- Οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν εύθραυστες, με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις να δοκιμάζονται λόγω της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου και των ενεργειακών σχεδίων.
- Ο αντιστράτηγος ε.α. Λάμπρος Τζούμης τονίζει ότι η αποφυγή στρατιωτικής σύγκρουσης δεν αποτελεί από μόνη της διπλωματική επιτυχία και υπογραμμίζει την ανάγκη εθνικής στρατηγικής και αποτρεπτικής ισχύος.
- Επισημαίνει τη σημασία του Κάθετου Διαδρόμου και την ανάγκη ενίσχυσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας με σύγχρονα οπλικά συστήματα, drones και τεχνολογίες ηλεκτρονικού πολέμου.
- Με βάση την εμπειρία του από τη Ρόδο και την κρίση του 1987, τονίζει τη διαχρονική αξία της επιχειρησιακής ετοιμότητας σε ευαίσθητες ακριτικές περιοχές για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν εύθραυστες και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται από τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, τα ενεργειακά σχέδια και τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων, ο αντιστράτηγος ε.α. Λάμπρος Τζούμης αναλύει στη «δ» τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική εξωτερική πολιτική και η εθνική άμυνα.
Στη συνέντευξή του στη «δ», ο έμπειρος αξιωματικός εστιάζει στα μηνύματα που εκπέμπει η στάση των ΗΠΑ απέναντι στο ζήτημα του καλωδίου, εξηγεί γιατί η αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης δεν συνιστά από μόνη της διπλωματική επιτυχία και υπογραμμίζει ότι οι συμμαχίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εθνική στρατηγική και την αποτρεπτική ισχύ.
Παράλληλα, αξιολογεί τον γεωπολιτικό ρόλο του Κάθετου Διαδρόμου, αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και επενδύσεων σε σύγχρονα οπλικά συστήματα, drones και τεχνολογίες ηλεκτρονικού πολέμου.
Με αφετηρία και την προσωπική του εμπειρία από τη στρατιωτική του υπηρεσία στη Ρόδο, ο κ. Τζούμης αναφέρεται, επίσης, στην κρίση του Μαρτίου του 1987 και στη διαχρονική σημασία της επιχειρησιακής ετοιμότητας σε μια ευαίσθητη ακριτική περιοχή. Μια συζήτηση για τις προκλήσεις του σήμερα, τα όρια της διπλωματίας και την ανάγκη η Ελλάδα να υπερασπίζεται με συνέπεια τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Στρατηγέ, πρόσφατα με αφορμή την πλατφόρμα που προωθείται για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης είχατε μιλήσει για συνταγή Κίσινγκερ, περί «δημιουργικής ασάφειας». Σαν να δικαιωθήκατε από την απάντηση του Μάρκο Ρούμπιο. Μήπως τα πράγματα δυσκολεύουν τελικά στα νερά της Κάσου;
Σε ερώτηση εάν οι ΗΠΑ υποστηρίζουν την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου, ο κ. Ρούμπιο δημιούργησε ένα «θολό τοπίο». Απέφυγε να αναφέρει την Τουρκία, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα καταβάλουν διπλωματικές προσπάθειες και εξέφρασε την ελπίδα εξεύρεσης λύσης.
Πρόσθεσε ότι τέτοια ζητήματα αντιμετωπίζονται καλύτερα ιδιωτικά και αθόρυβα, μέσω παρασκηνιακής διπλωματίας. Η αναφορά μου στη «δημιουργική ασάφεια» αφορούσε την πληροφορία ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο η γαλλική Meridiam, που συμμετέχει στο έργο, να ενημερώσει εγγράφως τις παράκτιες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, για τις προγραμματισμένες εργασίες, ώστε να ξεπεραστούν οι αντιδράσεις της Άγκυρας.
Έτσι, η Ελλάδα θα υποστηρίζει ότι δεν ζητά τουρκική άδεια, ενώ η Τουρκία ότι ενημερώνεται για το έργο. Αυτή είναι η λογική της «δημιουργικής ασάφειας», που συνδέθηκε με τη διπλωματική πρακτική του Χένρι Κίσινγκερ και επιτρέπει διαφορετικές ερμηνείες της ίδιας διευθέτησης. Η διαδρομή του καλωδίου διέρχεται αρχικά από τις βόρειες ακτές της Κρήτης, εντός ελληνικών χωρικών υδάτων, στη συνέχεια από την οριοθετημένη ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου μέχρι τον 28ο μεσημβρινό, στο ύψος της Ρόδου, ακολούθως από μη οριοθετημένη περιοχή νότια της Μεγίστης και τέλος από την ΑΟΖ της Κύπρου.
Σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, η πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων αποτελεί αναγνωρισμένη ελευθερία πέραν των χωρικών υδάτων, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Στις περιοχές της οριοθετημένης ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ δεν απαιτείται άδεια της Τουρκίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει το τμήμα νότια της Μεγίστης, που δεν συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία οριοθέτησης Ελλάδας και Αιγύπτου.
Τα ελληνικά νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, με δικαιώματα που υφίστανται αυτοδικαίως, χωρίς προηγούμενη ανακήρυξη. Η Τουρκία αμφισβητεί την έκταση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, με επίκεντρο την επήρεια του συμπλέγματος της Μεγίστης.
Η Άγκυρα έχει γνωστοποιήσει επανειλημμένα στον ΟΗΕ τις διεκδικήσεις της. Το 2020 το «Oruc Reis» πραγματοποίησε έρευνες σε περιοχή ελληνικής υφαλοκρηπίδας, φθάνοντας περίπου 6,5 ναυτικά μίλια από τη Μεγίστη.
Τότε ο κ. Γεραπετρίτης δήλωσε ότι «η κόκκινη γραμμή είναι η εθνική κυριαρχία», προσδιορίζοντάς την στα χωρικά ύδατα των 6 ναυτικών μιλίων και αφήνοντας εκτός την ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Το έργο ενδέχεται να πραγματοποιηθεί με τη φόρμουλα της ενημέρωσης των παράκτιων κρατών.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα. Θα έχει διασφαλιστεί η ανεμπόδιστη άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ή θα έχει δημιουργηθεί προηγούμενο που η Τουρκία θα επικαλείται για να στηρίζει τις διεκδικήσεις της;

Μπορεί η αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης να θεωρηθεί διπλωματική επιτυχία, όταν το ζήτημα της κυριαρχίας παραμένει ανοιχτό;
Μετά την κρίση των Ιμίων, ο τότε πρωθυπουργός Κ. Σημίτης είχε δηλώσει ότι «Οι σύγχρονες χώρες δεν παρασύρονται σε συγκρούσεις». Προφανώς, κανένας λογικός άνθρωπος δεν επιθυμεί τον πόλεμο. Η αντίληψη αυτή φαίνεται ότι διαπερνά ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας, όπως αποτυπώνεται στο γνωστό ερώτημα «Δηλαδή, τι θέλετε να κάνουμε πόλεμο;». Τι συμβαίνει, όμως όταν διακυβεύονται τα εθνικά συμφέροντα και η εδαφική κυριαρχία της χώρας; To «τι θέλετε να κάνουμε πόλεμο;» πρόκειται για ένα παραπλανητικό δίλημμα που παρουσιάζει ως μοναδικές επιλογές την υποχώρηση ή τον πόλεμο. Αυτή ακριβώς είναι και η επιδίωξη της Τουρκίας, να θέσει την Ελλάδα μπροστά σε αυτό το δίλημμα, με απώτερο στόχο να την οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις με τους δικούς της όρους, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε στρατιωτική σύγκρουση, την οποία ούτε η ίδια επιθυμεί. Η στρατιωτική ισχύς, σε συνδυασμό με την πολιτική βούληση χρησιμοποίησής της, αποτελεί βασικό παράγοντα αποτροπής και ενίσχυσης της διπλωματίας. Η αποφυγή μιας στρατιωτικής σύγκρουσης είναι ασφαλώς επιθυμητή, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της διπλωματική επιτυχία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι με ποιους όρους επιτυγχάνεται και ποιες συνέπειες αφήνει. Στα Ίμια η σύγκρουση αποφεύχθηκε, αλλά η Τουρκία αξιοποίησε την κρίση για να προωθήσει τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Επομένως, επιτυχία δεν είναι απλώς να αποφύγεις έναν πόλεμο, αλλά να τον αποτρέψεις χωρίς να υποχωρήσεις σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Ποια είναι τα όρια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όταν οι προτεραιότητες των συμμάχων συγκρούονται με τις ελληνικές επιδιώξεις, δηλαδή η δική μας «κόκκινη γραμμή»;
Οι συμμαχίες και οι διεθνείς συνεργασίες αποτελούν βασικούς πυλώνες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν πρέπει, όμως, να παραβλέπουμε ότι κάθε χώρα διαμορφώνει την πολιτική της με γνώμονα πρωτίστως τα δικά της εθνικά συμφέροντα, τα οποία δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα ελληνικά. Αυτό ισχύει και για τις ΗΠΑ, οι οποίες αντιμετωπίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία με βάση τις ευρύτερες στρατηγικές τους επιδιώξεις στην περιοχή. Η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να αξιοποιεί τις συμμαχίες, χωρίς να εξαρτά την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων από τις προτεραιότητες τρίτων. Η δική μας «κόκκινη γραμμή» πρέπει να είναι ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, χωρίς να τίθενται υπό διαπραγμάτευση υπό την πίεση απειλών ή της χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Οι συμμαχίες ενισχύουν τη θέση μας, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εθνική στρατηγική, την αποτρεπτική ισχύ και την πολιτική βούληση για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.
Ο Κάθετος Διάδρομος μετατρέπει την Ελλάδα σε ενεργειακή πύλη της Ευρώπης. Μπορεί αυτή η αναβάθμιση να λειτουργήσει ως στρατηγική ασπίδα απέναντι στην Τουρκία ή δημιουργεί νέες εστίες αντιπαράθεσης;
Ο Κάθετος Διάδρομος αναβαθμίζει αναμφίβολα τη γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας, καθώς ενισχύει τον ρόλο της στη μεταφορά ενέργειας προς την ευρωπαϊκή αγορά και συμβάλλει στη διαφοροποίηση των πηγών ενεργειακού εφοδιασμού. Παράλληλα, δημιουργεί πρόσθετα στρατηγικά συμφέροντα για τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες στην περιοχή. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η ενεργειακή αυτή αναβάθμιση αποτελεί και ασπίδα προστασίας απέναντι στην Τουρκία. Τα οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα των συμμάχων μας δεν συνεπάγονται αυτομάτως και την υποχρέωσή τους να υποστηρίξουν τις ελληνικές θέσεις σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Με βάση τη μέχρι σήμερα πολιτική της Τουρκίας, εκτιμώ ότι η Άγκυρα θα επιχειρήσει να αντιδράσει στην ενεργειακή αναβάθμιση της Ελλάδας, ιδιαίτερα εάν θεωρήσει ότι αυτή περιορίζει τον δικό της γεωπολιτικό ρόλο. Δεν αποκλείεται, επομένως, να προκαλέσει νέες εντάσεις, επιδιώκοντας να αποκομίσει πολιτικά ή στρατηγικά ανταλλάγματα. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να συγχέουμε τη γεωπολιτική αναβάθμιση με την αποτρεπτική ισχύ. Η προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων εξακολουθεί να αποτελεί πρωτίστως ευθύνη της ίδιας της χώρας και προϋποθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και πολιτική βούληση χρησιμοποίησής τους, εφόσον απαιτηθεί.
Η Ελλάδα προχωρά σε σημαντικές αμυντικές δαπάνες, με έμφαση στα F-35, στην αναβάθμιση των F-16 και στα νέα οπλικά συστήματα. Στον σύγχρονο πόλεμο, η αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται μόνο από τα αεροσκάφη και τα πλοία, αλλά και από τα drones, τον ηλεκτρονικό πόλεμο, τις πληροφορίες και τα συστήματα αεράμυνας. Μήπως η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει και σε αυτά δίνοντας ώθηση στην αμυντική μας βιομηχανία;
Βρισκόμαστε στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, με την τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική και τις νέες τεχνολογίες να επηρεάζουν καθοριστικά τον τομέα της άμυνας. Οι σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις αναδεικνύουν τη σημασία των μη επανδρωμένων συστημάτων, του ηλεκτρονικού πολέμου και της αεράμυνας, καθιστώντας αναγκαία την προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Ωστόσο, η απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων δεν αρκεί. Το προσωπικό παραμένει ο σημαντικότερος πολλαπλασιαστής μαχητικής ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων και απαιτείται συνεχής εκπαίδευση και εξειδίκευση για την αποτελεσματική αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Η Τουρκία έχει επενδύσει συστηματικά στην εγχώρια αμυντική της βιομηχανία, αποκτώντας σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες και περιορίζοντας την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές. Αντίθετα, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές οπλικών συστημάτων, χωρίς να αξιοποιεί επαρκώς τις δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό πρέπει να αλλάξει, με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, επενδύσεις στην έρευνα και την τεχνολογία και ουσιαστική συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στα εξοπλιστικά προγράμματα. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη και παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και πυρομαχικών.
Κλείνοντας κ. Τζούμη θα ήθελα να σας ρωτήσω για την εμπειρία σας στο νησί, τι κρατάτε από αυτά τα χρόνια που υπηρετήσατε ως λοχαγός στη Ρόδο;
Υπηρέτησα δύο φορές στη Ρόδο. Την πρώτη από το 1985 έως το 1989, με τον βαθμό του υπολοχαγού, και τη δεύτερη από το 2008 έως τον Μάρτιο του 2009, για έναν χρόνο, με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Διατηρώ εξαιρετικές αναμνήσεις από αυτό το πανέμορφο νησί, τους ανθρώπους που γνώρισα και τις ισχυρές φιλίες που δημιούργησα και διατηρώ μέχρι σήμερα. Παράλληλα, η υπηρεσία μου στη Ρόδο αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη στρατιωτική μου σταδιοδρομία. Απέκτησα πολύτιμη επιχειρησιακή εμπειρία σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη ακριτική περιοχή της χώρας, με αυξημένες απαιτήσεις ετοιμότητας και επιχειρησιακής σχεδίασης. Ξεχωριστή θέση στις αναμνήσεις μου κατέχει η ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου 1987, την οποία έζησα ως νεαρός αξιωματικός.
Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε το έναυσμα για να ασχοληθώ επισταμένως με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή του βιβλίου μου «Σε τροχιά σύγκρουσης με την Τουρκία». Η Ρόδος, επομένως, δεν αποτελεί για μένα απλώς έναν τόπο στον οποίο υπηρέτησα, αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της προσωπικής και στρατιωτικής μου ζωής.
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.