Ρεπορτάζ

Δικαστική ασπίδα σε γυναίκα με όριο και κυρώσεις μετά από αλλεπάλληλα μηνύματα και κλήσεις με απειλητικό και υβριστικό περιεχόμενο από 70χρονο

Πρόκειται για μια υπόθεση που αναδεικνύει πώς μια μακρόχρονη κοινωνική και οικογενειακή συναναστροφή μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης, όταν οι ισορροπίες αλλάζουν και η επικοινωνία εκτροχιάζεται. Στη Ρόδο, το Μονομελές Πρωτοδικείο κλήθηκε να αποφασίσει σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, αξιολογώντας στοιχεία από έγγραφα, ένορκες καταθέσεις και περιεχόμενο επικοινωνιών που αποδόθηκαν σε έναν 70χρονο κάτοικο της Ρόδου, ώστε να κρίνει αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση και κίνδυνος επανάληψης, που δικαιολογούν προσωρινή δικαστική παρέμβαση.
Πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας ήταν ο κ. Μηνάς Τσέρκης και του καθ’ ου ο κ. Χριστόφορος Καλογήγου.
Η εικόνα της σχέσης πριν τη ρήξη και το σημείο καμπής
Σύμφωνα με όσα τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, οι διάδικοι γνωρίζονταν για διάστημα άνω των 20 ετών και διατηρούσαν σχέσεις που είχαν ξεφύγει από τα όρια μιας τυπικής γνωριμίας, αποκτώντας φιλικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά. Από την πλευρά της αιτούσας περιγράφεται ότι η γνωριμία τους ξεκίνησε σε εργασιακό πλαίσιο σε δημοτική επιχείρηση, όπου εκείνη εργάστηκε επί 20 έτη και ο καθ’ ου φέρεται να ήταν επίσης υπάλληλος και στη συνέχεια συνταξιοδοτήθηκε.
Η αιτούσα, 54χρονη ημεδαπή, παρουσιάζει τη σχέση ως στενή και πολυετή, με κοινωνικές συναναστροφές, συχνές συναντήσεις και παρουσία του καθ’ ου στην οικογενειακή της καθημερινότητα, ακόμη και σε περιόδους δυσκολιών. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται ότι ο καθ’ ου, περίπου 70χρονος ημεδαπός, εμφανιζόταν γενναιόδωρος στα κοινά τραπέζια και στις εξόδους, κάτι που, κατά την εκδοχή της αιτούσας, ενίσχυσε την αίσθηση οικειότητας και σταθερότητας.
Το σημείο καμπής, όπως αποτυπώνεται τόσο στο σκεπτικό της απόφασης όσο και στο ιστορικό της αίτησης, τοποθετείται χρονικά όταν η αιτούσα συνήψε ερωτική σχέση με άλλο πρόσωπο. Το δικαστήριο καταγράφει ότι κανείς από τους δύο δεν ισχυρίστηκε πως η μεταξύ τους σχέση έγινε ερωτική, ακόμη και μετά το διαζύγιο της αιτούσας, όμως η αλλαγή των δεδομένων στην προσωπική της ζωή αποτέλεσε, κατά τα πιθανολογηθέντα, την αφετηρία μιας νέας κατάστασης έντασης.
Τα μηνύματα, οι κλήσεις και η κλιμάκωση της έντασης
Κεντρικό στοιχείο της υπόθεσης ήταν ο όγκος και το περιεχόμενο επικοινωνιών που αποδόθηκαν στον καθ’ ου. Το δικαστήριο δέχεται ότι απεστάλησαν μηνύματα και έγιναν τηλεφωνήματα προς την αιτούσα, με απειλές για τη σωματική της ακεραιότητα και ύβρεις, οι οποίες, σύμφωνα με το σκεπτικό, είχαν έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο.
Στο ιστορικό της αίτησης καταγράφονται συγκεκριμένες ημερομηνίες, με μηνύματα που περιγράφονται ως επιθετικά, απαξιωτικά, απειλητικά και χυδαία. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε επαναλαμβανόμενες αναπάντητες κλήσεις, με μεγάλα πλήθη κλήσεων μέσα σε μικρά χρονικά παράθυρα, εικόνα που η αιτούσα παρουσιάζει ως ένδειξη εμμονικής συμπεριφοράς και συνεχιζόμενης πίεσης στην καθημερινότητά της. Η ίδια περιγράφει ότι σταδιακά αισθάνθηκε πως ο καθ’ ου επιδίωκε να γνωρίζει συνεχώς πού βρίσκεται και τι κάνει, ενώ αναφέρει ότι έφτασε να δίνει ανακριβείς πληροφορίες για κινήσεις της, προκειμένου να αποφύγει παρεμβάσεις στην προσωπική της ζωή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα, δίνεται και σε τηλεφωνική επικοινωνία που η αιτούσα αποδίδει στον καθ’ ου, κατά την οποία φέρεται να ειπώθηκε απειλή περί εμπλοκής τρίτων προσώπων και κίνδυνος για τη ζωή. Η αιτούσα συνδέει το στοιχείο αυτό με φόβο όχι μόνο για την ίδια αλλά και για το παιδί της, περιγράφοντας την καθημερινότητα ως κατάσταση τρόμου και διαρκούς ανασφάλειας.
Η στάση του καθ’ ου και ο ισχυρισμός για τα 40000 ευρώ
Σημαντικό σημείο της απόφασης είναι ότι ο καθ’ ου, σύμφωνα με το σκεπτικό, δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο των μηνυμάτων, δηλώνοντας ότι δεν είναι περήφανος για αυτά. Παράλληλα, προέβαλε αιτιολόγηση που συνέδεσε τη συμπεριφορά του με ισχυρισμό περί οικονομικής εξαπάτησης από την αιτούσα, υποστηρίζοντας ότι εκείνη, προφασιζόμενη λόγους υγείας, του υφάρπαξε ποσό 40000 ευρώ για ιατρικές δαπάνες. Στην ίδια γραμμή, ανέφερε ότι πριν από την αποστολή των μηνυμάτων πληροφορήθηκε πως η αιτούσα πέρασε Σαββατοκύριακο με τον σύντροφό της σε πολυτελές ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη, στοιχείο που παρουσιάστηκε ως παράγοντας οργής και αίσθησης εξαπάτησης.
Το δικαστήριο αποτυπώνει καθαρά τη στάθμιση: ο ισχυρισμός περί εξαπάτησης δεν πιθανολογήθηκε ως βάσιμος. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ως αληθής, το δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εξεταζόμενη υπόθεση ως στοιχείο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το ύφος και το περιεχόμενο των επικοινωνιών. Με άλλα λόγια, το δικαστήριο διαχωρίζει την πιθανή ύπαρξη άλλης διαφοράς, οικονομικής φύσης, από το συγκεκριμένο αντικείμενο της αίτησης, που ήταν η προσωρινή προστασία έναντι απειλών και εξυβρίσεων.
Το δικαστήριο ρύθμισε προσωρινά την κατάσταση, υποχρεώνοντας τον καθ’ ου να απέχει από έργω και λόγω εξυβρίσεις και απειλές καθ’ οιονδήποτε τρόπο και μέσο, άμεσα ή έμμεσα και γενικά να απέχει από κάθε υβριστική, απαξιωτική ή απειλητική συμπεριφορά εναντίον της αιτούσας. Επιπλέον, υποχρεώθηκε να μην την προσεγγίζει σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων, σε οποιοδήποτε μέρος κι αν βρίσκεται.
Για την αποτελεσματικότητα της ρύθμισης, απειλήθηκε σε βάρος του καθ’ ου χρηματική ποινή 1000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας 1 μήνα για κάθε παράβαση της διάταξης. Στο κείμενο της απόφασης, το ποσό αποτυπώνεται ως 1000 ευρώ, ενώ στο διατακτικό εμφανίζεται τυπογραφική αστοχία σε ένα σημείο, χωρίς αυτό να αλλάζει το νόημα της απειλής, η οποία περιγράφεται ρητά ως 1000 ευρώ ανά παράβαση.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου