Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ

Όλα τα καλοκαίρια του Ιούλη είναι καυτά. Εκείνο, όμως, ήταν διαφορετικό. Ο ουρανός σκεπάστηκε. Τεράστια μαύρα πουλιά έκρυψαν το βαθύ μπλε. Άρχισαν από ψηλά να ρίχνουν εκατοντάδες λύκους. Την ίδια στιγμή, χάθηκε και το μπλε της θάλασσας της λατρεμένης Κερύνειας. Τι παράξενο; Τεράστια μαύρα κήτη αποβίβαζαν χιλιάδες ύαινες. Μαύρος ο ουρανός, μαύρη και η θάλασσα. Μαύρη και κόκκινη βάφτηκε λίγο μετά και η γη του χρυσοπράσινου φύλλου.

Φωτιές ξεπηδούσαν από παντού. Οι πύρινες γλώσσες ρουφούσαν αχόρταγα ό,τι έβρισκαν στο πέρασμα τους. Ρουφούσαν και προχωρούσαν. Οι λύκοι και οι ύαινες αναρριχούνταν στη ράχη του παλικαρόβουνου και στα χωριά και στα αλώνια. Αιμοβόρα, πεινασμένα, αναζητώντας ανθρώπινη σάρκα. Αδιακρίτως ηλικίας. Σάρκα να ήταν… Το μαύρο που άφηναν πίσω τους οι αδηφάγες φλόγες, αναμιγνύονταν με το κόκκινο αίμα που έρρεε από τα θύματα των υαινών.

Παντού κυριαρχούσε η οσμή του θανάτου…Κάτω από τον καυτό ήλιο και δίπλα από την κάψα της φωτιάς, κάποιοι νέοι να σκάβουν. Ασταμάτητα. Αμέτρητοι τάφοι… Παραδίπλα, μερικά παιδάκια κρατάνε μερικές φωτογραφίες. Εκείνες οι φωτογραφίες σημάδεψαν τη ζωή τους για πάντα. Και τη δική μας… Μαζί με εκείνες των αντίσκηνων, είναι τα απολιθώματα που βασανίζουν μόνιμα το μυαλό μας.

Παντού κυριαρχούσε ο τρόμος. Είδα και την ελπίδα. Έτρεχε κυνηγημένη. Περίμενε τη Μητέρα να έρθει. Χρόνια ζούσε με εκείνη την προσμονή. Στις πιο τραγικές στιγμές, οι μητέρες γίνονται θυσία για τα παιδιά τους. Οποία απογοήτευση. Δεν ήρθε ποτέ. Έχοντας ήδη κατρακυλήσει και βρεθεί στα τάρταρα, η ελπίδα έμαθε την πικρή αλήθεια. Η Μητέρα που γνώρισε τότε, δεν ήταν η πραγματική. Φορούσε προσωπείο. Την πραγματική την είχαν αλυσοδέσει και την πέταξαν σε κάποιο μπουντρούμι. Το ψεύτικο προσωπείο το φορούσε ο Εφιάλτης. Αυτός δεν θα ερχόταν ποτέ. Είχε φροντίσει απλώς, να ανοίξει την πόρτα για να ξεχυθούν οι λύκοι και οι ύαινες…

Από εκείνο το φρικτό καλοκαίρι, μαύρισε ο ήλιος. Μαύρισε το φεγγάρι. Μαύρισαν και οι ψυχές. Για πάντα… Οι λεμονιές της Λαπήθου και οι πορτοκαλιές του Καραβά είχαν ανθίσει για τελευταία φορά. Έκτοτε, το άρωμά τους χάθηκε για πάντα. Κάθε Ιούλη μυρίζουν μόνο λιβάνι. Κάνουν κι αυτές το δικό τους μνημόσυνο!

Από εκείνο το φρικτό καλοκαίρι, οι γέροι έχασαν το δικαίωμα να πεθάνουν. Πώς να κουβαλήσουν τόσο πόνο στον άλλο κόσμο; Ούτε κι αυτός ο άσπλαχνος χάρος δεν τους δέχεται. Τους στέλνει πίσω, ζητώντας τους να απαλύνουν τον πόνο τους και μετά να επιστρέψουν για την αιώνια ανάπαυση. Ατυχής επιλογή. Απλώς, κάθε καλοκαίρι, ο πόνος τους μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Εκείνοι που ήταν νέοι τότε; Αυτοί έχασαν το δικαίωμα να κάνουν όνειρα. Ή, τουλάχιστον, μόνο όνειρα.

Καταδικάστηκαν τα όνειρα τους να συνοδεύονται πάντοτε και από εφιάλτες. Φορτώθηκαν το ασήκωτο βάρος της ευθύνης να βρουν τρόπο να διώξουν τους λύκους και τους ύαινες, που έκτοτε ρίζωσαν. Και όσοι γεννήθηκαν μετά; Αυτοί δεν έχουν εφιάλτες από εκείνο το φρικτό καλοκαίρι. Απειλούνται, όμως, να εγκλωβιστούν στο χειρότερο εφιάλτη απ’ όλους. Να δουν τη μοιρασμένη πατρίδα να μετατρέπεται σε χαμένη πατρίδα. Αυτή η απειλή σκιάζει τη δική τους ζωή…

Και η μαυροφορεμένη πατρίδα; Ακόμη αντέχει, υπομένει και περιμένει. Περιμένει το παλικαρόβουνο να ανασηκώσει τη ράχη του και να αποτινάξει τους λύκους. Περιμένει τον ουρανό να ξαναγίνει μπλε. Δυστυχώς, αυτό δεν θα το δει ούτε αύριο. Θα δει πάλι τον σουλτάνο της βαρβαρότητας να γιορτάζει 41 χρόνια μετά, εκείνο το πρωινό, που μαύρισαν ο ουρανός και η θάλασσα… Θα συνεχίσει, ωστόσο, να περιμένει την στιγμή, που τα παιδιά της θα βρουν τη δύναμη και τον τρόπο να αφαιρέσουν το μαύρο από την ψυχή της!

Έτσι όπως προστάζει και ο Δημήτρης Λιπέρτης: Καρτερούμεν μέραν νύχταν/ να φυσήσει ένα αέρας/ στουν τον τόπον πο ‘ν καμένος/ τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν./ Για να φέξει καρτερούμεν/ το φως τζιήνης της μέρας/ πο ‘ν να φέρει στον καθ’ έναν/ τζαι δροσιάν τζαι ποστασιάν.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ