«Αυτός ο λαός, πριν από τριάμισι χρόνια, πήρε μια ιστορική απόφαση. Να πάρει το τιμόνι της χώρας από αυτούς που την οδήγησαν στα βράχια. Και να το δώσει σε νέους καπετάνιους». Είπε ο πρωθυπουργός. Το σχήμα, χώρα ίσον καράβι, στα όρια του προφανούς ή του αυτονόητου θα έλεγε κανείς, είναι πανάρχαιο. Για τη Θήβα σαν καράβι και για τον κυβερνήτη της, που πρέπει να μιλάει με φρόνηση τις κρίσιμες στιγμές, όσο κρατάει το τιμόνι γερά, δίχως ποτέ να κλείνει τα βλέφαρά του ο ύπνος, νοιάζεται ο Ετεοκλής στο ξεκίνημα των «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου: «Κάδμου πολίται, χρη λέγειν τα καίρια / όστις φυλάσσει πράγος εν πρύμνη πόλεως / οίακα νωμών, / βλέφαρα μη κοιμών ύπνω» Και στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή έρχεται η σειρά του Κρέοντα να παρομοιάσει τη Θήβα με πλοίο που οι θεοί το συντάραξαν με φουρτούνα μεγάλη μα ύστερα το ξανάφεραν σε θέση ασφαλή: «Ανδρες, τα μεν δη πόλεος ασφαλώς θεοί / πολλώ σάλω σείσαντες ώρθωσαν πάλιν». Ακούμε και τους δικούς μας ηγέτες να μιλούν συχνά για την προστασία που παρέχουν στην κλυδωνιζόμενη χώρα μας τα ουράνια. Μακάρι. Αλλά, δυστυχώς, το «συν Αθηνά και χείρα κίνει» δεν ειπώθηκε δίχως λόγο. Ούτε και το νεότερο  «-Αϊ-Νικόλα, βόηθα! – Κούνα κι εσύ το χέρι σου», ή «Αγιε Νικόλα, βόηθα με! – Σείσε και συ το πόδι σου» στην αιγαιοπελαγίτικη παραλλαγή του.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ