Οι αλλεπάλληλες επαφές του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών και η κινητικότητα της ελληνικής διπλωματίας στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας τις τελευταίες δύο εβδομάδες.
Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Ισραήλ στις 16 και 17 Ιουνίου με συνοδεία οκτώ μελών της κυβέρνησης, η επίσκεψη του Νίκου Δένδια στο Κάιρο που επακολούθησε, αλλά και η πρόσφατη υπογραφή της συμφωνίας με την Ιταλία για τον αμοιβαίο καθορισμό ορίων ΑΟΖ αποτελούν κάποια από τα πολλά άλλα δείγματα γραφής της ελληνικής περιφερειακής πολιτικής.
Η «δ» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει για τις πρόσφατες εξελίξεις με τον συμπολίτη μας, δικηγόρο και διδάκτορα διεθνών σχέσεων, ερευνητή στο Ινστιτούτο Έρευνας Δαυίδ Μπεν-Γκουριόν του ομώνυμου ισραηλινού πανεπιστημίου, κ. Γαβριήλ Χαρίτο, που ειδικεύεται στις σχέσεις Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και διατηρεί σημαντική παρουσία στα ΜΜΕ των τριών χωρών.
• Κύριε Χαρίτο, πώς αποτιμάτε την πρόσφατη επίσκεψη Μητσοτάκη στο Ισραήλ;
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο τουρισμός, η ανανέωση των πτήσεων και η αντιμετώπιση της πανδημίας θα μπορούσαν κάλλιστα να συζητηθούν από μία απλή τηλεδιάσκεψη. Η μετάβαση στο Ισραήλ του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη και των επικεφαλής των σημαντικότερων υπουργείων της κυβέρνησης καταδεικνύει ότι τα ζητήματα που συζητήθηκαν ήταν πολύ σοβαρότερα – κάτι που αποδείχθηκε από τις επίσημες ανακοινώσεις. Οι κατ’ ιδίαν συναντήσεις του κ. Μητσοτάκη με τον ομόλογό του, κ. Νετανιάχου, ως επίσης και με τον κυβερνητικό εταίρο του δευτέρου, νυν Υπουργό Άμυνας και μέλλοντα εκ περιτροπής Πρωθυπουργό, κ. Μπένι Γκαντς, ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν δεδομένου ότι ύστερα από ενάμισι χρόνο πολιτικής αβεβαιότητας στο Ισραήλ, επιτέλους σχηματίσθηκε κυβέρνηση συνασπισμού στην γειτονική χώρα και ήταν ανάγκη οι δύο χώρες «να πιάσουν ξανά το νήμα» στις διμερείς τους σχέσεις. Τελευταία φορά που συναντήθηκαν οι Μητσοτάκης και Νετανιάχου ήταν στις 2 Ιανουαρίου 2020 στην Αθήνα, όταν υπέγραψαν , μαζί με τον Πρόεδρο της Κύπρου, κ. Αναστασιάδη, την τριμερή συμφωνία περί περαιτέρω προώθησης του εγχειρήματος του EastMed. Ωστόσο από τότε έως σήμερα, η κατάσταση άλλαξε άρδην, όχι μόνο λόγω της πανδημίας, αλλά κυρίως εξ αιτίας της αυξημένης τουρκικής κινητικότητας στην Μεσόγειο, την ενεργό πλέον εμπλοκή της στο μέτωπο της Λιβύης και την επίμονη αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στην θαλάσσια ζώνη που εκτείνεται από την Δωδεκάνησο έως και νοτιότερα της Κρήτης.
Ένα βασικό συμπέρασμα που απορρέει από τις συναντήσεις Μητσοτάκη-Νετανιάχου-Γκαντς, ως επίσης και με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, είναι ότι το Ισραήλ έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει να αναμένει κάτι αξιόλογο από την τουρκική πλευρά σε πολιτικό επίπεδο και ότι η στρατηγική συνεργασία που αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία με την Αθήνα και τη Λευκωσία καλύπτει τα ισραηλινά ζωτικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αξίζει να τονισθεί ότι, κατά τη διάρκεια της μακράς πολιτικής κρίσης στο Ισραήλ, είχαν κατά καιρούς εκφρασθεί διάφορες θεωρήσεις που έφεραν την «διάδοχη κατάσταση» που θα αντικαθιστούσε τον Νετανιάχου να καταβάλει ακόμα μία προσπάθεια εξευμενισμού της Άγκυρας – πληροφορίες που, έως ενός σημείου, ήταν σε θέση να προβληματίσουν την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι πληροφορίες διαψεύσθηκαν, όχι μόνο επειδή ο Βενιαμίν Νετανιάχου διατήρησε την θέση του στην πρωθυπουργία, αλλά και επειδή έχει ορίσει έμπιστους συνεργάτες του σε θέσεις-κλειδιά στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην Πρεσβεία του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον, στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ, στο Υπουργείο Ενέργειας και στο Υπουργείο Περιφερειακής Συνεργασίας. Εν τέλει, και ο κ. Μπένι Γκαντς αποδεικνύεται ότι αντιλαμβάνεται πλέον ότι η απομάκρυνση από την Τουρκία, δίνει την ευκαιρία στο Ισραήλ να ενταχθεί ομαλότερα στο φυσικό του περιβάλλον – δηλαδή στην Μέση Ανατολή – καλλιεργώντας συνέργειες με τη Σαουδική Αραβία και τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Πέραν αυτού, η διακοπή της στρατηγικής εξάρτησης του Ισραήλ από την Τουρκία, επέτρεψε στους Ισραηλινούς να ανοίξουν ένα σταθερό κανάλι επικοινωνίας με τη Ρωσία σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στη Συρία, και μάλιστα χωρίς αυτό να βλάψει με κανέναν τρόπο τους παραδοσιακούς δεσμούς της Ιερουσαλήμ με την Ουάσιγκτον. Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι, σε βάθος χρόνου, το Ισραήλ θα ευγνωμονεί τον Πρόεδρο Ερντογάν, υπό την εξής έννοια: Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας αποτέλεσε αφορμή, ώστε το Ισραήλ να βρουν αποτελεσματικές εναλλακτικές, ενισχύοντας σχέσεις με πολύ περισσότερους παίκτες της περιοχής στην Μέση Ανατολή, στην Μεσόγειο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν έρχεται μονομιάς, αλλά σταδιακά. Είναι ζήτημα χρόνου η νέα θεώρηση της πραγματικότητας να αποτελέσει ‘κτήμα’ στα ισραηλινά κέντρα αποφάσεων και τα τελευταία χρόνια, οι ενθαρρυντικές ενδείξεις είναι ολοένα και περισσότερες. Αρκεί να επισημανθεί ότι στο Ισραήλ σήμερα δεν υπάρχει καμία υπολογίσιμη πολιτική παράταξη που να στηρίζει μία τουρκοϊσραηλινή επαναπροσέγγιση. Οι παραδοσιακά φιλικές προς την Τουρκία δεξαμενές σκέψης μετρούν περισσότερο τα λόγια τους, σε σύγκριση με παλαιότερα. Επίσης, η ανοικτή πληγή της τουρκικής κατοχής της Κύπρου, είναι κάτι που αναφέρεται συχνά στον ισραηλινό δημόσιο πολιτικό λόγο και η κοινή γνώμη επιδεικνύει μια σαφώς φιλική στάση έναντι των θέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό δεν ήταν καθόλου αυτονόητο μία δεκαετία πριν.
• Η Ελλάδα προσπαθεί να διασφαλίσει τις θαλάσσιες ζώνες της σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Ποια βοήθεια αναμένει από το Ισραήλ;
Η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών είναι δεδομένη. Θα ήταν όμως λάθος να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το Ισραήλ θα στείλει τον στόλο του για να προστατεύσει τα ελληνικά ζωτικά συμφέροντα. Αντιστοίχως, ούτε η Ελλάδα δεν θα πολεμούσε για τα ζωτικά συμφέροντα του Ισραήλ ή κανενός άλλου ανεξάρτητου κράτους – πλην της Κύπρου, φυσικά.
Η Ελλάδα αναμένει από το Ισραήλ να παραμείνει προσηλωμένο στην κοινή θεώρηση Αθήνας και Λευκωσίας περί παντός ζητήματος που άπτεται των θαλασσίων ζωνών μας. Αυτή η προσήλωση επιβεβαιώθηκε πολλάκις από την ισραηλινή πλευρά, όχι μόνο εκ μέρους του Βενιαμίν Νετανιάχου, αλλά και του πολιτικού του εταίρου, Μπένι Γκαντς. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι το Ισραήλ, παρότι δεν έχει υπογράψει την Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (όπως ακριβώς και η Τουρκία), στην πράξη την σέβεται κατά περιεχόμενο. Αυτό αποδεικνύεται από το πλέγμα των συμφωνιών που σύναψε με την Κυπριακή Δημοκρατία για τον αμοιβαίο καθορισμό ΑΟΖ, αλλά και από τις κατά καιρούς επίσημες δηλώσεις του, που δικαιώνουν απόλυτα τις ελληνικές θέσεις. Αυτό είναι μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια που ίσως θα έπρεπε να τονίζεται περισσότερο εκ μέρους της ελληνικής πλευράς – ειδικότερα όταν καλείται να εξηγήσει τα αυτονόητα σε λιγότερο ενημερωμένους συνομιλητές.
• Ποια θα πρέπει να είναι η στάση της χώρας μας ως προς το ενδεχόμενο μίας μονομερούς προσάρτησης εδαφών της Δυτικής Όχθης εκ μέρους του Ισραήλ;
Η Ελλάδα συντάσσεται με τη θέση της διεθνούς κοινότητας, η οποία πιστεύει ότι η επίλυση της διένεξης θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή «Δύο Έθνη – Δύο Κράτη». Στον χώρο του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς πραγματικότητας, το μοναδικό υφιστάμενο πλαίσιο ειρήνευσης της διένεξης Ισραήλ-Παλαιστινίων είναι οι Συμφωνίες του Όσλο. Το ειρηνευτικό σχέδιο του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί «σύμβαση». Αποτελεί μία πρόταση που οι ΗΠΑ επιθυμούν να αποτελέσει βάση διαπραγμάτευσης. Η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή από το Ισραήλ, όχι όμως και από τους Παλαιστινίους. Με δεδομένο μάλιστα ότι ούτε οι ΗΠΑ δεν έχουν δώσει ένα ξεκάθαρο «πράσινο φως» για μία τέτοια μονομερή ενέργεια, γιατί θα έπρεπε να αναμένεται από την Ελλάδα να στηρίξει μία τέτοια ενέργεια; Η Ελλάδα είναι ένα κράτος-μέλος της ΕΕ και δεσμεύεται από τη στάση των Βρυξελλών, που επανειλημμένως δήλωσαν ότι αντιτάσσονται σε οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια. Από την άλλη πλευρά πρέπει να σημειωθεί ότι το Ισραήλ αντιλαμβάνεται τις δεσμεύσεις της Ελλάδας, ως επίσης και της Κύπρου. Ειδικότερα μάλιστα, Αθήνα και Λευκωσία απεύχονται ένα δυσάρεστο τετελεσμένο, που θα προέκυπτε από μία τυχόν μονομερή προσάρτηση του βόρειου τμήματος της Κύπρου εκ μέρους της Τουρκίας. Για αυτόν τον λόγο, οι απαιτήσεις του Ισραήλ προς την Ελλάδα και την Κύπρο είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες.
Αυτό που ζητάει το Ισραήλ από Αθήνα και Λευκωσία είναι, σε περίπτωση που η ΕΕ αποφασίσει να επιβάλει κυρώσεις εξ αιτίας μίας ενδεχόμενης προσάρτησης εδαφών στην Δυτική Όχθη, να προσπαθήσουν να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις του Ισραήλ με την Ευρώπη. Εάν τελικά το Ισραήλ προχωρήσει σε αυτό το βήμα – κάτι που η διεθνής κοινότητα απεύχεται – η ισραηλινή διπλωματία ελπίζει ότι η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και πιθανώς η Πολωνία θα καταφέρουν να μειώσουν τους διπλωματικούς κραδασμούς.
Εκτιμώ ότι η μονομερής προσάρτηση εδαφών της Δυτικής Όχθης δεν θα αποτελέσει μία εξέλιξη ενθαρρυντική για την ομαλή ένταξη του Ισραήλ στον φυσικό του χώρο, δηλαδή στην Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Προφανώς η διακυβέρνηση Νετανιάχου το αντιλαμβάνεται, αλλά για την ώρα παραμένει δέσμια προεκλογικών δεσμεύσεων, τις οποίες ίσως θα έπρεπε να διαχειριστεί διαφορετικά.
Η Ελλάδα, εάν το αποφασίσει, είναι σε θέση να βοηθήσει ποικιλοτρόπως Ισραηλινούς και Παλαιστινίους να αρχίσουν ξανά να συνομιλούν. Η Αθήνα, έστω καθυστερημένα, κατάφερε να καλλιεργήσει ισότιμες σχέσεις με τις δύο πλευρές – κάτι που δεν συνέβαινε πριν το 2010. Πέραν των παραδοσιακών μας σχέσεων, η Παλαιστινιακή Αρχή είναι ενεργειακός εταίρος της Ελλάδας και της Κύπρου, καθότι συμμετέχει στο Περιφερειακό Ενεργειακό Φόρουμ. Ήταν εξαιρετική η πρωτοβουλία του κ. Μητσοτάκη να έρθει σε επαφή με τον Παλαιστίνιο ομόλογό του, κ. Μοχάμαντ Στάγιε, μόλις επέστρεψε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου – γεγονός που είχε δηλώσει ότι θα έπραττε, σε συνέντευξη που παραχώρησε σε ισραηλινή εφημερίδα και που δημοσιεύθηκε ανήμερα της άφιξής του στο Ισραήλ. Αυτό που η Ελλάδα είναι σε θέση να κάνει υπέρ του Ισραήλ, με αποτελέσματα σωτήρια τόσο για τον απλό Ισραηλινό αλλά και για τον απλό Παλαιστίνιο πολίτη, είναι να ενθαρρύνει τις δύο πολιτικές ηγεσίες να αρχίσουν ξανά να συνομιλούν με σκοπό την ειρήνη.
• Εν τέλει, η επίσκεψη Δένδια στο Κάιρο δεν έφερε αυτό που ίσως θα περιμέναμε, δηλαδή τον καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.
Η Αίγυπτος είναι μία φιλική χώρα και οι σχέσεις της με την Τουρκία είναι τεταμένες. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι ο «εχθρός του εχθρού μας» δεν είναι πάντα διατεθειμένος να συμφωνήσει μαζί μας σε όλα. Το γεγονός ότι ύστερα από 17 γύρους συνομιλιών για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών, οι δύο πλευρές «έπιασαν το νήμα» για ακόμα μία φορά προκειμένου να υπογράψουν μία συμφωνία περί ΑΟΖ κάποτε στο μέλλον, δυστυχώς δείχνει πολλά. Η αλήθεια είναι ότι η Αίγυπτος είναι αντιμέτωπη με ζητήματα δυσεπίλυτα: Ο αιγυπτιακός στρατός βρίσκεται ακόμα αντιμέτωπος με ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες στο Σινά, βρίσκεται με το χέρι στη σκανδάλη στη Λιβύη και η διακυβέρνηση Αλ-Σίσι παρακολουθεί στενά τη δράση των Αδελφών Μουσουλμάνων στο εσωτερικό της χώρας. Ίσως πράγματι δεν είναι σώφρον για το Κάιρο να ανοίξει μία ακόμα πληγή στην Μεσόγειο, παρά την εκπεφρασμένη του αντιπάθεια προς την Άγκυρα. Από την άλλη, ίσως είναι άκαιρο να εκπλησσόμεθα: Με τις ευχές της Αθήνας, της Λευκωσίας και της Ιερουσαλήμ, η Αίγυπτος έχει ήδη καταστεί σήμερα ο σημαντικότερος ενεργειακός κόμβος στην περιοχή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η διακυβέρνηση Αλ-Σίσι να μπορεί να απαιτεί και όχι να συζητά. Είναι κάτι που θα έπρεπε να έχει προβληματίσει προ πολλού. Τώρα, είναι μάλλον αργά – και η Ελλάδα θα ήταν καλό να αξιοποιήσει όσα κοινά σημεία υπάρχουν με τη σημερινή αξιόπιστη Αίγυπτο.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ