Η ξενοδοχειακή αγορά επιχείρησε να βρει τον “βηματισμό” της μετά το lockdown και οι προσδοκίες κατά την −καθυστερημένη− έναρξη της φετινής τουριστικής σεζόν τον Ιούλιο αναφορικά με τον περιορισμό των τεράστιων απωλειών που έφερε η πανδημία ήταν αρκετές.

Η πραγματικότητα, εντούτοις, ήταν τελείως διαφορετική, και αυτό φάνηκε ήδη από τις πρώτες ημέρες του ανοίγματος των μονάδων, τόσο των συνεχούς λειτουργίας σε πρώτη φάση όσο και στη συνέχεια των εποχικής, καθώς ούτε η τουριστική ζήτηση ήταν τελικά η αναμενόμενη, ενώ και η συνεχής μεταβολή των επιδημιολογικών δεδομένων σε σημαντικές αγορές για τον ελληνικό τουρισμό (Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Βαλκάνια) έδωσε το τελειωτικό χτύπημα.

Τρεις μήνες μετά, και ο χώρος των ξενοδοχείων έχει μπει σε “χειμερία νάρκη”. Ο φόβος για λουκέτα στον χώρο, έπειτα από μία επταετία καλών οικονομικών επιδόσεων και σημαντικών επενδύσεων εξαιτίας της τουριστικής ανόδου, είναι πλέον ορατός, ειδικά σε ό,τι αφορά μικρές μονάδες σε αστικά κέντρα που δεν έχουν τα αποθεματικά για να κρατηθούν ζωντανές μέχρι την επόμενη άνοιξη, οπότε θα επανεκκινήσει η προσπάθεια για την ανάκτηση των εσόδων και των αφίξεων που χάθηκαν φέτος.

Η μεγάλη πλειονότητα των εποχικών μονάδων έχει κλείσει ήδη από τον Σεπτέμβριο, αφού η τουριστική περίοδος τελείωσε πρόωρα για τους περισσότερους προορισμούς. Και ενώ οι κρατήσεις από το εξωτερικό ήταν φανερά πεσμένες, η εσωτερική κίνηση ειδικά κατά τις τρεις πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου −και καθώς ο αριθμός των νέων κρουσμάτων κορονοϊού βρισκόταν υπό έλεγχο− τόνωσε κάπως τους τζίρους.

Για τα ξενοδοχεία, όμως, συνεχούς λειτουργίας τα δύσκολα είναι μπροστά. Είναι χαρακτηριστικό πως οι φετινές απώλειες για το σύνολο του ξενοδοχειακού κλάδου, σύμφωνα με φορείς του χώρου, υπολογίζεται πως θα προσεγγίσουν τα 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Σημειώνεται πως το 2019 ο τζίρος που πέτυχαν τα ξενοδοχεία έφτασε τα 8,4 δισ. ευρώ.

Άνοιξαν και κλείνουν

Η πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος αποτυπώνει την υπάρχουσα κατάσταση. Από το σύνολο των ξενοδοχείων της χώρας που λειτούργησαν το 2019 (9.971), υγειονομικό πρωτόκολλο δημιούργησε το 67% των ξενοδοχείων, με σκοπό να ανοίξουν. 60% των ελληνικών ξενοδοχείων λειτούργησαν τελικά φέτος.

Ειδικότερα, από τα 3.965 ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας, το 62% προχώρησε σε υγειονομικό πρωτόκολλο και τελικά μόλις 2.328 επαναλειτούργησαν μετά τον Ιούνιο, οπότε επιτράπηκε το άνοιγμα των μονάδων 12μηνης λειτουργίας. Όσον αφορά τις μονάδες εποχικής λειτουργίας, μετά το lockdown άνοιξε το 61%. Σε απόλυτα νούμερα, από τις 6.098 εποχικές μονάδες, λειτούργησαν οι 3.699, σύμφωνα με τα δεδομένα στου ΞΕΕ.

Το 50% εξ αυτών έκλεισε πρόωρα μέσα στον Σεπτέμβριο και το 40% μέσα στον Οκτώβριο. Υπήρχε δε και ένα ποσοστό κοντά στο 5% που έκλεισε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Κατά την έρευνα του ΙΤΕΠ διαπιστώνεται ότι η μέση ποσοστιαία πληρότητα με αναγωγή στο σύνολο του ξενοδοχειακού δυναμικού της χώρας για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο ανήλθε σε ποσοστό 23,1%, η δε μέση τιμή για την ίδια περίοδο άγγιξε τα 86 ευρώ.

Όπως δείχνουν επίσης τα στοιχεία της μελέτης, και αυτό κρίνεται ως το πιο ανησυχητικό για τις επιπτώσεις της πανδημίας στον χώρο της φιλοξενίας, 717 ξενοδοχεία συνεχούς λειτουργίας που άνοιξαν θα ξανακλείσουν μέσα στο 2020, αφού δεν υπάρχει ζήτηση. 503 μονάδες ετοιμάζονται, μάλιστα, να κλείσουν μέσα στον μήνα που διανύουμε. Όπως σημειώνουν παράγοντες που γνωρίζουν καλά την ξενοδοχειακή αγορά, ένα σημαντικό ποσοστό δεν θα τα καταφέρει να κρατηθεί “ζωντανό” κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Δεν είναι, άλλωστε, και λίγοι όσοι μιλούν για σαρωτική αναδιανομή της “πίτας” στο ξενοδοχειακό περιβάλλον, στο οποίο τα τελευταία χρόνια προστέθηκε σημαντικός αριθμός μικρών και boutique καταλυμάτων, όσο και χιλιάδες ακίνητα που προσφέρονται για βραχυχρόνια μίσθωση μέσα από πλατφόρμες τύπου Airbnb.

Η επόμενη μέρα

Το σύνολο των επενδύσεων από τον ξενοδοχειακό κλάδο για κατασκευή νέων και για ανακαίνιση/επισκευή υπαρχόντων ξενοδοχειακών δωματίων τα έτη 2018 και 2019 εκτιμήθηκε σε περίπου 1,735 δισ. και 1,469 δισ. αντίστοιχα, σύμφωνα με στοιχεία του ΞΕΕ. Από τα ποσά αυτά, ένα μέρος αφορά εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες και το υπόλοιπο υπηρεσίες και αγαθά εγχώριας προστιθέμενης αξίας. Λαμβάνοντας υπόψη την κατανομή αυτή, υπολογίζεται ότι η επένδυση του ξενοδοχειακού κλάδου για τα έτη 2018 και 2019, καθαρή από εισαγωγές, ανέρχεται σε περίπου 945 εκατ. και 784 εκατ. αντίστοιχα. Κάθε χρόνο μόνο για ανακαινίσεις οι ξενοδόχοι δίνουν πάνω από 1 δισ. ευρώ κάθε χειμώνα, νούμερο που αποτελεί από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές επαναλαμβανόμενες επενδύσεις τέτοιου είδους.

Από τα στοιχεία που συγκεντρώνει το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος, τον προηγούμενο χρόνο προστέθηκαν στο δυναμικό της αγοράς 98 νέες μονάδες, ενώ υψηλές ήταν οι επενδύσεις και για ανακαινίσεις και εκσυγχρονισμό υφιστάμενων. Ειδικότερα, το 2019 μετρήθηκαν συνολικά 9.971 καταλύματα και 433.000 δωμάτια, όταν το 2018 καταγράφηκαν 9.873 ξενοδοχειακές μονάδες με 426.000 δωμάτια. Χαρακτηριστικό επίσης της έντονης κινητικότητας που παρατηρείται τα τελευταία έτη στον ξενοδοχειακό χώρο είναι πως το 2017 προστέθηκαν 7.000 δωμάτια σε σχέση με το 2016 και πέρυσι άλλα 11.900 δωμάτια. Το μεγαλύτερο μερίδιο της “πίτας” στον αριθμό των καταλυμάτων κατέχει το νότιο Αιγαίο και ακολουθεί η Κρήτη. Το 7% των μονάδων βρίσκεται, τέλος, στην περιοχή της Αττικής.

Τα νούμερα αυτά δείχνουν τη δυναμική που χαρακτήριζε τον ξενοδοχειακό χώρο πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας και την αναγκαστική αναστολή λειτουργίας που επέφερε το lockdown από τον Μάρτιο μέχρι και τον Μάιο στα ξενοδοχεία. Όπως σημειώνουν πλέον επιχειρηματίες του χώρου, η επόμενη μέρα για τον χώρο διακρίνεται από μεγάλη αβεβαιότητα, δεδομένου πως κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει πότε θα ξαναπάρουν μπροστά τόσο ο συνεδριακός τουρισμός και οι εταιρικές εκδηλώσεις όσο και η κρουαζιέρα, που κατά κανόνα συντηρούν την αγορά από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Μάρτιο.

Πηγή: capital.gr

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ