• Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου αύξησε το ποσοστό που αναγνωρίζεται σε κάθε νόμιμο μεριδιούχο σε ακίνητο στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, κρίνοντας ότι απαιτείται συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας με βάση το σύνολο της κληρονομιάς και όχι μόνο το επίδικο κατάστημα
Πρόκειται για απόφαση που φωτίζει με καθαρό τρόπο ένα σημείο που συχνά πυροδοτεί οικογενειακές συγκρούσεις μετά από έναν θάνατο, τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που αφήνει μια διαθήκη και σε αυτό που επιβάλλει η νόμιμη μοίρα. Με την 49/2026 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, σε υπόθεση που εκδικάστηκε στις 16 Ιανουαρίου 2026 και δημοσιεύθηκε στη Ρόδο στις 3 Μαρτίου 2026, αναγνώρισε ότι 2 νόμιμοι μεριδιούχοι δικαιούνται σημαντικά υψηλότερο ποσοστό συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο από εκείνο που είχε δεχθεί πρωτόδικα το δικαστήριο.
Η υπόθεση δεν αφορά μια θεωρητική νομική αντιπαράθεση. Ακουμπά τον πυρήνα της κληρονομικής πραγματικότητας σε περιοχές με έντονη εμπορική δραστηριότητα, όπως η Παλιά Πόλη της Ρόδου, όπου ένα μικρό σε επιφάνεια κατάστημα μπορεί να έχει καθοριστική οικονομική βαρύτητα και να μετατρέπεται στο επίκεντρο μιας πολυετούς αντιδικίας.
Το ακίνητο που βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης
Στην καρδιά της υπόθεσης βρέθηκε ένα ισόγειο κατάστημα περίπου 48 τμ στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, επί της οδού Σωκράτους. Το ακίνητο λειτουργούσε ως κατάστημα τουριστικών ειδών και, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, το νέμονταν αποκλειστικά ένας από τους κληρονόμους, επικαλούμενος δημόσια διαθήκη.
Το Εφετείο αποτίμησε την εμπορική αξία του συγκεκριμένου καταστήματος, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, στο ποσό των 780.000,00 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη την παλαιότητα του κτίσματος, τη ρυμοτόμηση και κυρίως την εμπορική αξία του σημείου.
Η διαθήκη, η βούληση του διαθέτη και το όριο της νόμιμης μοίρας
Ο κληρονομούμενος, ημεδαπός μουσουλμάνος πολίτης 89 ετών, απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2020. Είχε συντάξει δημόσια διαθήκη στις 22 Αυγούστου 2017, με την οποία εγκαθιστούσε έναν από τους υιούς του κληρονόμο στο συγκεκριμένο κατάστημα και διατύπωνε επιθυμία, μετά τον θάνατο του υιού, να περιέλθει το ακίνητο σε εγγονή.
Το κρίσιμο σημείο στην εφετειακή κρίση ήταν ότι η εν λόγω διαθήκη αντιμετωπίστηκε ως εγκατάσταση κληρονόμου σε δήλο αντικείμενο, δηλαδή σε συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, χωρίς να προκύπτει ότι ο διαθέτης ήθελε να αποκλείσει τους λοιπούς κληρονόμους από την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία. Το δικαστήριο έκρινε ότι, ως προς τα λοιπά αδιάθετα στοιχεία, χωρεί εξ αδιαθέτου διαδοχή υπέρ όλων των κληρονόμων, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας.
Με απλά λόγια, η διαθήκη μπορεί να καθορίζει ποιος θα πάρει τι, αλλά δεν μπορεί να μηδενίζει τη νόμιμη μοίρα εκείνων που ο νόμος προστατεύει ως υποχρεωτικούς κληρονόμους. Όταν υπάρχει προσβολή ή όταν υπάρχει ανάγκη συμπλήρωσης, το δικαστήριο αναζητά αριθμητικά πόσο υπολείπεται η νόμιμη μοίρα και από πού πρέπει να συμπληρωθεί.
Το πραγματικό μέγεθος της κληρονομιάς και τα ποσά που έκριναν την έκβαση
Η εφετειακή απόφαση προχώρησε σε συνολικό υπολογισμό της κληρονομιαίας περιουσίας, κρίνοντας ότι το επίδικο κατάστημα δεν εξαντλούσε τον κλήρο. Στην περιουσία συνυπολογίστηκαν και άλλα στοιχεία, μεταξύ τους δικαιώματα επί ακινήτων, καταθέσεις, καθώς και απαίτηση που απορρέει από απόφαση δικαστηρίου. Με βάση τα στοιχεία που έγιναν δεκτά, η συνολική αξία της κληρονομίας κατά τον χρόνο θανάτου προσδιορίστηκε σε 907.926,86 ευρώ.
Από το ποσό αυτό αφαιρέθηκαν χρέη προς τη ΔΟΥ ύψους 15.733,80 ευρώ, με αποτέλεσμα η καθαρή αξία να υπολογιστεί σε 892.193,06 ευρώ. Στη συνέχεια, το δικαστήριο υπολόγισε τη νόμιμη μοίρα ως το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας. Καθώς στην πρώτη τάξη κληρονομικής διαδοχής κλήθηκαν 3 τέκνα, η εξ αδιαθέτου μερίδα κάθε τέκνου υπολογίστηκε σε 1/3, και η νόμιμη μοίρα για καθένα από τους 2 ενάγοντες προσδιορίστηκε σε 148.698,84 ευρώ.
Στην ίδια ανάλυση, κρίθηκε ότι από τα αδιάθετα στοιχεία της κληρονομιάς, δηλαδή από όλα πλην του επίδικου καταστήματος, κάθε ενάγων είχε ήδη λάβει 42.642,28 ευρώ. Άρα δεν υπήρχε πλήρης στέρηση, αλλά ανάγκη συμπλήρωσης. Το ποσό που υπολειπόταν για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας κάθε ενάγοντος προσδιορίστηκε σε 106.056,56 ευρώ.
Το επόμενο βήμα ήταν καθοριστικό. Για να συμπληρωθεί το παραπάνω ποσό, το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωριστεί στον κάθε ενάγοντα ποσοστό συγκυριότητας 13,60% εξ αδιαιρέτου στο επίδικο κατάστημα. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που μετατρέπει τη δικαστική κρίση σε είδηση με μετρήσιμες συνέπειες, το ποσοστό που αναγνωρίστηκε είναι πολλαπλάσιο του ποσοστού που είχε αναγνωριστεί πρωτόδικα.
Η ανατροπή σε σχέση με την πρωτόδικη κρίση
Σε πρώτο βαθμό, το αρμόδιο δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας για κάθε ενάγοντα ποσοστό συγκυριότητας 3,415% εξ αδιαιρέτου στο κατάστημα και υποχρέωση απόδοσης του αντίστοιχου ποσοστού.
Η εφετειακή απόφαση, ωστόσο, έκρινε ότι αυτή η εκτίμηση δεν ανταποκρινόταν στο πραγματικό υπολειπόμενο ποσό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, με βάση τη συνολική εικόνα της κληρονομιάς. Έτσι, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας, αναγνωρίζοντας τελικά το ποσοστό 13,60% εξ αδιαιρέτου για κάθε ενάγοντα και υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να αποδώσει τα αντίστοιχα ποσοστά.
Ως προς τα ένδικα μέσα, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η μία έφεση, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η άλλη, οδηγώντας στη συνολική ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης. Παράλληλα, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίστηκαν λόγω συγγενικής σχέσης, ενώ το δικαστήριο διέταξε την τύχη των e παραβόλων που είχαν καταβληθεί για τις εφέσεις.
Την υπόθεση χειρίσθηκαν οι δικηγόροι κ.κ. Τζένη Παπά και Κατερίνα Κυπριώτη της Δικηγορικής εταιρίας Μαυρομμάτη Κυπριώτη.













