Συνέντευξη στον
Τάσο Μπόζιο

Οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας, που άσκησαν εξουσία τα τελευταία 40 χρόνια δεν μπορούν να συνεννοηθούν σε κανένα θέμα, ούτε στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Το μέτρο της εισαγωγής ελάχιστου ορίου εισαγωγής, είναι πολύπλοκο και δεν έχει νόημα. Το διπλό μηχανογραφικό είναι λάθος όχι γιατί κάνει πιο πολύπλοκη τη διαδικασία του μηχανογραφικού, αλλά γιατί θέτει τεχνικής φύσεως διλήμματα στους υποψηφίους που είναι ανόητα.
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Η ταχύτητα των αλλαγών στην παγκόσμια οικονομία αλλάζει ταχύτατα τα επαγγέλματα. Πρέπει να ξέρουμε που θέλουμε να πάμε για να εκπαιδεύσουμε το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό. Αν δεν ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε απλά πελαγοδρομούμε, όπως κάνουμε τόσα χρόνια τώρα, αναφέρει ο Εκπαιδευτικός Συντάκτης & Σύμβουλος Σταδιοδρομίας, Μαθηματικός Ερευνητής Στράτος Στρατηγάκης.
Κύριε Στρατηγάκη, στο θέμα των Πανελληνίων Εξετάσεων, διαχρονικά εμφανίζεται το εξής φαινόμενο: Κάθε υπουργός και μία μεταρρύθμιση. Πού κατά τη γνώμη σας οφείλεται αυτό και που έγκειται η δυσκολία ώστε να καθιερωθεί και να εφαρμοστεί ένα σταθερό σύστημα που δεν θα αποσυντονίζει κάθε φορά τους υποψήφιους μαθητές, δεδομένου ότι ο θεσμός των Πανελληνίων είναι ένας αξιοκρατικός και αδιάβλητος θεσμός;
Δυστυχώς οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου μας, που άσκησαν εξουσία τα τελευταία 40 χρόνια δεν μπορούν να συνεννοηθούν σε κανένα θέμα, ούτε στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Αυτό έχει ως συνέπεια να αλλάζουν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις και όλο ίδιες να μένουν. Γιατί πράγματι είναι αξιοκρατικός και αδιάβλητος θεσμός, αλλά δεν είναι δίκαιος. Στα Παιδαγωγικά τμήματα για παράδειγμα εισάγονται υποψήφιοι που έχουν εξεταστεί σε τελείως διαφορετικά μαθήματα.
Άλλος σε Αρχαία Ελληνικά Ιστορία και Κοινωνιολογία και άλλος σε Μαθηματικά, Φυσική και Χημεία. Πώς συγκρίνονται αυτοί οι υποψήφιοι ως προς τα μόρια που συγκεντρώνουν; Μία βασική αρχή λέει ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Και όμως δεν συμβαίνει μόνο στα Παιδαγωγικά αυτό, αλλά στο 34% των τμημάτων των ΑΕΙ.
• Η Υπουργός Παιδείας προβαίνει σε αλλαγές στις πανελλαδικές εξετάσεις εστιάζοντας στη θεσμοθέτηση ελάχιστης βάσης εισαγωγής σε κάθε πανεπιστημιακό τμήμα. Επειδή τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί η εισαγωγή υποψηφίων σε τμήματα με πολύ χαμηλές επιδόσεις -ακόμη και με λευκή κόλλα- πώς εκτιμάτε το μέτρο αυτό;
Η αλήθεια είναι ότι εισάγονται στα Πανεπιστήμιά μας πάρα πολλοί φοιτητές που δεν έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν, γιατί έχουν βασικό έλλειμα γνώσεων, αλλά και τα Πανεπιστήμιά μας δεν έχουν τη δυνατότητα να εκπαιδεύσουν σωστά τόσο μεγάλο αριθμό φοιτητών, με αποτέλεσμα τις συνέπειες να τις υφίστανται όλοι οι φοιτητές και όχι μόνο οι αδύνατοι που απλά εγκαταλείπουν τις σπουδές τους κάποια στιγμή.
Το μέτρο της εισαγωγής ελάχιστου ορίου εισαγωγής, όμως, είναι πολύπλοκο και δεν έχει νόημα. Η μείωση του αριθμού των εισακτέων θα έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς να προσθέτει την πολυπλοκότητα κάθε τμήμα να ορίζει το όριο εισαγωγής και οι υποψήφιοι να πρέπει να κοιτάζουν αν “πιάνουν” αυτό το όριο.
Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο θέμα. Να μοιραστεί αναλογικά ο αριθμός των εισακτέων, που θα είναι λιγότεροι, ώστε να μην κλείσουν τα τμήματα χαμηλής ζήτησης, που έχουν χαμηλή ζήτηση απλά γιατί είναι απομακρυσμένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Νομίζω ότι η βάση που εισάγει το Υπουργείο Παιδείας θα έχει ως συνέπεια να ερημώσουν και, τελικά, να κλείσουν δεκάδες τμήματα. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο τελικός στόχος.
Πολλάκις μέσα από την αρθρογραφία σας αναφέρεστε στο αντιφατικό φαινόμενο, ότι ενώ οι μαθητές στην Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότατες βαθμολογίες κατά τα σχολικά χρόνια ωστόσο τα αποτελέσματα στις πανελλήνιες εξετάσεις είναι απογοητευτικά. Πού κατά τη γνώμη σας οφείλεται αυτό;
Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ό,τι οι βαθμολογίες του σχολείου δεν αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των γνώσεων των μαθητών.
Στη βαθμολόγηση του σχολείου μετρούν και άλλοι παράγοντες όπως είναι η προσπάθεια που καταβάλλει ο μαθητής, η συμμετοχή του στο μάθημα και άλλα. Η αλήθεια είναι ότι και πολλοί γονείς πιέζουν τους εκπαιδευτικούς για υψηλές βαθμολογίες με αποτέλεσμα σήμερα ένας μαθητής με μέσο όρο 16 να θεωρείται μέτριος ενώ πριν 30 χρόνια θεωρείτο καλός μαθητής.
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις από την άλλη είναι ένας διαγωνισμός συμπλήρωσης θέσεων και όχι εξετάσεις πιστοποίησης γνώσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι θεματοδότες επιλέγουν θέματα που θα εξασφαλίσουν την ομαλή κατανομή των υποψηφίων στη βαθμολογική κλίμακα, με αποτέλεσμα, τα τελευταία ιδίως χρόνια, τα θέματα να είναι εξαιρετικά δύσκολα. Έτσι έχουμε πολύ μεγάλα ποσοστά χαμηλών επιδόσεων.

• Με αφορμή την παραπάνω ερώτηση επιχειρήστε να κάνετε μια σύγκριση ανάμεσα στους Έλληνες μαθητές με συνομήλικους τους από σχολεία της Ευρώπης.
Τη σύγκριση την κάνει το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ, που μας δείχνει ότι οι μαθητές της Α Λυκείου (η ηλικία που γίνεται η αξιολόγηση) είναι σε πολύ χαμηλό επίπεδο.Συγκεκριμένα το 20% των μαθητών δεν μπορεί να χειριστεί βασικές έννοιες και στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες και έχει πολύ μεγάλα προβλήματα στην κατανόηση κειμένου. Δηλαδή ένας στους πέντε μαθητές είναι λειτουργικά αναλφάβητος.
Το πρόβλημα ξεκινά από πολύ νωρίς για να εισπράττουμε αυτά τα αποτελέσματα στην Α Λυκείου. Και μετά είναι αργά. Μαθητές που στερούνται στοιχειώδεις γνώσεις πολύ δύσκολα καταφέρνουν να καλύψουν στο Λύκειο όλα αυτά τα κενά που έχουν ήδη συσσωρευτεί σε 9 χρόνια στο σχολείο.
Παράλληλα στις προτάσεις που καταθέτει η Υπουργός προβλέπεται και η διπλή κατάθεση μηχανογραφικού δελτίου. Πώς σχολιάζετε την απόφαση αυτή;
Το διπλό μηχανογραφικό είναι λάθος όχι γιατί κάνει πιο πολύπλοκη τη διαδικασία του μηχανογραφικού, αλλά γιατί θέτει τεχνικής φύσεως διλήμματα στους υποψηφίους που είναι ανόητα. Ένας υποψήφιος που συγκεντρώνει 8.000 μόρια και επιθυμεί την εισαγωγή του στα Παιδαγωγικά ή στη Φιλολογία θα αντιμετωπίσει το εξής δίλημμα: Να δηλώσει τα Παιδαγωγικά, που έχουν χαμηλότερη βάση περί τα 11.000 μόρια, ή να δηλώσει τις φιλολογίες, που έχουν χαμηλότερη βάση τα 7.700 μόρια και μπορεί να πετύχει από το πρώτο μηχανογραφικό; Γιατί στο δεύτερο μηχανογραφικό θα υπάρχουν μόνο οι θέσεις που έμειναν κενές και ποιος ξέρει αν θα έχει την ευκαιρία να πετύχει σε κάποιο τμήμα Φιλολογίας στο δεύτερο μηχανογραφικό. Διλήμματα που δεν έχουν κανένα νόημα.
Το γεγονός ότι οι αλλαγές αυτές διενεργούνται εν μέσω πανδημίας και με τα σχολεία κλειστά θεωρείτε ότι θα αποσυντονίσουν τους μαθητές της Γ Λυκείου που ήδη βιώνουν μια δύσκολη κατάσταση;
Οι μαθητές που φοιτούν φέτος στη Γ Λυκείου έχουν πολύ μεγάλα προβλήματα καθώς στη διάρκεια της Β Λυκείου το 1/3 της χρονιάς έκαναν τηλεκπαίδευση που μας έπιασε όλους απροετοίμαστους και τώρα στη Γ Λυκείου δεν γνωρίζουμε για πόσο ακόμη θα μαθαίνουν μέσω τηλεκπαίδευσης. Όλοι συμφωνούν ότι η τηλεκπαίδευση είναι πολύ πιο κουραστική για όλους μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Πέρα από την επιπλέον κούραση που απαιτεί η προετοιμασία τους υπάρχει και η ψυχολογία τους που είναι στα χειρότερά της εξαιτίας του εγκλεισμού. Ο έφηβος θέλει να γνωρίσει τον κόσμο και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο έξω από το σπίτι. Δεν αντέχει, λοιπόν, τον εγκλεισμό που του φαίνεται πολύ βαρύτερος από ότι σε εμάς τους μεγαλύτερους.
• Η πανδημία που πλήττει τον πλανήτη έχει επιφέρει ανατρεπτικές αλλαγές και στα θέματα της εκπαίδευσης. Η ψηφιακή εκπαίδευση έχει ήδη γίνει τρόπος ζωής των μαθητών. Αυτό θα επηρεάσει την απόδοση των υποψηφίων;
Φυσικά και θα επηρεάσει την απόδοση των υποψηφίων. Το είδαμε και στις Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2020. Οι καλοί μαθητές βρήκαν περισσότερο χρόνο και διάβασαν περισσότερο. Οι πιο αδύνατοι μαθητές αποσυντονίστηκαν και η απόδοσή τους μειώθηκε. Αυτό αποτυπώθηκε και στις βαθμολογίες των Πανελλαδικών όπου είδαμε στα Αρχαία Ελληνικά, για παράδειγμα, περισσότερους υποψηφίους με βαθμούς πάνω από 18 και περισσότερους με βαθμούς κάτω από το 10.
• Ένα μεγάλο και διαχρονικό πρόβλημα που καταγράφεται στην Ελλάδα, είναι η έλλειψη σοβαρού επαγγελματικού προσανατολισμού στο σχολείο. Πόσο σημαντικό θεωρείτε ότι είναι αυτό και τι θα συμβουλεύατε τους νέους αναφορικά με τις σπουδές τους;
Ο επαγγελματικός προσανατολισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Η ταχύτητα των αλλαγών στην παγκόσμια οικονομία αλλάζει ταχύτατα τα επαγγέλματα. Νέα επαγγέλματα δημιουργούνται και άλλα εξαφανίζονται. Αλλάζει, επομένως, και ο επαγγελματικός προσανατολισμός, γιατί οι σημερινοί νέοι θα χρειαστεί να αλλάξουν αρκετές φορές αντικείμενο εργασίας στην επαγγελματική τους ζωή. Δεν ισχύει αυτό που γνωρίζαμε παλιά ένας νέος να επιλέγει ένα επάγγελμα που ακολουθεί σε όλη του τη σταδιοδρομία. Τα πράγματα έχουν γίνει πολύ πιο πολύπλοκα. Αυτό που θα συμβούλευα τους νέους μας είναι να ακολουθήσουν το δρόμο της καρδιάς τους και να επιλέξουν τις σπουδές που θέλουν, ώστε να γίνουν καλοί φοιτητές και αργότερα καλοί επαγγελματίες. Να μην επιλέξουν με κριτήριο τις επαγγελματικές προοπτικές, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα θέλω τους, γιατί θα γίνουν κακοί επαγγελματίες και, συνεπώς, θα μείνουν άνεργοι ακόμη και το πιο περιζήτητο πτυχίο και αν έχουν.
• Σύμφωνα με έρευνες ενώ υπάρχει επάρκεια υποψηφίων με τυπικά προσόντα οι εταιρείες δυσκολεύονται στην πρόσληψη εξειδικευμένου και ικανού προσωπικού κυρίως δε σε θέσεις ευθύνης. Αυτό οφείλεται σε έλλειψη δεξιοτήτων ή και σε κάτι άλλο;
Σίγουρα οφείλεται σε έλλειψη δεξιοτήτων, αλλά και στο σχεδιασμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που δε λαμβάνει υπόψη της τις σύγχρονες καταιγιστικές εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία. Δεν λέμε να παράγουμε επιστήμονες όπως τους θέλει η αγορά εργασίας, που είναι το ένα άκρο, γιατί αυτό θα τους δημιουργούσε πρόβλημα στην προσαρμογή τους στις μελλοντικές απαιτήσεις των καιρών, αλλά εμείς βρισκόμαστε στο άλλο άκρο. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν θα μπορούν να βρουν εργασία οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων μας. Το 2020 εισήχθησαν 907 φοιτητές στα τμήματα Θεολογίας. Είναι αδύνατο να βρουν εργασία 600 επιπλέον θεολόγοι το χρόνο κάθε χρόνο. Το αποτέλεσμα είναι η λεγόμενη ετεροαπασχόληση. Δηλαδή άλλο σπουδάζεις και σε άλλο αντικείμενο εργάζεσαι. Και το ερώτημα είναι πώς θα εκπαιδευτεί ο θεολόγος μας σε ένα άλλο αντικείμενο. Θα πρέπει να το κάνει μόνος του είτε δίνοντας κατατακτήριες εξετάσεις, είτε επιλέγοντας ένα μεταπτυχιακό, είτε πηγαίνοντας σε ένα κολέγιο. Φυσικά δεν λέμε να κλείσουν οι σχολές Θεολογίας, αλλά πρέπει να κοιτάζουμε λίγο και το μέλλον όταν ιδρύουμε νέα τμήματα. Από τα 133 νέα τμήματα που ιδρύθηκαν το 2019, με την ανωτατοποίηση των ΤΕΙ, τα 28 ήταν εντελώς νέα. Σε αυτά δεν υπήρχε ούτε ένα τμήμα πληροφορικής, όταν οι απόφοιτοι των σχολών πληροφορικής αποτελούν το 3% των αποφοίτων των ΑΕΙ. Στις χώρες που προσπαθούν να μπουν στον κόσμο της τεχνολογίας το ποσοστό είναι διπλάσιο.
Εμείς δείχνουμε να μην ενδιαφερόμαστε να ακολουθήσουμε την παγκόσμια τάση στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Έχουμε όραμα και στρατηγική για την ανάπτυξης της πατρίδας μας; Μάλλον όχι. Είδαμε με την κρίση του κορονοϊού ότι ο τουρισμός είναι πολύ ευάλωτος για να στηριχθεί μία ολόκληρη χώρα πάνω του. Πρέπει να ξέρουμε που θέλουμε να πάμε για να εκπαιδεύσουμε το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό. Αν δεν ξέρουμε που θέλουμε να πάμε απλά πελαγοδρομούμε, όπως κάνουμε τόσα χρόνια τώρα.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ