Νέες εμπορικές πρακτικές ακολουθούν τα διευθυντικά στελέχη των σούπερ μάρκετ που δραστηριοποιούνται στη Ρόδο και σε μια προσπάθεια να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, προχωρούν σε απευθείας συμφωνίες με αγρότες για να προμηθεύονται εμπορεύματα μαναβικής. Οι συμφωνίες αυτές έχουν ήδη γίνει αισθητές στην κεντρική λαχαναγορά της Ρόδου, όπου έχει αρχίσει να αναπτύσσεται προβληματισμός σχετικά με τη «νέα εποχή» στις εμπορικές σχέσεις.

Ειδικότερα, στους τελευταίους δύο μήνες, η μία μετά την άλλη οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ στη Ρόδο, δια των στελεχών τους, αναζητούν τους πιο μεγάλους τοπικούς παραγωγούς και τους προτείνουν συνεργασία, δεσμεύοντας ένα μεγάλο μέρος των αγροτικών τους προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνουν σημαντική μείωση της τιμής αγοράς, καθώς αποφεύγουν σειρά άλλων δαπανών και ποσοστών κέρδους που επιβαρύνουν το κάθε προϊόν που περνάει μέσα από τη λαχαναγορά και τους χονδρεμπόρους.

Ωστόσο, η διαφορά της τιμής που επιτυγχάνουν τα διευθυντικά στελέχη, δεν μετακυλίεται στην τσέπη του τελικού καταναλωτή. Οι τιμές των συγκεκριμένων αγαθών αποκλίνουν μόνο κατ’ ελάχιστο από τις κρατούσες τιμές της αγοράς. Εάν για παράδειγμα το κιλό η πατάτα Ρόδου πωλείται στη λιανική του νησιού 1 ευρώ, η τιμή αυτή θα παραμείνει ίδια στο καφάσι του σούπερ μάρκετ (ή ενδεχομένως να διαμορφωθεί στα 0.95 ευρώ), έστω κι αν η τιμή αγοράς είναι κατά τρεις φορές μικρότερη. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν συγκεκριμένες προσφορές των υπερκαταστημάτων, προκειμένου να κερδίσουν πελατεία.

Το φαινόμενο αυτό έχει αρχίσει να προβληματίζει σοβαρά τους επαγγελματίες της χονδρικής, καθώς ο συνολικός, ετήσιος τζίρος τους μειώνεται, ενώ το κοστολόγιό τους παραμένει σταθερό. Μάλιστα, οι ίδιοι τονίζουν πως το περιθώριο κέρδους που έχουν από την τοπική παραγωγή δεν υπερβαίνει το 10%, διότι το υπόλοιπο έσοδο κατανέμεται για την κάλυψη του μεταφορικού κόστους, εργατικών αμοιβών και άλλων δαπανών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ίδιοι οι παραγωγοί τονίζουν πως το όλο σύστημα διακίνησης και εμπορίας αγροτικών αγαθών λειτουργεί μόνο προς όφελος των μεσαζόντων, ενώ οι πραγματικά μοχθούντες στα χωράφια εισπράττουν ελάχιστα έσοδα. Το πραγματικό πρόβλημα των παραγωγών βρίσκεται στην αδυναμία τους να λειτουργήσουν επιχειρηματικά. Σε όλη τη διάρκεια του έτους η μόνη τους έγνοια είναι η καλλιέργεια της γης και η εξεύρεση χρημάτων για την αγορά λιπασμάτων, καυσίμων και πληρωμής εργατικών χεριών.

Σε αυτό το νέο τοπίο εμπορικών συμφωνιών, υπάρχουν ευκαιρίες ανάπτυξης, εφόσον οι αγρότες μπορέσουν να εναρμονιστούν, να συντονιστούν και να λειτουργήσουν συλλογικά. Στη Θράκη, για παράδειγμα, μια ομάδα παραγωγών πέτυχε να κατασκευάσει μια μεγάλη, θερμοκηπιακή μονάδα υδροπονίας για την καλλιέργεια τομάτας και αγγουριού. Η καρποφορία θα ξεκινήσει από τον προσεχή Μάρτιο και ήδη ολόκληρη η παραγωγή είναι προσυμφωνημένο να πουληθεί, με συμφέρουσες τιμές, σε αλυσίδες τροφίμων. Αντίστοιχες προσπάθειες γίνονται και στη Ρόδο, όμως από μεμονωμένους επιχειρηματίες κι όχι από ομάδες αγροτών.

Προς το παρόν τοπικά, παρά τις εξελίξεις, η γενική εικόνα λιανεμπορίου και χονδρεμπορίου δεν έχει μεταβληθεί. Από τους χονδρεμπόρους και τους εισαγωγείς, τα σούπερ μάρκετ παραμένουν σταθερά στο να επιζητούν είδη που δεν υπάρχουν στο νησί (σε φρούτα και λαχανικά) και αυτά τα πληρώνουν στις τιμές που είναι προσυμφωνημένες. Επειδή, δε, η τοπική παραγωγή είναι περιορισμένη σε όγκο και καλύπτει μόνο το 25% έως 30% της συνολικής ζήτησης, οι επιπτώσεις από τις συμφωνίες λιανεμπόρου – παραγωγού δεν θα γίνουν άμεσα ορατές.

Οι καταναλωτές από τη δική τους πλευρά παραμένουν πιστοί στα είδη μαναβικής και φροντίζουν τουλάχιστον μία και δύο φορές την εβδομάδα, να αγοράζουν τα χρειαζούμενα για το σπίτι. Σαφή στοιχεία που να δείχνουν τις προτιμήσεις τους ως προς τους προμηθευτές (λαϊκές αγορές ή σούπερ μάρκετ) δεν υπάρχουν, όμως στελέχη των αλυσίδων τροφίμων παρατηρούν πως υπάρχει μικρή αύξηση ύψους 5% στις πωλήσεις οπωροκηπευτικών.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ