• Προτείνεται μια «διαφοροποιημένη αντιμετώπιση» του Αιγαίου με γεωγραφικό άξονα τον 25ο μεσημβρινό • Το άρθρο αφορά τόσο το εύρος των χωρικών υδάτων όσο και την επήρεια των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, δύο διακριτά νομικά πεδία
Ένα νέο ακαδημαϊκό άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό κύρους επαναφέρει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η τουρκική πλευρά επιχειρεί να πλαισιώσει διεθνώς τα ζητήματα οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η σημασία της δεν έγκειται στην κατάθεση νέων προτάσεων, αλλά στο ό,τι αποτυπώνει, με τεχνικούς και ακαδημαϊκούς όρους, το αφήγημα που προβάλλεται εκτός του στενού διμερούς πλαισίου και αφορά άμεσα στον θαλάσσιο χώρο γύρω από νησιά του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.
Η μελέτη φέρει την υπογραφή του Τούρκου ακαδημαϊκού Serhat S. Çubukçuoğlu και δημοσιεύθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2026 στο SAIS Review of International Affairs, ένα διεθνές επιστημονικό περιοδικό πολιτικής ανάλυσης με απήχηση σε ακαδημαϊκά και θεσμικά περιβάλλοντα της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η επιλογή αυτού του βήματος δείχνει ότι η ανάλυση δεν απευθύνεται στο εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο της Τουρκίας, αλλά σε τρίτους που παρακολουθούν και ίσως επηρεάζουν τον διεθνή διάλογο για ζητήματα θαλάσσιων ζωνών.
Ο συγγραφέας της μελέτης, Serhat S. Çubukçuoğlu, δραστηριοποιείται στον χώρο της ακαδημαϊκής έρευνας με αντικείμενο τη ναυτική γεωπολιτική, το Δίκαιο της Θάλασσας και τη στρατηγική διάσταση των θαλάσσιων ζωνών. Στο παρελθόν έχει ασχοληθεί με ζητήματα που αφορούν στον ρόλο της γεωγραφίας στη διαμόρφωση θαλάσσιων ισορροπιών, καθώς και με την τουρκική προσέγγιση σε περιφερειακά ναυτικά ζητήματα, κυρίως μέσα από αναλύσεις πολιτικής και όχι στο πλαίσιο επίσημων θεσμικών ρόλων.
Οι παρεμβάσεις του εντάσσονται στον ακαδημαϊκό διάλογο που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια γύρω από την τουρκική θαλάσσια στρατηγική και τον τρόπο με τον οποίο αυτή παρουσιάζεται σε διεθνή περιβάλλοντα.
Το κείμενο, με τίτλο Rethinking Equitable Maritime Delimitation between Türkiye and Greece, βασίζεται σε γεωγραφικά δεδομένα, χαρτογραφικές απεικονίσεις και ποσοτικές αναλύσεις. Δεν υιοθετεί πολιτική γλώσσα, αλλά επιχειρεί να παρουσιάσει την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ως τεχνικό και λειτουργικό ζήτημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνεται μια διαφοροποιημένη αντιμετώπιση του Αιγαίου με γεωγραφικό άξονα τον 25ο μεσημβρινό. Δυτικά του άξονα, η μελέτη θεωρεί ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια δεν δημιουργεί προβλήματα λειτουργικότητας, ενώ ανατολικά προτείνεται η μείωση του εύρους τους στα 3 ναυτικά μίλια για αμφότερες τις χώρες.
Η προσέγγιση αυτή αποκλίνει από το ισχύον καθεστώς των 6 ναυτικών μιλίων και επηρεάζει άμεσα τον θαλάσσιο χώρο γύρω από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Από ελληνικής πλευράς, πάγια θέση αποτελεί ότι τα νησιά διαθέτουν πλήρη δικαιώματα σε χωρικά ύδατα και θαλάσσιες ζώνες, σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο και τη σχετική νομολογία διεθνών δικαστηρίων. Το άρθρο αφορά τόσο στο εύρος των χωρικών υδάτων όσο και στην επήρεια των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, δύο διακριτά νομικά πεδία.
Ιδιαίτερη θέση στην ανάλυση καταλαμβάνουν η Ρόδος και το σύμπλεγμα του Καστελλορίζου. Τα νησιά αυτά παρουσιάζονται ως παραδείγματα περιοχών των οποίων η θαλάσσια επήρεια, κατά την προσέγγιση του συγγραφέα, επηρεάζει την πρόσβαση της Τουρκίας προς τη Μεσόγειο. Η αναφορά αυτή δεν είναι καινούργια στη διεθνή συζήτηση, συγκεντρώνει όμως σε ενιαίο κείμενο επιχειρήματα που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, αυτή τη φορά με συστηματική ακαδημαϊκή τεκμηρίωση.
Η μελέτη συνδέεται επίσης με παλαιότερες ελληνοτουρκικές συζητήσεις. Γίνεται αναφορά σε δημόσιες τοποθετήσεις του Χρήστου Ροζάκη, πρώην υφυπουργού Εξωτερικών, ο οποίος έχει επιβεβαιώσει ότι το 2003 υπήρξε προχωρημένη συζήτηση μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας για ένα σχήμα διαφοροποιημένης εφαρμογής των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο. Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τέτοιου τύπου σενάρια έχουν τεθεί στο παρελθόν, χωρίς να υποστηρίζεται ότι αποτέλεσαν συμφωνία ή δεσμευτικό πλαίσιο.
Σε αυτό το σημείο, η μελέτη εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διατύπωσης της τουρκικής προσέγγισης με όρους που γίνονται κατανοητοί και συζητήσιμοι σε διεθνή ακαδημαϊκά και θεσμικά περιβάλλοντα. Η έμφαση στη γεωγραφία, στην αναλογικότητα και στη λειτουργικότητα των θαλάσσιων ζωνών αποτυπώνει το αφήγημα με το οποίο ζητήματα που αφορούν άμεσα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων παρουσιάζονται ως τεχνικά και διαχειρίσιμα στον διεθνή διάλογο, και όχι ως πρωτίστως πολιτικά ή κυριαρχικά.
Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά επίσημη πολιτική θέση ούτε αποτελεί αντικείμενο τρέχουσας διμερούς διαπραγμάτευσης. Από ελληνικής πλευράς δεν έχει υπάρξει σχόλιο ή τοποθέτηση επί της συγκεκριμένης ακαδημαϊκής δημοσίευσης. Ωστόσο, τέτοιες παρεμβάσεις συχνά λειτουργούν ως δοκιμαστικό πεδίο επιχειρημάτων που επιδιώκεται να καταστούν σημείο αναφοράς εκτός του διμερούς πλαισίου.
Η χρονική συγκυρία της δημοσίευσης προσδίδει στη μελέτη πρόσθετο ενδιαφέρον. Το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών επανέρχεται στο ευρωπαϊκό επίπεδο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας συζητούνται εκ νέου στο πλαίσιο ευρύτερων ζητημάτων ασφάλειας. Σε αυτό το περιβάλλον, η διαμόρφωση διεθνών αντιλήψεων προηγείται συχνά των πολιτικών αποφάσεων.
Το γεγονός ότι τέτοιες αναλύσεις προβάλλονται στον διεθνή διάλογο φυσικά και δεν μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ελληνική διπλωματία, ούτε δημιουργεί νέο σημείο αναφοράς για ζητήματα κυριαρχίας και δικαιωμάτων. Για τα Δωδεκάνησα, η σημασία τέτοιων παρεμβάσεων ωστόσο δεν είναι θεωρητική αλλά αφορά στον τρόπο με τον οποίο ο θαλάσσιος χώρος γύρω από τα νησιά μας επιχειρείται τεχνηέντως να ενταχθεί σε διεθνείς αναγνώσεις και τεχνικές προσεγγίσεις που επηρεάζουν τις αντιλήψεις τρίτων.
Σε τελική ανάλυση, η μελέτη αυτή δεν αφορά μόνο sτη γεωγραφία της Δωδεκανήσου, αλλά επιχειρεί να θέσει σε αμφισβήτηση τη συνολική στρατηγική παρουσία της Ελλάδας στην περιοχή. Η πρόταση για “ειδικό καθεστώς” ανατολικά του 25ου μεσημβρινού δεν περιορίζεται στα όρια των νησιών, αλλά επιχειρεί να αποσυνδέσει τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάδειξη τέτοιων αναλύσεων σε διεθνές επίπεδο υπενθυμίζει ότι η μάχη για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων δίνεται πλέον σε πολλαπλά επίπεδα. Η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει τη μάχη του Αιγαίου από τα κύματα στα χαρτιά. Αυτή η νέα μελέτη του Τούρκου ακαδημαϊκού μοιάζει περισσότερο με οδηγό για το πώς η Τουρκία θέλει να μας “γκριζάρει” στο μέλλον, παρουσιάζοντας τις διεκδικήσεις της ως δήθεν λογικές και δίκαιες.















