ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η ακούραστη φρουρός του Αιγαίου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
877

ΚΙ­ΝΑ­ΡΟΣ-ΑΠΟ­ΣΤΟ­ΛΗ. Προ­τε­λευ­ταία Κυ­ρια­κή του Οκτώ­βρη. Xαρά­μα­τα. Ψυχή στον Γιαλό της Μυ­κό­νου. Δια­σταυ­ρώ­θη­κα μόνο με δύο τρεις βια­στι­κές γυ­ναί­κες που πή­γαι­ναν για πρω­ι­νή βάρ­δια κα­θα­ριό­τη­τας στα λίγα ανοι­χτά ξε­νο­δο­χεία της Χώρας. Το φθι­νο­πω­ρι­νό νησί, ήσυχο και απο­κοι­μι­σμέ­νο, απέ­πνεε με­λαγ­χο­λία. Τα κα­τα­στή­μα­τα με τις ακρι­βές φίρ­μες ήταν ήδη κλει­στά εδώ και βδο­μά­δες. Εμε­ναν οι αστρα­φτε­ρές επι­γρα­φές τους να κά­νουν παρέα στα σφα­λι­στά μπλε πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Ο ασβέ­στης στα σο­κά­κια, ξε­θώ­ρια­ζε από τα πρω­το­βρό­χια. Λίγοι του­ρί­στες κυ­κλο­φο­ρού­σαν το πε­ρα­σμέ­νο βράδυ σαν ζα­λι­σμέ­να έντο­μα. Εψα­χναν στέ­κια με κόσμο, να βγά­λουν σέλφι με την ψεύ­τι­κη ευ­ε­ξία που κρα­τά­ει όσο η πόζα.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy0
Η κυρα-Ρήνη μένει στο παλιό κα­φε­νείο του νη­σιού δίπλα στο νερό. Ο πα­λιός οι­κι­σμός απέ­χει ένα χι­λιό­με­τρο και δεν είναι ορα­τός από τη θά­λασ­σα. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Πε­ρι­μέ­νο­ντας στο λι­μά­νι το φου­σκω­τό από τη Σύρο με τα μέλη της ορ­γά­νω­σης All For Blue, που θα μας με­τέ­φε­ρε μέχρι την Κί­να­ρο, σκέ­φτη­κα πόσο εν­δια­φέ­ρον έχουν οι πολ­λα­πλές όψεις του Αι­γαί­ου: από τη μια η κο­σμο­πο­λί­τι­κη Μύ­κο­νος, αδεια­νό κο­χύ­λι μόλις τε­λειώ­σει η σεζόν, από την άλλη μια βρα­χο­νη­σί­δα κυ­ριο­λε­κτι­κά στη μέση του πε­λά­γους με μια αφο­σιω­μέ­νη ακρί­τισ­σα που την κρα­τά­ει ζω­ντα­νή, σαν αναμ­μέ­νο κα­ντή­λι. H κυρα-Ρήνη Κα­τσο­τούρ­χη, μένει ολο­μό­να­χη εκεί από τότε που πέ­θα­νε ο άν­δρας της, ο Μικές, το 2013. Η επι­κοι­νω­νία με τον έξω κόσμο είναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Κάθε δέκα μέρες πη­γαί­νει προ­μή­θειες και τα­χυ­δρο­μείο ένα καΐκι από την Αμορ­γό σε επι­δο­τού­με­νο δρο­μο­λό­γιο από το κρά­τος, με κα­πε­τά­νιο τον Αντώ­νη Χά­λα­ρη.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy1
Τα μέλη της All For Blue στο φου­σκω­τό. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Εκτός από αυτόν, υπάρ­χουν και άλλοι άν­θρω­ποι που νοιά­ζο­νται για την κυρα-Ρήνη. Σαν τα παι­διά της All For Blue, της ορ­γά­νω­σης που ίδρυ­σε το 2017 η Κα­τε­ρί­να Το­πού­ζο­γλου με στόχο την προ­στα­σία του θα­λάσ­σιου πε­ρι­βάλ­λο­ντος μέσα από τους πα­ρά­κτιους και υπο­βρύ­χιους κα­θα­ρι­σμούς. Μέχρι σή­με­ρα έχουν ση­κώ­σει από τον πυθ­μέ­να και τις πα­ρα­λί­ες 221 τό­νους απορ­ριμ­μά­των. Κα­νό­νι­σαν να την επι­σκε­φθούν, να της με­τα­φέ­ρουν τρό­φι­μα και φάρ­μα­κα και με την αφορ­μή αυτή να βγά­λουν και όλα τα σκου­πί­δια από τον κολ­πί­σκο όπου βρί­σκε­ται το σπίτι της. Με χαρά δέ­χθη­καν να συμ­με­τά­σχω στον πλου των 156 ναυ­τι­κών μι­λί­ων, που θα γι­νό­ταν αυ­θη­με­ρόν με αφε­τη­ρία και κα­τά­λη­ξη στη Σύρο μέσω Μυ­κό­νου.

Μέτρα ασφα­λεί­ας

Εξυ­πα­κού­ε­ται ότι για τις ανά­γκες του τα­ξι­διού υπο­βλη­θή­κα­με όλοι οι επι­βαί­νο­ντες σε τεστ COVID και τη­ρή­θη­καν τα μέτρα ασφα­λεί­ας ακόμα και εν πλω. Στο τι­μό­νι του σκά­φους, ο Συ­ρια­νός Τάσος Ρούσ­σος, πε­πει­ρα­μέ­νος κα­πε­τά­νιος της All For Blue, αντι­με­τώ­πι­ζε με μα­ε­στρία κάθε αλ­λα­γή του ανέ­μου. Πα­λιός γνώ­ρι­μος της κυρα-Ρήνης, έχει πε­ρά­σει και Πρω­το­χρο­νιά μαζί της για να της κάνει παρέα, είναι κάτι σαν φύ­λα­κας άγ­γε­λός της. Κοντά της σε κάθε ανά­γκη. Ο και­ρός ήταν καλός και χρεια­στή­κα­με, με μια μικρή στάση στη Δο­νού­σα, ένα τρί­ω­ρο να δια­σχί­σου­με τις μισές Κυ­κλά­δες.

Καθώς ο ήλιος ανέ­βαι­νε στον ου­ρα­νό έκανε τα νησιά να μοιά­ζουν με θεριά που ανα­παύ­ο­νται μι­σο­βυ­θι­σμέ­να, οι κο­ρυ­φές τους έβγαι­ναν από το νερό σαν πτε­ρύ­για από μυ­θι­κά ζώα, οι βρά­χοι άλ­λα­ζαν χρώ­μα­τα. Μόλις πε­ρά­σα­με την από­κρη­μνη βο­ρι­νή ράχη της Αμορ­γού, φά­νη­κε το σου­λού­πι της Κι­νά­ρου, ένα ρω­μα­λέο αδια­πέ­ρα­στο πέ­τρι­νο τεί­χος για τα θη­ριώ­δη κύ­μα­τα του Ικά­ριου. Σχε­δόν ποτέ δεν είναι ήρεμη η θά­λασ­σα εκεί με τα μπου­γά­ζια που κα­τε­βαί­νουν από τον βορρά. Αυτό κάνει και την πρό­σβα­ση στο νησί και στα γει­το­νι­κά Λέ­βι­θα δύ­σκο­λη. Μο­να­χι­κές κουκ­κί­δες στον ναυ­τι­κό χάρτη αλλά πολύ σπου­δαί­ες. Οπως μου εξη­γού­σε η Αμορ­για­νή αρ­χαιο­λό­γος Λίλα Μα­ρα­γκού, αυτά τα μικρά κομ­μα­τά­κια γης ήταν σπόν­δυ­λοι της ακτο­πλοϊ­κής ρα­χο­κο­κα­λιάς που έδενε τις Κυ­κλά­δες με τα Δω­δε­κά­νη­σα και τη Μικρά Ασία, όπως κα­τα­γρά­φουν πολ­λοί αρ­χαί­οι γε­ω­γρά­φοι.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy2
Χαι­ρε­τι­σμός άφι­ξης στο νησί. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Σή­με­ρα, η Κί­να­ρος και τα Λέ­βι­θα υπά­γο­νται διοι­κη­τι­κά στη Λέρο, αλλά στο πα­ρελ­θόν ανή­καν στις Πε­ριοι­κί­δες νή­σους της Αμορ­γού και οι έποι­κοί τους ήταν πά­ντο­τε Αμορ­για­νοί και μά­λι­στα από την Αι­γιά­λη. Ο προ­ο­ρι­σμός μας έχει έκτα­ση μόλις 4,5 τε­τρα­γω­νι­κών χι­λιο­μέ­τρων και ανή­κει στο δί­κτυο Natura. Εχει ίχνη κα­τοί­κη­σης από την αρ­χαιό­τη­τα, υπήρ­ξε πει­ρα­τό­το­πος στο πα­ρελ­θόν και μέχρι τη δε­κα­ε­τία του 1960 ζού­σαν με­ρι­κές οι­κο­γέ­νειες κτη­νο­τρό­φων στο νησί. Με την άνοδο του βιο­τι­κού επι­πέ­δου στη χώρα, οι κά­τοι­κοι εγκα­τα­στά­θη­καν αλλού και λίγο πριν από το 2000 είχαν μεί­νει μόνον οι γο­νείς της κυρα-Ρήνης, ο Γιώρ­γος Θη­ραί­ος και η γυ­ναί­κα του Ακαθή (το όνομα βγαί­νει από την Πα­να­γία του Ακα­θί­στου). Το ζευ­γά­ρι έκανε έξι θυ­γα­τέ­ρες.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy3
Η Κα­τε­ρί­να Το­πού­ζο­γλου βγά­ζει σκου­πί­δια από τον βυθό. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Καθώς το σκά­φος πλη­σί­α­ζε τις ακτές, το τοπίο πρό­βα­λε άγριο και αμό­λυ­ντο. Ωστό­σο, μια έκ­πλη­ξη μας πε­ρί­με­νε όταν μπή­κα­με στον κόλπο Πνι­γκό όπου βρί­σκε­ται το σπίτι της. Δύο φου­σκω­τά είχαν με­τα­φέ­ρει τε­χνι­κούς και δη­μο­σιο­γρά­φους από έναν γερ­μα­νι­κό τη­λε­ο­πτι­κό σταθ­μό. Οι Γερ­μα­νοί αλλά και οι Ελ­λη­νες συ­νερ­γά­τες τους στρι­φο­γύ­ρι­ζαν σαν μέ­λισ­σες γύρω από την κυρα-Ρήνη, δίχως μά­σκες ούτε απο­στά­σεις. Οταν τους το επι­ση­μά­να­με αρ­κέ­στη­καν απλώς στο σχό­λιο: «Μα εί­μα­στε στην ύπαι­θρο». Το συ­νερ­γείο είχε έρθει να κάνει συ­νέ­ντευ­ξη στη μόνη κά­τοι­κο για τις ανε­μο­γεν­νή­τριες. Στον μικρό τσι­με­ντέ­νιο ντόκο επι­κρα­τού­σε συ­νω­στι­σμός, ο οποί­ος έληξε όταν απο­χώ­ρη­σε το γερ­μα­νι­κό κλι­μά­κιο.

«Τα κα­τσι­κά­κια μου»

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy4
Ο βυθός γε­μά­τος απορ­ρίμ­μα­τα. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

«Από το πρωί με τρε­λά­να­νε», μας είπε αφο­πλι­στι­κά η κυρα-Ρήνη, μόλις ησύ­χα­σε από τους μου­σα­φί­ρη­δες και κά­θι­σε να ξα­πο­στά­σει. «Με πή­ρα­νε και από ένα ελ­λη­νι­κό κα­νά­λι να βγω στον αέρα και τους είπα: “Δεν μπορώ παι­διά μου, πάω στα κα­τσι­κά­κια μου”. Εχου­νε πάθει τα ζω­ντα­νά μου μια αρ­ρώ­στια και μου πε­θαί­νουν. Να, το πρωί έχασα δυο και άλλα δυο είναι ετοι­μο­θά­να­τα στο μα­ντρί. Πού να έρθει εδώ κτη­νί­α­τρος! Εχω έναν στη Νάξο, του τη­λε­φώ­νη­σα για το πρό­βλη­μα και μου είπε τι φάρ­μα­κα να πάρω. Μου τα έφερε το καΐκι, τους τα έδωσα αλλά τί­πο­τα», έλεγε στην Κα­τε­ρί­να Το­πού­ζο­γλου, στον Μάρκο Τράκα και στον Βαγ­γέ­λη Μαυ­ρί­κο που της έφε­ραν και αυτοί κτη­νια­τρι­κά φάρ­μα­κα για τα πε­ρί­που 150 ζώα της. Οταν φτά­σα­με, βρή­κα­με εκεί μόνον τα άρ­ρω­στα. Τα άλλα είχαν σκορ­πί­σει να βο­σκή­σουν στις πλα­γιές. Δέν­δρα δεν υπάρ­χουν, μόνο θά­μνοι, και οι αγριο­μα­στι­χιές που κά­πο­τε φύ­τρω­ναν στα βρά­χια, έχουν εξα­φα­νι­στεί.

«Κάθε μέρα ανάβω κα­ντή­λι για τους αε­ρο­πό­ρους»

Η Ει­ρή­νη Κα­τσο­τούρ­χη μένει στο παλιό κα­φε­νείο της Κι­νά­ρου, το μόνο κτί­σμα στον όρμο. Ο πα­λιός οι­κι­σμός είναι αθέ­α­τος από τη θά­λασ­σα, πε­ρί­που ένα χι­λιό­με­τρο πιο πάνω.

Τα σπί­τια του έχουν γίνει σωροί από πέ­τρες, αφού έφυ­γαν οι κά­τοι­κοι. Στέ­κο­νται μόνο δύο που ανή­κουν στην οι­κο­γέ­νεια της κυρα-Ρήνης, όπως όρθια είναι και η εκ­κλη­σία του Αγίου Γε­ωρ­γί­ου του 1878.

Εκεί, έχει το­πο­θε­τη­θεί και ένα μνη­μείο για τους τρεις αε­ρο­πό­ρους του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού που έχα­σαν τη ζωή τους όταν το ελι­κό­πτε­ρό τους συ­νε­τρί­βη σε μια από τις πλα­γιές. Οι αξιω­μα­τι­κοί Ανα­στά­σιος Του­λί­τσης, Κων­στα­ντί­νος Πα­να­νάς και Ελευ­θέ­ριος Ευαγ­γέ­λου επέ­βαι­ναν στο μοι­ραίο ελι­κό­πτε­ρο και σκο­τώ­θη­καν κατά τη διάρ­κεια μιας νυ­χτε­ρι­νής στρα­τιω­τι­κής άσκη­σης στις 11 Φε­βρουα­ρί­ου του 2016.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy5
Κάθε μέρα η κυρα-Ρήνη ετοι­μά­ζει το φα­γά­κι της στο γκάζι. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

«Χτύ­πη­σε ένα πρωί το τη­λέ­φω­νο και ήταν άν­θρω­ποι από το Πε­ντά­γω­νο. Μου είπαν να βοη­θή­σω στην έρευ­να για ένα ελι­κό­πτε­ρο που έπεσε τη νύχτα. Ανέ­βη­κα σ’ ένα ψηλό ση­μείο, μύ­ρι­ζαν τα κα­μέ­να καύ­σι­μα και είδα τα συ­ντρίμ­μια. Δεν θα το ξε­χά­σω ποτέ το θέαμα», λέει και δα­κρύ­ζει. Τόσα χρό­νια πε­ρά­σα­νε, ακόμα κλαίω τα νιάτα των πα­λι­κα­ριών, κλαίω που σκο­τώ­θη­καν για την πα­τρί­δα. Και κάθε μέρα θυ­μια­τί­ζω και τους ανάβω το κα­ντή­λι. Οι μα­νά­δες τους δεν μπο­ρούν να έρ­θουν εδώ να προ­σκυ­νή­σουν το μνη­μείο, οπότε τα θρηνώ σαν να ήτανε δικά μου παι­διά», μας λέει και μας βάζει στο μικρό σπι­τι­κό της.

Οντως, πλάι στις φω­το­γρα­φί­ες των δύο γιων και της κόρης της έχει και τους αε­ρο­πό­ρους.

«Και ένα βα­σί­λειο να μου έδι­νες, εδώ θα έμενα»

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy6
Με τη μόνη παρέα της, τη σκυ­λί­τσα Σίμπα. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Γεν­νη­μέ­νη στην Αμορ­γό, τα­ξί­δε­ψε ημε­ρών στην Κί­να­ρο και με­γά­λω­σε με τις αδερ­φά­δες της στο νησί. «Οταν έκλει­σα τα 14 με πή­γα­νε στην Κά­λυ­μνο και λίγο αρ­γό­τε­ρα γνώ­ρι­σα τον άνδρα που πα­ντρεύ­τη­κα. Ο Μικές έφυγε με­τα­νά­στης στην Αυ­στρα­λία και σε έναν χρόνο τον ακο­λού­θη­σα και εγώ, το 1970. Κά­τσα­με 15 χρό­νια στο Ντάρ­γουιν, δεν μου άρεσε κα­θό­λου, είχε κακό κλίμα, κου­νού­πια. Το 1985 ξα­να­γυ­ρί­σα­με πια στην Ελ­λά­δα με την οι­κο­γέ­νεια και πή­γα­με να ζή­σου­με στην Κά­λυ­μνο από όπου κα­τα­γό­ταν ο Μικές. Στο με­τα­ξύ οι γο­νείς μου είχαν μεί­νει οι μόνοι κά­τοι­κοι της Κι­νά­ρου και όταν το 1997 αρ­ρώ­στη­σε και πέ­θα­νε ο πα­τέ­ρας μου, η μάνα μου πήγε μό­νι­μα στην Αμορ­γό, το νησί έμει­νε δίχως άν­θρω­πο», λέει η κυρα-Ρήνη.

Εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο έγι­ναν πολ­λές κλο­πές και βαν­δα­λι­σμοί στην έρημη Κί­να­ρο. Κά­ποιοι άρ­χι­σαν να κλέ­βουν ζώα από τα κο­πά­δια του Γιώρ­γου Θη­ραί­ου, ενώ λε­η­λά­τη­σαν τα σπί­τια, ψά­χνο­ντας για θη­σαυ­ρούς. Αυτό έκανε την κυρα-Ρήνη να γυ­ρί­σει πια στο νησί το 2000 και να εγκα­τα­στα­θεί μό­νι­μα με τον άνδρα της: «Ηταν μια υπό­σχε­ση που είχα δώσει στον πα­τέ­ρα μου, να φυλάω την Κί­να­ρο, μου την εμπι­στεύ­τη­κε αλλά το ήθελα και γω. Μου αρέ­σει το τοπίο, η αγριά­δα, δεν ξέρω, όπου και να πάω δεν μπορώ να το απο­χω­ρι­στώ. Και ένα βα­σί­λειο να μου δώ­σεις, τί­πο­τε δεν θέλω, μόνον την Κί­να­ρο. Οποιος ζήσει εδώ και μετά πε­θά­νει η τε­λευ­ταία κου­βέ­ντα που θα πει θα ’ναι Κί­να­ρος».

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy7

«Πιο αν­θε­κτι­κές οι γυ­ναί­κες»

Τη ρώ­τη­σα γιατί από όλες τις αδελ­φές της, ο πα­τέ­ρας της προ­τί­μη­σε εκεί­νη να φυλά το νησί: «Ημουν η πιο άξια στις δου­λειές: να σπεί­ρω, να θε­ρί­σω, να ζυ­μώ­σω, να φρο­ντί­σω τα κα­τσί­κια, να ψα­ρέ­ψω. Πώς θα ζή­σεις εδώ αν δεν τα κά­νεις όλα, και δεν τα κά­νεις καλά; Να ευ­χα­ρι­στείς τον Θεό που γεν­νή­θη­κες γυ­ναί­κα. Εί­μα­στε πολύ πιο αν­θε­κτι­κές και δυ­να­τές από τους άν­δρες», μου είπε.

Για παρέα στη μο­να­ξιά, το τσο­πα­νό­σκυ­λό της, η Σίμπα, που τρι­βό­ταν στα γό­να­τά της. Το σπίτι είχε πε­τρο­γκαζ για μα­γει­ρι­κή και θέρ­μαν­ση, νερό από τρία πη­γά­δια για να πο­τί­ζο­νται τα ζώα και τα πε­ρι­βο­λά­κια που όμως δεν είναι πό­σι­μο για αν­θρώ­πους, φω­το­βολ­ταϊ­κά και γεν­νή­τρια για ρεύμα και ένα δο­ρυ­φο­ρι­κό τη­λέ­φω­νο για επι­κοι­νω­νία καθώς δεν υπάρ­χει κά­λυ­ψη δι­κτύ­ου κι­νη­τής στο ση­μείο. «Ενα πράγ­μα φο­βά­μαι μόνο: την κα­κο­και­ρία. Μη μου κόψει τα φώτα. Στις αρχές του χρό­νου εί­χα­με μια θύ­ελ­λα και έμει­να χωρίς ρεύμα. Δεν έδινα ση­μεία ζωής. Και ήρθε ο στρα­τός με κο­μά­ντο και ελι­κό­πτε­ρο να με ανα­ζη­τή­σει με δέκα μπο­φόρ. Ανη­σύ­χη­σαν όλοι αλλά δεν υπήρ­χε τρό­πος να ει­δο­ποι­ή­σω πως είμαι καλά. Με προ­σέ­χουν και όταν παίρ­νω τη­λέ­φω­νο τον Αλ­κι­βιά­δη Στε­φα­νή, το ση­κώ­νει πάντα ο ίδιος», λέει.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy8
Ο πα­λιός ασύρ­μα­τος. Τώρα η επι­κοι­νω­νία γί­νε­ται με δο­ρυ­φο­ρι­κό τη­λέ­φω­νο. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Κάθε τόσο τα δύο από τα τρία παι­διά της πη­γαί­νουν να την επι­σκε­φθούν από την Κά­λυ­μνο με τα εγ­γό­νια της εκτός από τον με­γά­λο της γιο που ζει μό­νι­μα στην Αυ­στρα­λία. Τη βρί­σκουν να έχει το ίδιο πρό­γραμ­μα πάντα. «Η ημέρα μου περνά με τον ίδιο τρόπο: 2.30 τη νύχτα ξυπνώ, βλέπω τη­λε­ό­ρα­ση μέχρι και να ξε­φέ­ξει και μετά πη­γαί­νω στα ζώα, να τα ταΐσω, να τα πο­τί­σω και μετά θα πάω εκεί που είναι τα σπί­τια. Θα ταΐσω κάτι κότες που έχω, να ανάψω τα κα­ντή­λια στην εκ­κλη­σία, Θα πω μια προ­σευ­χή για τους αε­ρο­πό­ρους, θα έρθω κάτω θα κάμω φαΐ, θα κοι­μη­θώ, το από­γευ­μα πάλι τα ίδια, μόνο που δεν ξα­να­νε­βαί­νω στον οι­κι­σμό, κά­θο­μαι εδώ».

 

Και το με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα αυτή τη στιγ­μή; «Για εσάς είναι η παν­δη­μία, για μένα είναι το σπίτι, έχουν σα­πί­σει διά­φο­ρα. Πρέ­πει να επι­σκευα­στεί άμεσα. Ηρθε ο στρα­τός και μου έκτι­σε εδώ δίπλα ένα δω­μά­τιο για να μπο­ρέ­σω να μείνω εκεί ώσπου να τε­λειώ­σει η επι­σκευή. Αλλά μέχρι στιγ­μής δεν έχει γίνει κάτι. Μου εί­πα­νε και από την Ομάδα Αι­γαί­ου ότι μπο­ρεί να μου το φτιά­ξουν. Μα­κά­ρι να προ­χω­ρή­σει, ανη­συ­χώ για τον χει­μώ­να που έρ­χε­ται».

«Οσο ζω, πόδι Τούρ­κου δεν θα πα­τή­σει εδώ»

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy9
Βα­σί­λειο να μου χά­ρι­ζαν, τούτη τη γη δεν την προ­δί­νω, λέει η κυρα-Ρήνη, ακρί­τισ­σα-ση­μαιο­φό­ρος, η μόνη κά­τοι­κος Κι­νά­ρου, στην καρ­διά του ελ­λη­νι­κού αρ­χι­πε­λά­γους. Στύ­βο­ντας την πέτρα της ζωής από τα μι­κρά­τα της, γαλ­βα­νι­σμέ­νη με αφο­βία, «όσο ανα­πνέω πόδι εχθρού δεν θα μα­γα­ρί­σει το νη­σά­κι μου», η μέρα της ανα­τέλ­λει στις 2.30 τη νύχτα, θυ­μια­τί­ζει κι ανά­βει το κα­ντη­λά­κι εις μνή­μην αδι­κο­χα­μέ­νων αε­ρο­πό­ρων. «Οι μα­νά­δες τους δεν μπο­ρούν να φτά­σουν εδώ»

«Τε­λι­κά ποιος σε προ­σέ­χει κυρα-Ρήνη;» τη ρώ­τη­σα. «Ο Αη Γιώρ­γης», μου ’πε με ακλό­νη­τη βε­βαιό­τη­τα. «Τις προ­άλ­λες ψό­φη­σε ένα ζω­ντα­νό και έπεσε σε μια τρύπα εδώ δίπλα. Πήγα να το βγάλω να μη βρω­μί­σει. Το έπια­σα από τα πόδια, έχασα την ισορ­ρο­πία μου, κα­τρα­κύ­λη­σα κάτω. Αν δεν ήταν εκεί­νος, θα ’χα σκο­τω­θεί». Και αν χρεια­στεί για­τρός; «Για­τρός μου είναι ο Τάσος που σας έφερε και ένα πα­λι­κά­ρι από τη Λέρο. Αυ­τούς θα πάρω να έρ­θουν να με μα­ζέ­ψουν με τα φου­σκω­τά, αν αρ­ρω­στή­σω, να με πάνε στον για­τρό. Και έρ­χο­νται, ο Θεός να τα έχει καλά τα δυο παι­διά αυτά».

Οση ώρα μι­λού­σα­με, τα μέλη της All For Blue είχαν βγά­λει από τον βυθό ένα ολό­κλη­ρο τσου­βά­λι με σκου­πί­δια: κα­τσα­ρό­λες, κου­τά­λες, μια μίζα από καΐκι, μπου­κά­λια, μια πλα­στι­κή αυ­γο­θή­κη (με άθι­κτα αυγά έπει­τα από χρό­νια!), δί­χτυα, σκου­ρια­σμέ­να σί­δε­ρα. Θα ανα­ρω­τη­θεί κα­νείς πώς βρέ­θη­καν όλα αυτά σε έναν όρμο που δεν έχει κί­νη­ση. Η αλή­θεια είναι ότι απο­τε­λεί ένα ασφα­λές κα­τα­φύ­γιο από τον βοριά για πολλά κα­ΐ­κια, σκάφη ανα­ψυ­χής, κό­τε­ρα. Και φαί­νε­ται πως ό,τι πε­ρισ­σεύ­ει πε­τιέ­ται στο νερό, δίχως δεύ­τε­ρη σκέψη. Στο τέλος του κα­θα­ρι­σμού, το θέαμα προ­κα­λού­σε θλίψη. Αν σε ένα τέ­τοιο παρ­θέ­νο μέρος υπάρ­χουν τόσα σκου­πί­δια, τι γί­νε­ται σε ακτές που είναι πο­λυ­σύ­χνα­στες;

Η απο­στο­λή

Η Κα­τε­ρί­να Το­πού­ζο­γλου και τα υπό­λοι­πα μέλη της ορ­γά­νω­σης έχουν ανα­σύ­ρει απί­στευ­τα αντι­κεί­με­να, όπως οι­κια­κές συ­σκευ­ές, μη­χα­νές με­γά­λου κυ­βι­σμού, μπάζα και άλλα οι­κο­δο­μι­κά υλικά, μπα­τα­ρί­ες αυ­το­κι­νή­των και ό,τι μπο­ρεί να βάλει ο νους, από διά­φο­ρα ση­μεία της Ελ­λά­δας. Πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τους επί το έργον στην Κί­να­ρο, δια­πί­στω­σα πόσο εύ­κο­λο είναι να πε­τά­ξει κα­νείς κάτι μέσα στη θά­λασ­σα και πόσο δύ­σκο­λο είναι να βγει από το νερό. Ενα μπλεγ­μέ­νο δίχτυ με πέ­τρες χρειά­στη­κε τους τρεις άν­δρες της ορ­γά­νω­σης και πολύ κόπο για να μπο­ρέ­σει να ανελ­κυ­σθεί στην επι­φά­νεια. Μετά πολ­λές ώρες εντα­τι­κής δου­λειάς, η απο­στο­λή εξε­τε­λέ­σθη. Το καΐκι από την Αμορ­γό θα έπαιρ­νε και τα σκου­πί­δια στην επό­με­νη επί­σκε­ψη, για να ζυ­γι­στούν και να ανα­κυ­κλω­θούν.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy10
Το φου­σκω­τό της ομά­δας All For Blue πλη­σιά­ζει να δέσει. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Πριν φύ­γου­με από την Κί­να­ρο αι­σθάν­θη­κα την ανά­γκη να ευ­χα­ρι­στή­σω τη μόνη κά­τοι­κο που φυ­λά­ει αυτόν τον βράχο: «Οσο είμαι ζω­ντα­νή, δεν θα πα­τή­σει πο­δά­ρι Τούρ­κου εδώ πάνω, δεν θα μα­γα­ρί­σει το νησί», είπε με απο­φα­σι­στι­κή φωνή. «Αγαπώ την πα­τρί­δα μου και θέλω να μεί­νει ακέ­ραιη, αυτή είναι η επι­θυ­μία μου». Επια­σε ύστε­ρα να δι­η­γεί­ται για πτή­σεις που έγι­ναν πα­λαιό­τε­ρα και να πε­ρι­γρά­φει τους θο­ρύ­βους από τις τουρ­μπί­νες των πο­λε­μι­κών που σή­κω­σαν στο πόδι το νησί και την έκα­ναν να πάρει τη­λέ­φω­νο στο Πε­ντά­γω­νο από την ανη­συ­χία. «Μου εί­πα­νε να μη φο­βά­μαι και ότι τα πο­λε­μι­κά μας πλοία είναι πα­ντού στο Αι­γαίο». Η ελ­λη­νι­κή ση­μαία έξω από το σπίτι, πά­ντως, ήταν τυ­λιγ­μέ­νη στο σκοι­νί της: «Εχω δυ­σκο­λία να τη μα­ζεύω όταν φυ­σά­ει ο αέρας, χρειά­ζε­ται πολλή δύ­να­μη. Δεν θέλω να μου την κάνει κου­ρέ­λι τη γα­λα­νό­λευ­κη. Βέ­βαια, όλοι οι πο­λι­τι­κοί που ήρ­θα­νε να με δούνε, ση­μαί­ες μου φέ­ρα­νε, έχω μια σα­κού­λα γε­μά­τη».

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy11

Ο όρμος Πνι­γκός, όπου βρί­σκε­ται το σπίτι της κυρα-Ρήνης. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

Το τα­ξί­δι κό­ντευε να τε­λειώ­σει. «Πριν επι­στρέ­ψε­τε να σας βάλω μια τη­γα­νιά πα­τά­τες με αυγά να γί­νο­νται; Θα πει­νά­σα­τε», μας ρώ­τη­σε η κυρα-Ρήνη. Αρ­νη­θή­κα­με ευ­γε­νι­κά για να μην μπει στον κόπο. Κάθε τόσο γε­λού­σε και αυτό το χα­μό­γε­λο μας άνοι­γε την καρ­διά. Οχι μόνο δεν ήταν κα­τα­βε­βλη­μέ­νη από τη δύ­σκο­λη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, αλλά είχε ένα ζω­ο­γό­νο κέφι, την ψυ­χι­κή δύ­να­μη που είχαν κά­πο­τε οι νη­σιώ­τες. Η γνω­ρι­μία μαζί της ήταν ένα μά­θη­μα ολι­γάρ­κειας και ευ­γνω­μο­σύ­νης προς τη ζωή. Δεν είχε καμιά από τις ανέ­σεις που απο­λαμ­βά­νου­με, όμως η ευ­τυ­χία ανά­βλυ­ζε από μέσα της.

i-akoyrasti-froyros-toy-aigaioy12
Ο όρμος φω­το­γρα­φη­μέ­νος από ψηλά. Δια­κρί­νο­νται το παλιό κα­φε­νείο όπου ζει η κυρα-Ρήνη, με τα ανοι­χτό­χρω­μα κε­ρα­μί­δια, και δύο πιο νέες απο­θή­κες. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚ­ΚΑΣ)

«Ενα είναι το μυ­στι­κό: Τα πράγ­μα­τα που δεν μπορώ να τα πάρω, δεν τα ζητώ. Κοιτώ να είμαι χα­ρού­με­νη και να εκτι­μώ αυτά που έχω. Μου αρ­κούν», μου είπε με μια επι­κού­ρεια ή αλ­λιώς κυ­κλα­δί­τι­κη σοφία, πες το όπως θες.

Στον πλου της επι­στρο­φής, μου ήρθε η ει­κό­να του τρυ­φε­ρού Μι­κρού Πρί­γκι­πα του Σεντ Εξι­πε­ρί, ο οποί­ος ζούσε μόνος σ’ έναν λι­λι­πού­τειο πλα­νή­τη με την αγα­πη­μέ­νη του αλε­πού και ένα ρόδο. Οπως έτρε­χε το φου­σκω­τό πάνω στα αγριε­μέ­να κύ­μα­τα, μου φά­νη­κε πως γύ­ρι­ζα πίσω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα από τον πλα­νή­τη αυτό, που είχε –πε­ριέρ­γως– τη μορφή βρα­χο­νη­σί­δας μέσα στο Αι­γαίο.

Πηγή: kathimerini.gr

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.