- Το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα για προσωρινό «πάγωμα» των μέτρων εκτέλεσης κατά της ξενοδοχειακής εταιρείας και των εγγυητών της.
- Η κύρια αίτηση για προληπτικά μέτρα θα συζητηθεί στις 23 Φεβρουαρίου 2027, αφήνοντας την περιουσία της εταιρείας εκτεθειμένη για τουλάχιστον τέσσερις μήνες.
- Ο μεγαλύτερος πιστωτής της εταιρείας είχε συναινέσει στη χορήγηση των μέτρων για 4 μήνες, αλλά οι θέσεις των άλλων πιστωτών δεν ήταν γνωστές.
- Η εταιρεία και οι εγγυητές της ζητούσαν την αναστολή κάθε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης και την απαγόρευση διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της, αίτημα που δεν έγινε δεκτό προσωρινά.
• Το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν χορήγησε το προσωρινό «πάγωμα» των μέτρων εκτέλεσης που ζητούσαν η εταιρεία και οι 4 εγγυητές της, ενώ η κύρια αίτηση για τα προληπτικά μέτρα θα συζητηθεί στις 23 Φεβρουαρίου 2027. Στο ενδιάμεσο, οι πιστωτές διατηρούν τη δυνατότητα να κινηθούν κατά της περιουσίας της επιχείρησης
Αρνητική για την εταιρεία ήταν η πρώτη κρίση του δικαστηρίου στην υπόθεση της ξενοδοχειακής επιχείρησης που ζητά προστασία από κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, προκειμένου να διαπραγματευθεί νέα συμφωνία εξυγίανσης με τους πιστωτές της. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, που εξέτασε την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2026 το αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής, το απέρριψε, αφήνοντας ακάλυπτη, τουλάχιστον για τους επόμενους 4 μήνες, την περιουσία της εταιρείας και των 4 φυσικών προσώπων που είχαν υπογράψει ως εγγυητές την προηγούμενη ρύθμιση.
Η απόφαση αφορά αποκλειστικά στο προσωρινό σκέλος της υπόθεσης. Η κύρια αίτηση για τη λήψη προληπτικών μέτρων, με βάση τον Κώδικα Αφερεγγυότητας, παραμένει εκκρεμής και προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 23 Φεβρουαρίου 2027, στο ακροατήριο ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου.
Τι αποφάσισε το δικαστήριο
Το δικαστήριο συνεκδίκασε την αίτηση της εταιρείας και των εγγυητών μαζί με κύριες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν προφορικά κατά τη συζήτηση, καθώς και με μία πρόσθετη παρέμβαση, επίσης προφορικώς ασκηθείσα.
Στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής. Στην αίτηση, πάντως, είχε καταγραφεί ότι ο μεγαλύτερος πιστωτής της εταιρείας, με απαίτηση 36.534.850 ευρώ, είχε δηλώσει εγγράφως ότι συναινεί στη χορήγηση των μέτρων για διάστημα 4 μηνών, ενώ οι θέσεις των υπόλοιπων πιστωτών δεν ήταν γνωστές.
Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση είχε κοινοποιηθεί, μεταξύ άλλων, στο Δημόσιο και στον ΕΦΚΑ, οι οποίοι, σύμφωνα με όσα ανέφερε η ίδια η εταιρεία, έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν κατασχέσεις στα χέρια τρίτων χωρίς να απαιτείται δικαστική απόφαση. Ο κίνδυνος είχε παρουσιαστεί ως άμεσος και από τη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της δεύτερης τράπεζας, η οποία κατήγγειλε πρώτη τη ρύθμιση τον Απρίλιο του 2025 και διαθέτει, κατά την αίτηση, διαταγή πληρωμής του 2016 ύψους 8.898.921,84 ευρώ και προσημειώσεις υποθήκης 7.700.000 ευρώ σε ακίνητα της εταιρείας και του βασικού μετόχου.
Τι είχε ζητηθεί
Η εταιρεία, μαζί με τον βασικό μέτοχο, που είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, τον αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και 2 μέλη της οικογένειας του βασικού μετόχου, είχε ζητήσει την αναστολή κάθε μέτρου ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας της και της περιουσίας των εγγυητών. Ζητούσε επίσης να απαγορευθούν ασφαλιστικά μέτρα κάθε είδους, όπως διαταγές πληρωμής, συντηρητικές κατασχέσεις, προσημειώσεις υποθήκης, μέτρα διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία και δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών.
Στο ίδιο πλαίσιο είχε ζητηθεί να απαγορευθεί η διάθεση των ακινήτων και του εξοπλισμού της εταιρείας, με εξαίρεση την αντικατάστασή τους με άλλα ίσης αξίας ή τη χρήση τους ως εξασφάλιση για ενδιάμεση χρηματοδότηση, καθώς και κάθε συμψηφισμός ή παρακράτηση οφειλών προς την εταιρεία, ακόμη και από δημόσιες αρχές για την έκδοση βεβαιώσεων.
Η επέκταση των μέτρων στα 4 φυσικά πρόσωπα είχε στηριχθεί σε διάταξη που την επιτρέπει όταν συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος. Η εταιρεία υποστήριζε ότι μέτρα σε βάρος των εγγυητών θα αποσπούσαν τη διοίκηση από τις διαπραγματεύσεις και ότι η πίεση θα μεταφερόταν αμέσως στην ίδια, αφού ο εγγυητής που πληρώνει αποκτά αναγωγική αξίωση κατά της εταιρείας. Το δικαστήριο, στο στάδιο της προσωρινής διαταγής, δεν έκανε δεκτό κανένα από τα αιτήματα αυτά.
Το βάρος των οφειλών
Οι συνολικές υποχρεώσεις της επιχείρησης ανέρχονται, με βάση το ισοζύγιο της 30ής Ιουνίου 2026, σε 73.534.287 ευρώ. Το 63,7% του ποσού, δηλαδή 46.843.593 ευρώ, αφορά πιστωτές με ειδικό προνόμιο. Πέρα από τον βασικό πιστωτή, εταιρεία απόκτησης ακινήτων και πιστώσεων που απέκτησε το 2024 τις απαιτήσεις της πρώτης τράπεζας, στην κατηγορία αυτή βρίσκεται και εταιρεία ειδικού σκοπού της αλλοδαπής που κατέχει τις απαιτήσεις της δεύτερης τράπεζας, με 10.253.526 ευρώ.
Το Δημόσιο εμφανίζεται με 6.340.204 ευρώ, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί με 4.835.312 ευρώ, η μισθώτρια των ξενοδοχείων με 1.955.000 ευρώ, ο τοπικός δήμος με 1.300.040 ευρώ και οι λοιποί ανέγγυοι πιστωτές με 12.091.206 ευρώ. Τα έσοδα της επιχείρησης, όπως είχε αναφερθεί στην αίτηση, είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εκχωρημένα στους εξασφαλισμένους πιστωτές, με αποτέλεσμα να μην απομένει ρευστότητα για το Δημόσιο, τα ταμεία και τους ανέγγυους.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1998 και ο βασικός μέτοχος κατέχει το 91,75% των μετοχών της. Δεν λειτουργεί η ίδια τα ξενοδοχεία, αλλά από το 2017 τα έχει εκμισθώσει σε εταιρεία ξενοδοχειακών επενδύσεων, με μίσθωμα που είχε οριστεί στο 21% των ακαθάριστων εισπράξεων και ελάχιστο ετήσιο ποσό 1.000.000 ευρώ για το πεντάστερο και 500.000 ευρώ για το τετράστερο.
Στις 28 Ιουνίου 2018 η εταιρεία υπέγραψε συμφωνία εξυγίανσης με τις 2 μεγαλύτερες πιστώτριες τράπεζες, με απαιτήσεις 37.796.503 και 10.278.969 ευρώ αντίστοιχα. Η συμφωνία επικυρώθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο στις 5 Αυγούστου 2019 και τα μισθώματα εκχωρήθηκαν στις τράπεζες, ώστε να εισπράττουν απευθείας τις δόσεις. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε η πανδημία, με το ελάχιστο μίσθωμα του 2020 να περιορίζεται από 1.500.000 σε 450.000 ευρώ, νομοθετική απαλλαγή 50% το 2021 και καταβολή στο 80% το 2022. Η εταιρεία δεν έλαβε κρατική ενίσχυση, γιατί λόγω της εξυγίανσης είχε χαρακτηριστεί προβληματική επιχείρηση, ενώ από το 2022 προστέθηκε και η άνοδος του Euribor, που αύξησε κατά σχεδόν 4 μονάδες το επιτόκιο των κυμαινόμενων δανείων.
Η διαχειρίστρια των απαιτήσεων της δεύτερης τράπεζας κατήγγειλε τη ρύθμιση στις 25 Απριλίου 2025, μετά την αποτυχία των συζητήσεων για παράταση της τελευταίας δόσης των 6.081.353,94 ευρώ. Με την καταγγελία, η απαίτησή της αναβίωσε στο προ της ρύθμισης ύψος, μαζί με 3.178.968,74 ευρώ που είχαν διαγραφεί. Ακολούθησαν ο ασφαλιστικός φορέας τον Ιούλιο και η φορολογική διοίκηση τον Σεπτέμβριο του 2025, με αποτέλεσμα οι ρυθμισμένες σε 180 δόσεις οφειλές προς το Δημόσιο και τα ταμεία να καταστούν άμεσα απαιτητές.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η αποτυχία της πρώτης ρύθμισης οφείλεται σε εξωγενή και απρόβλεπτα γεγονότα, ότι η επιχείρηση παραμένει βιώσιμη και ότι ο νόμος δεν θέτει χρονικό περιορισμό για νέα απόπειρα εξυγίανσης, ακόμη κι αν η προηγούμενη συμφωνία καταγγέλθηκε. Τα επιχειρήματα αυτά θα κριθούν πλέον στην ουσία τους στη δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2027. Έως τότε, η τύχη της επιχείρησης και των 2 ξενοδοχείων της θα εξαρτηθεί από το αν οι πιστωτές θα επιλέξουν να αναμείνουν την κρίση του δικαστηρίου ή να προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης, όπως η ίδια η εταιρεία είχε προειδοποιήσει ότι μπορεί να συμβεί. Αν η απόρριψη της προσωρινής διαταγής επηρεάζει τη στάση του βασικού πιστωτή, ο οποίος είχε συναινέσει στη χορήγηση των μέτρων, δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία.
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.