ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κάρπαθος: Πώς ο Οδυσσέας, η αρχαία σκόνη και η θάλασσα έπλασαν ανθρώπους στη μέση του πελάγους

news room 1 λεπτό ανάγνωση
e0b11ab4-85dd-407c-83d7-7f9e68ea25f3

Κάρ­πα­θος, εκεί που ο Οδυσ­σέ­ας, η αρ­χαία σκόνη και η θά­λασ­σα έπλα­σαν τους αν­θρώ­πους κα­τα­με­σής του πε­λά­γους…

Τριά­ντα χρό­νια πέ­ρα­σαν από τότε που το μάτι έπεσε στην… τσό­ντα του χάρτη: Κάρ­πα­θος! Το νησί που δεν χω­ρά­ει στον έντυ­πο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο Πο­λι­τι­κό Χάρτη της Ελ­λά­δας και πλάι και σ’ άλλα Δω­δε­κά­νη­σα μπαί­νει σαν επι­σκέ­πτρια, στην κάτω γωνιά…

-Είναι μα­κριά, ούτε κου­βέ­ντα…

-Μα…

-Του χρό­νου…

Κι εκεί­νο το «του χρό­νου» σαν έφτα­νε να γίνει «εφέ­τος», ξανά «του χρό­νου» γι­νό­τα­νε. Και πε­ρά­σα­νε χρό­νια 30. Κι ένα πρωί ανοί­ξα­με τους χάρ­τες του απω­θη­μέ­νου πάλι και το κου­μπά­σο του νου από­κα­με για να με­τρή­σει Πει­ραιά-Κάρ­πα­θο… Με το κα­ρά­βι; Ώρες 13 χωρίς να πιά­σει λι­μά­νια στην Κρήτη· 18 ώρες, με τους κά­βους να δέ­νουν σε Ηρά­κλειο και Ση­τεία· κι ανά­με­σα Σα­ντο­ρί­νη, Ανάφη, Κάσος…

-Πού να τρέ­χου­με τώρα; Αν έμπαι­να σε αε­ρο­πλά­νο, με πτήση 18 ωρών φτά­να­με στο Σί­δνεϊ… αλλά δεν μπαί­νω! Και τε­λι­κά πέ­ρα­σα τη ράμπα του κα­ρα­βιού. Κι αν δεν κου­βα­λάς έναν Οδυσ­σέα στην ψυχή σου, για Κάρ­πα­θο δεν τα­ξι­δεύ­εις!

Χωρίς πολλά λόγια, οι άν­θρω­ποι είναι ο προ­ο­ρι­σμός· κι’ όσο μακρύ και να ‘ναι το τα­ξί­δι στο τέλος, σαν αρά­ξεις και πα­τή­σεις στε­ριά, είναι σαν να μην μέ­τρη­σες όλα τα κύ­μα­τα και τα λι­μά­νια του Αι­γαί­ου… Απλά «με­τράς» τους αν­θρώ­πους και σε «με­τρά­νε» κι αυτοί…

«Εμείς οι Καρ­πά­θιοι εί­μα­στε πε­ρί­ερ­γοι»

Με το που ξε­μπαρ­κά­ρα­με- γιατί αν δεν ήταν μπάρ­κο οι 13 ώρες τι ήταν;- βγή­κα­με σαν απο­κα­μω­μέ­νοι ναυα­γοί στην ακτή. Ώρα 06:30 το πρωί και η Κάρ­πα­θος κοι­μά­ται. Ποιος νοιά­ζε­ται αν ήρθε το κα­ρά­βι; Γέ­ρο­ντας 80χρο­νος είδε στα μάτια μας τη φουρ­τού­να κι είπε να τη γα­λη­νέ­ψει.

-Τι ψά­χνε­τε;

-Το ξε­νο­δο­χείο Γ…

Χα­μό­γε­λο πο­νη­ρό.

«Ποιος ξέρει πού να είναι… Πά­ντως να ξέ­ρεις ένα πράγ­μα, εμείς οι Καρ­πά­θιοι εί­μα­στε πε­ρί­ερ­γοι: τρω­γό­μα­στε ανα­με­τα­ξύ μας, μα αγα­πιό­μα­στε, αγα­πά­με τη ζωή και τον κόσμο που ‘ρχε­ται εδώ κάτω να μας δει. Και κάτι άλλο: έχου­με πα­ρα­λί­ες που χά­νο­νται στην κα­τα­χνιά της από­στα­σης. Είναι μα­κριά το νησί μας, αλλά αφού ήρ­θα­τε θα πε­ρά­σε­τε καλά!»…

Δεν είπε άλλα· έφυγε σαν πρω­ι­νή δρο­σιά κι εμείς βαλ­θή­κα­με να γυ­ρεύ­ου­με το ξε­νο­δο­χείο και κά­πο­τε το βρή­κα­με σκαρ­φα­λω­μέ­νο στα ορει­νά του λι­μα­νιού. Θέα μα­γι­κή… Να­βι­γκέι­τορ και άλλα τέ­τοια όρ­γα­να ανα­ζή­τη­σης προ­ο­ρι­σμού στην Κάρ­πα­θο ξε­χνούν τον προ­ο­ρι­σμό τους· πα­θαί­νουν μια τα­ρα­χή…

Όμως το θέμα μας δεν είναι τα­ξι­διω­τι­κό, αλλά κα­τά­θε­ση εμπει­ριών που άρ­γη­σαν 30 χρό­νια· ούτε για το πού θα φάτε, ούτε το πού θα κο­λυ­μπή­σε­τε, ούτε που θα πιεί­τε, ούτε και που θα ξα­πλώ­σε­τε τα όνει­ρα σας θα σας κα­τευ­θύ­νου­με… Οι άν­θρω­ποι είναι ο προ­ο­ρι­σμός μας κι από τέ­τοιους αν­θρώ­πους, τους «σπου­δαγ­μέ­νους» από τη ζωή, μά­θα­με…

Αρ­χαίο πνεύ­μα αθά­να­το…

Με­ση­μέ­ρι στην Όλυ­μπο, το χωριό-πα­ρα­δαρ­μέ­νη ση­μαία της Καρ­πά­θου: πα­ρά­δο­ση, πα­ρα­δο­μέ­νη στις ορδές των του­ρι­στών. Ξύ­λι­να πι­στο­λά­κια, πλου­μι­στά μα­ντή­λια, πο­λύ­χρω­μες κα­νά­τες, πα­ρα­δο­σια­κές ντο­μά­τες γε­μι­στές και μου­σα­κάς, α, και μα­κα­ρού­νες… Για­γιά­δες που μι­λούν από κι­νέ­ζι­κα, ισ­ραη­λι­νά μέχρι σουα­χί­λι και αδή­ρι­το πεί­σμα να σου που­λή­σουν την πρα­μά­τεια τους.

Κι εκεί, κάπου ανά­με­σα στην ανά­γκη και την αλ­λο­τρί­ω­ση, πάνω στα στενά δρο­μά­κια ανα­κα­λύ­πτεις χα­ραγ­μέ­να και με ξε­χω­ρι­στό τρόπο ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να από γύ­ψι­νες κα­τα­σκευ­ές, αρ­χαία ελ­λη­νι­κά ρητά και στί­χους ποι­η­τών.

Κα­θι­σμέ­νοι σε μια τα­ρα­τσού­λα, απο­λαμ­βά­νο­ντας καφέ και θέα ανα­κα­λύ­πτου­με τον δρά­στη της αρ­χαιο­λα­τρεί­ας. Το όνομά του Γιάν­νης, Γιάν­νης Χα­τζη­βα­σί­λης.

«Η Κα­ρυά­τι­δα να μεί­νει εκεί που είναι…»

«Ο πα­τέ­ρας μου, ο Βα­σί­λης, τ’ αδέρ­φια μου κι’ εγώ τα ‘χουμε φτιά­ξει όλα τούτα. Ξέ­ρεις- λέει με σο­βα­ρό­τη­τα- είναι λάθος αυτό που κά­νου­με και ζη­τά­με επί­μο­να πίσω την Κα­ρυά­τι­δα. Χάνει την ελ­λη­νι­κό­τη­τά της εκεί που βρί­σκε­ται ή με­τριά­ζει την αθλιό­τη­τα του άρ­πα­γά της; Το Βρε­τα­νι­κό Μου­σείο ξε­χει­λί­ζει από Ελ­λά­δα. Βλέ­πουν το άγαλ­μα εκα­τομ­μύ­ρια επι­σκέ­πτες και γνω­ρί­ζουν ότι το σμί­λε­ψαν Έλ­λη­νες και το έκλε­ψε ένας τυ­χάρ­πα­στος λόρ­δος· είναι κομ­μά­τι του πο­λι­τι­σμού μας και μια τρανή από­δει­ξη της αγυρ­τεί­ας τους! Εκεί να μεί­νει, να τους φω­τί­ζει κι αυ­τούς τους φου­κα­ρά­δες…

»Να σου πω και κάτι ακόμα, σαν επι­σκέ­φτη­κα το Λού­βρο και πλη­σί­α­σα την Αφρο­δί­τη της Μήλου ένοιω­σα ότι στις φλέ­βες μου και στις φλέ­βες του γλυ­πτού τρέ­χει το ίδιο αίμα· ανα­τρί­χια­σα. Κοι­τα­χτή­κα­με και δά­κρυ­σα. Η Ελ­λά­δα είναι πα­ντού· στις φλέ­βες του πα­γκό­σμιου πο­λι­τι­σμού ρέει αίμα ελ­λη­νι­κό… Βλέπω κάτι αη­δί­ες Love Piraeus, Love Karpathos… Μια καρ­δού­λα κι ένα όνομα… Σα­χλα­μά­ρες! Εμείς έχου­με τη δική μας γλώσ­σα. Τα αγάλ­μα­τα μι­λούν τη γλώσ­σα μας στους ξέ­νους, και στο Βρε­τα­νι­κό Μου­σείο και στο Λού­βρο και όπου αλλού βρί­σκο­νται. Δεν χρειά­ζε­ται να είναι στον τόπο μας για να κραυ­γά­ζουν Ελ­λά­δα!»…

Κι ο κύ­ριος Γιάν­νης Χα­τζη­βα­σί­λης συ­νε­χί­ζει με πα­ρά­πο­νο: «Τα σχο­λειά μας μι­κραί­νουν· λι­γο­στεύ­ουν. Εμείς εί­μα­στε στην άκρη της Ελ­λά­δας. Έχου­με μεί­νει ελά­χι­στοι άν­θρω­ποι στο χωριό. Παι­διά; Μην ρωτάς… Γι’ αυτό βγά­λα­με το σχο­λείο στο δρόμο… Αρ­χαία ρητά. Κά­πο­τε, σκα­λί­ζο­ντας τα συρ­τά­ρια του συγ­χω­ρε­μέ­νου του πα­τέ­ρα μου βρήκα ένα χαρτί που έγρα­φε: «Ξέ­νους ξέ­νι­ζε και συ γαρ ξένος γ’ έση» (σ.τ.σ. Μέ­ναν­δρος: τους ξέ­νους να τους φι­λο­ξε­νείς, γιατί κά­πο­τε κι εσύ θα υπάρ­ξεις ξένος). Ξένοι κι εμείς στον τόπο μας πια… Όμως η Κα­ρυά­τι­δα κι η Αφρο­δί­τη της Μήλου πα­γκό­σμιες κι όχι ξένες. Δικές μας πα­ντού!»…

Σω­στός; Γιατί όχι;

Πλου­σιώ­τα­τος ο ελα­χί­στοις αρ­κού­με­νος

Κι από την Έλυ­μπο στις Με­νε­τές, βράδυ για φα­γη­τό. Μην τρέ­ξει ο νους σας σε πολλά και επι­τη­δευ­μέ­να· λίγα και καλά. Το όνομα της τα­βέρ­νας Κα­φε­νείο Ηλίας. Ο Ηλίας; Αρ­χο­ντάν­θρω­πος κοντά στα 70. Σο­βα­ρός, λι­γο­μί­λη­τος, με χα­μό­γε­λο.

-Λίγα έχου­με…

-Λίγα θέ­λου­με.

-Μα­κα­ρού­νες;

«Από μα­κα­ρού­νες αρ­χί­ζου­με… Τι­μού­με την πα­ρά­δο­ση. Κρα­τά­με όσο αντέ­χου­με στις πλά­τες μας το νησί. Αν σβή­σει η πα­ρά­δο­ση κι εμείς κα­πνός θα γί­νου­με», λέει και το χα­μό­γε­λό του σκο­τει­νιά­ζει.

«Γράμ­μα­τα δεν έμαθα. Έφυγα παιδί ακόμα στην ξε­νι­τειά. Γύ­ρι­σα κι έστη­σα αυτή την επι­χεί­ρη­ση… Κα­φε­νείο. Με δυο τρία φα­γά­κια και πολύ με­ρά­κι βλέ­πεις τα κόπια σου να αντα­μεί­βο­νται…».

Κά­θε­ται στην κα­ρέ­κλα κι’ αν κι’ έχει μάθει λίγα γράμ­μα­τα, όπως λέει, τον ακούς σαν κα­θη­γη­τή σε αμ­φι­θέ­α­τρο πα­νε­πι­στη­μί­ου. Έχει σπου­δά­σει τη ζωή και η πείρα του έγινε γνώση που την με­τα­δί­δει με δυο κου­βέ­ντες, μ’ ένα χα­μό­γε­λο. Δεν θέλει πολλά, δεν έχει πολλά, ο κυρ Ηλίας με τα λίγα φτιά­χνει θά­μα­τα…

Έρ­χο­νται οι μα­κα­ρού­νες, ξο­πί­σω το ντό­πιο τυρί, το μα­νού­λι, και μετά κε­φτε­δά­κια. Λίγο φαΐ, λίγο κρασί κι όλα τα πλού­τη της Γης στα πόδια σου…

Και κάπου στη άγρια δύση της Αφιάρ­της ανα­κα­λύ­πτεις μια τα­βερ­νού­λα κα­τα­με­σής του που­θε­νά, τη Ρήνα. Κι εκεί σε υπο­δέ­χε­ται ο Μα­νώ­λης έχο­ντας αγκα­λιά τον γιο του τον Μι­χα­λά­κη και σου ανοί­γει την ψυχή του. Σου λέει για τη μάνα του και το με­ρά­κι της στην κου­ζί­να, για τον πα­τέ­ρα του που «έφυγε» λί­γους μήνες πριν, για τον τόπο που ολο­έ­να ξε­θω­ριά­ζει, αλλά μένει πάντα με χρώ­μα­τα ζωηρά στη μνήμη εκεί­νων που ‘χουν φύγει. Και τρως και κλεί­νεις τα μάτια και ανα­λή­πτε­σαι στον ου­ρα­νό της από­λαυ­σης!

Η Κάρ­πα­θος ολό­κλη­ρη ξε­νι­τεύ­τη­κε. Άλλος Αμε­ρι­κή, άλλος Κα­να­δά, άλλος Αυ­στρα­λία· έφυ­γαν αφή­νο­ντας πίσω καη­μούς και κρα­τη­μέ­να δά­κρυα. Κι όσοι δεν γύ­ρι­σαν πίσω- πολ­λοί- κάθε χρόνο σαν τα δια­βα­τά­ρι­κα που­λιά επι­στρέ­φουν στην φωλιά του Αι­γαί­ου που πρω­το­α­ντί­κρι­σαν το φως· αγκα­λιά­ζουν τους δι­κούς τους, τρώνε μέ­νου­λες και μα­κα­ρού­νες, θυ­μού­νται τα παλιά κι ύστε­ρα πάλι φεύ­γουν ομνύ­ο­ντας να γυ­ρί­σουν κά­πο­τε και να μην ξα­να­φύ­γουν. Κι οι όρκοι εκεί­νοι χά­νο­νται με­σο­πέ­λα­γα…

Η άλλη Κάρ­πα­θος

Ο φίλος μου ο Χρή­στος ο Λιά­λιος, πα­λιός καλός συ­νά­δελ­φος που άκου­σε την κου­βέ­ντα του Μου­σο­λί­νι, τη με­λέ­τη­σε και την έκανε πράξη: «H δη­μο­σιο­γρα­φία σε οδη­γεί πα­ντού, αρκεί να την εγκα­τα­λεί­ψεις εγκαί­ρως»· εγκα­τέ­λει­ψε τη δη­μο­σιο­γρα­φία εγκαί­ρως και με­γα­λουρ­γεί.

Ο Λιά­λιος ήταν ο πρώ­τος από το Γρα­φείο που τα­ξί­δε­ψε στην Κάρ­πα­θο πριν από 30 χρό­νια κι ακόμα η πυ­ξί­δα του προς το νησί της Έλυ­μπος και της Αρ­κά­σας δεί­χνει. Και δεν είναι ούτε οι γα­λά­ζιες πα­ρα­λί­ες που σμί­γουν με το άγριο του βου­νού, ούτε το φα­γη­τό, ούτε η φι­λο­ξε­νεία των χω­ριών, που αγκί­στρω­σαν τον παλιό καλό συ­νά­δελ­φο και βγαί­νει και ξα­να­βγαί­νει στην Κάρ­πα­θο, ήταν άν­θρω­ποι σαν τον φίλο του τον Γιάν­νη την κόρη του τη Σοφία και σαν τον κυρ Ηλία και τον Γιάν­νη τον Χα­τζη­βα­σί­λη· αυ­θε­ντι­κοί και ντό­μπροι σαν την σκλη­ρή την πέτρα, ανοι­χτοί σαν λου­λού­δια και κα­θα­ροί σαν ου­ρα­νός, με ψυχή βε­λού­δι­νη και λόγια – ανο­ξεί­δω­τα μέ­ταλ­λα που πο­νά­νε όσους έχουν αρ­χί­σει να σκου­ριά­ζουν στη νοτιά της εξέ­λι­ξης…

Γιατί αυτή είναι η άλλη Κάρ­πα­θος: αρ­χαία σκόνη, κα­ψα­λι­σμέ­νες μα­κα­ρού­νες, μέ­νου­λες που σε «τρώνε», φι­λο­σο­φία ζωής ζυ­μω­μέ­νη με ξε­νι­τειά και μι­σε­μό, χα­μο­γε­λα­στοί κι ηλιο­κα­μέ­νοι…Γιατί η Κάρ­πα­θος δεν είναι μο­νά­χα η Άπελα, η Κυρά Πα­να­γιά, ο Λευ­κός, δεν είναι απέ­ρα­ντη θά­λασ­σα κι αρ­μύ­ρα κι ου­ρα­νός και πέτρα, είναι πολλά πε­ρισ­σό­τε­ρα. Τα­ξι­δεύ­εις μια εβδο­μά­δα του κα­λο­και­ριού και ξε­χει­μω­νιά­ζεις με τη θέρμη των ανα­μνή­σε­ων… Κι η Κάρ­πα­θος; Σαν φτά­νει το φθι­νό­πω­ρο μα­ζεύ­ει όλα τα φύλλα στην πόρτα της κι αφή­νει να γεί­ρει απαλά η χα­μέ­νη της ζωή… Καλό χει­μώ­να!

Πηγή ethnos.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.