­τε­ρων το­πι­κών συν­θη­κών και γε­ω­γρα­φι­κών ιδιαι­τε­ρο­τή­των πα­ρα­με­θό­ριου νη­σιω­τι­κού συ­μπλέγ­μα­τος με απο­μο­νω­μέ­να νησιά, αύ­ξη­σης εσό­δων ΟΤΑ προς εκ­πλή­ρω­ση της απο­στο­λής τους ενό­ψει και του άρ­θρου 102 του Συ­ντάγ­μα­τος και, συ­νε­πώς, σκο­πού δη­μο­σί­ου συμ­φέ­ρο­ντος, του­ρι­στι­κού προ­ο­ρι­σμού κλπ.

Πρό­κει­ται για συν­θή­κες που θα δι­καιο­λο­γού­σαν μεν εν­δε­χο­μέ­νως τη δια­φο­ρο­ποί­η­ση των εν λόγω κα­τη­γο­ριών με βάση γε­νι­κά και αντι­κει­με­νι­κά κρι­τή­ρια (πρβλ. ΣΕ 2626/1980, 3442/1981, 986/1982, 2543/2004 7μ.), όχι όμως μόνης της Δω­δε­κα­νή­σου.

Για τον λόγο αυτό, δεν αρκεί να στη­ρί­ξει θε­μι­τά την προ­σβαλ­λό­με­νη ρύθ­μι­ση, όπως αβα­σί­μως υπο­στη­ρί­ζε­ται, μόνη η, χωρίς συ­γκε­κρι­μέ­νη εξει­δί­κευ­ση των λόγων που το επι­βάλ­λουν, επί­κλη­ση των δια­τά­ξε­ων των άρ­θρων 102 παρ. 6 (παρ. 5, μετά την ανα­θε­ώ­ρη­ση με το από 6-4-2001 ψή­φι­σμα της Ζ’ Ανα­θε­ω­ρη­τι­κής Βου­λής, Α’ 84/17-4-2011) και της προ­στε­θεί­σας, άλ­λω­στε, με το ίδιο πιο πάνω ψή­φι­σμα ερ­μη­νευ­τι­κής δή­λω­σης στο άρθρο 101 του Συ­ντάγ­μα­τος περί των ιδιαί­τε­ρων συν­θη­κών των νη­σιω­τι­κών πε­ριο­χών, ούτε εκεί­νων του άρ­θρου 106 παρ. 1 του Συ­ντάγ­μα­τος για την ανά­πτυ­ξη των πα­ρα­με­θό­ριων νη­σιω­τι­κών πε­ριο­χών, ή εκεί­νων του άρ­θρου 9 του ν. 1850/1989 «Κύ­ρω­ση του Ευ­ρω­παϊ­κού Χάρτη της Το­πι­κής Αυ­το­νο­μί­ας» (Α’ 114) που ορί­ζουν ότι οι ορ­γα­νι­σμοί το­πι­κής αυ­το­διοί­κη­σης έχουν δι­καί­ω­μα, στα πλαί­σια της εθνι­κής οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής, σε επαρ­κείς ίδιους πό­ρους τους οποί­ους μπο­ρούν να δια­θέ­τουν ελεύ­θε­ρα κατά την άσκη­ση των αρ­μο­διο­τή­των τους (παρ. 1) του­λά­χι­στον δε ένα μέρος αυτών πρέ­πει να προ­έρ­χε­ται από το­πι­κούς φό­ρους και τέλη των οποί­ων το ύψος έχουν το δι­καί­ω­μα να ορί­ζουν μέσα στα όρια του νόμου (παρ. 4), τα προ­βλε­πό­με­να από τις οποί­ες μέτρα οφεί­λουν να κι­νού­νται εντός των ορίων που τάσ­σουν οι λοι­πές συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις και αρχές.

Κα­τό­πιν των ανω­τέ­ρω, η επι­βο­λή του έν­δι­κου φόρου, και μά­λι­στα πάγια, σε μό­νους όσους ασκούν οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα στη Δω­δε­κά­νη­σο υπέρ των ΟΤΑ αυτής αντί­κει­ται στην αρχή της φο­ρο­λο­γι­κής ισό­τη­τας και της κα­θο­λι­κό­τη­τας του φόρου και κα­θι­στά εκ του λόγου τού­του ανί­σχυ­ρη τη σχε­τι­κή ρύθ­μι­ση».

Μειο­ψή­φι­σε η Σύμ­βου­λος Βα­σι­λι­κή Κα­λαν­τζή, η οποία υπο­στή­ρι­ξε ότι η επι­βο­λή του έν­δι­κου φόρου, ως εκ του εί­δους και του σκο­πού του, δεν είναι αυ­θαί­ρε­τη, ούτε συ­νταγ­μα­τι­κώς ανε­πί­τρε­πτη.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.