Η απόφαση 15/2026 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δημοσιεύθηκε στη Ρόδο στις 13.01.2026, έρχεται να δώσει ένα καθαρό στίγμα σε μια κατηγορία διαφορών που τα τελευταία χρόνια παράγει συνεχώς αντιδικίες στα νησιά: τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου και τη σύγκρουσή τους με την πραγματική ιστορία κατοχής και εκμετάλλευσης της γης.
Στην υπόθεση κρίθηκαν 2 γεωτεμάχια στη Σύμη, στη θέση «ΠΟΤΙ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ», τα οποία είχαν καταχωριστεί ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100% . Το δικαστήριο, όμως, επιβεβαίωσε την πρωτόδικη κρίση ότι οι εγγραφές αυτές είναι ανακριβείς και πρέπει να διορθωθούν.
Εκκαλούν ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον υπουργό Οικονομικών.
Εφεσίβλητοι ήταν 3 ιδιώτες κάτοικοι Σύμης, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους κ. Παναγιώτη Πανιέρα, με κατάθεση προτάσεων.
Η αντιδικία ξεκίνησε με αγωγή που ασκήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου στις 23.08.2021 και κατατέθηκε με αριθμό έκθεσης 276 στις 03.09.2021. Με αυτήν ζητήθηκε να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 25% ο 1ος, 25% ο 2ος και 50% ο 3ος εξ αδιαιρέτου σε 2 γεωτεμάχια, εμβαδού 2.291 τ.μ. και 2.303 τ.μ. αντίστοιχα, και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, επειδή στο Κτηματολόγιο είχαν καταχωριστεί ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου.
Το δικαστήριο κινήθηκε στην καρδιά του ζητήματος που δημιουργεί τις πιο σκληρές συγκρούσεις στο Κτηματολόγιο: όταν στις πρώτες εγγραφές εμφανίζεται ως δικαιούχος διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο, ο δρόμος της διόρθωσης περνά από αγωγή αναγνώρισης δικαιώματος και απόφαση που, για να παραγάγει πλήρως τα αποτελέσματά της ως προς τη διόρθωση, απαιτεί τον αυξημένο βαθμό ωριμότητας που προβλέπεται στο κτηματολογικό πλαίσιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, τα 2 επίδικα γεωτεμάχια προέκυψαν από κατάτμηση ενός μεγαλύτερου ενιαίου αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 6.893 τ.μ. Κατά την κτηματογράφηση, το τμήμα έκτασης 1.723 τ.μ. καταχωρήθηκε υπέρ των ιδιωτών, ενώ τα 2 όμορα τμήματα καταχωρήθηκαν ως δημόσια, σε ποσοστό 100%.
Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αλυσίδα κατοχής και εκμετάλλευσης περιγράφεται ως διαχρονική και συνεχής, με καλλιέργεια δημητριακών, συντήρηση περίφραξης, επίβλεψη και εν γένει πράξεις νομής που ταιριάζουν στη φύση των αγροτικών ακινήτων, ενώ αναφέρεται και η ύπαρξη ναϋδρίου που ανεγέρθηκε με οικογενειακές δαπάνες και πρόχειρου οικίσκου που κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1960 και εξακολουθεί να υφίσταται.
Ένα από τα σημεία που αποτυπώνουν γιατί τέτοιες υποθέσεις φτάνουν μέχρι την έφεση είναι η διοικητική διαδρομή που προηγήθηκε. Στη 2η ανάρτηση, προστέθηκε παρατήρηση ότι το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω Διεύθυνσης Δασών, διεκδικούσε τμήμα 5.185,67 τ.μ. ως δασικό. Η ένσταση των ιδιωτών στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εκδίκασης Ενστάσεων απορρίφθηκε ως προς την έκταση αυτή, με αποτέλεσμα, κατά την οριστικοποίηση, να διαμορφωθούν τα 2 επίδικα γεωτεμάχια και να καταχωρηθούν υπέρ του Δημοσίου.
Ωστόσο, καταγράφεται ότι στη συνέχεια ασκήθηκαν αντιρρήσεις κατά του δασικού χάρτη με αριθμό 15227/2017, οι οποίες έγιναν δεκτές με την απόφαση στις 27.06.2018 της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων Δασικού Χάρτη της Τοπικής Δημοτικής Κοινότητας Σύμης. Εκεί διαπιστώθηκε ότι τα 2 ακίνητα δεν εμφανίζονται ως δασικά ή χορτολιβαδικά σε παλαιότερες αεροφωτογραφίες, φέρουν ίχνη αγροτικής δραστηριότητας όπως τοιχία και βαθμιδώσεις, δεν φέρουν δασική βλάστηση και στο ένα από αυτά υπάρχουν κτίσματα. Μετά από αυτή την εξέλιξη, τα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται πλέον στον δασικό χάρτη ως δασικά, στοιχείο που επηρέασε καθοριστικά και το σκεπτικό περί έλλειψης αποδεικτικού ερείσματος για την κρατική διεκδίκηση.
Το Εφετείο επί της ουσίας, όμως, απέρριψε τους λόγους έφεσης ως αβάσιμους, κρίνοντας ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, με την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης να συμπληρώνεται από το εφετειακό σκεπτικό.
Απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κλειδώνει την κυριότητα 2 αγροτεμαχίων στη Σύμη













