Διαστάσεις εκτεταμένης κοινωνικής κρίσης έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια η στεγαστική πίεση καθώς παρά τη χρονική απομάκρυνση από τα μνημόνια, η στέγαση εξακολουθεί να «καταπίνει» τεράστιο ποσοστό του εισοδήματος των περισσότερων νοικοκυριών.
Στη χώρα μας το 2024 δαπανήθηκε στη στέγαση το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό, το οποίο σύμφωνα με τη Eurostat, είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος διαμορφώνεται στο 19,2%. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν 3 στα 10 νοικοκυριά στις πόλεις δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για ενοίκιο, δάνειο, λογαριασμούς και φόρους κατοικίας, ποσοστό που κατατάσσει τη στέγαση στην Ελλάδα σταθερά στην κατηγορία της «υπέρμετρης επιβάρυνσης».
Την ίδια στιγμή το 42,8% των πολιτών ζει σε νοικοκυριά με ληξιπρόθεσμες οφειλές -ενοίκια, στεγαστικά δάνεια ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας- όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος δεν ξεπερνά το 9,2%, ενώ περίπου 1 στα 10 νοικοκυριά καθυστερεί πληρωμές ενοικίων ή δανείων και η ποιότητα της στέγασης παραμένει προβληματική, ειδικά για τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Οι τιμές πλησιάζουν πλέον τα ιστορικά υψηλά του 2008
Και όλα αυτά την ώρα που οι τιμές των κατοικιών πλησιάζουν πλέον τα ιστορικά υψηλά του 2008, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων με τους ειδικούς δείκτες να αποτυπώνουν ξεκάθαρα τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στο κόστος στέγασης και τις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών.
Τη σημερινή εικόνα της «στεγαστικής κρίσης» στην Ελλάδα αποτυπώνει η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ. Οπως επισημαίνεται στη μελέτη, η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποτελεί σε μεγάλο βαθμό απόρροια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, που με τη σειρά της οδήγησε σε εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων, σε κατάρρευση των τιμών των ακινήτων και στη συσσώρευση ενός μεγάλου αποθέματος κενών κατοικιών που φτάνει τα 2,27 εκατ. στην επικράτεια, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες νοικοκυριά εγκλωβίστηκαν σε υπέρμετρα χρέη.
Το «πάγωμα» της οικοδομικής δραστηριότητας και η αποδυνάμωση της στεγαστικής πίστης διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον μειωμένης προσφοράς, η οποία δεν έχει καταφέρει να αντιστραφεί παρά τη σταδιακή οικονομική ανάκαμψη. Το πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας και η ραγδαία ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων συρρίκνωσαν περαιτέρω το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα που προσφέρεται για μακροχρόνια μίσθωση, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η μείωση της προσφοράς, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση, άσκησε ισχυρές πιέσεις στην αγορά ενοικίων με αποτέλεσμα σε πολλές περιοχές, τα μισθώματα να καταγράψουν απότομες αυξήσεις, καθιστώντας απρόσιτη τη στέγαση για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μολονότι το 2024 οι άδειες για κατοικίες είχαν αυξηθεί και αντιστοιχούσαν στο 70% του συνόλου του 2024.
Αλλωστε η ενεργειακή κρίση αφαίρεσε πρόσθετο εισόδημα από τα νοικοκυριά και αύξησε το κόστος κατασκευών με τη διαφορά να μεταφέρεται ως πρόσθετη επιβάρυνση σε αγοραστές και ενοικιαστές.
Οι δεύτεροι βρίσκονται στη δυσμενέστερη θέση, καθώς έξι στους δέκα δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση. Αντίστοιχες πιέσεις αντιμετωπίζουν και τα νοικοκυριά με στεγαστικό δάνειο καθώς περίπου τα μισά υπερβαίνουν το όριο του 40%.
Δυσανάλογα πλήττονται και οι ηλικιακά νεότεροι λόγω χαμηλότερων εισοδημάτων καθώς επίσης και τα μονοπρόσωπα και, ακόμη περισσότερο, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά, όπου σχεδόν 2 στα 3 ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη.
Στους βασικούς παράγοντες που τροφοδοτούν την κρίση εντάσσονται οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων, οι οποίες ανήλθαν σε μόλις περίπου 1,4 δισ. ευρώ, όταν το 2006 ξεπερνούσαν τα 15,5 δισ. ευρώ. Παράλληλα, περίπου 700.000 ακίνητα βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης ή πλειστηριασμού και δεν καλύπτουν ενεργές στεγαστικές ανάγκες.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την απογραφή του 2021, υπάρχει μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών, γεγονός που καταδεικνύει τις δομικές στρεβλώσεις της αγοράς.
Οι προτάσεις της μελέτης
Σήμερα, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, το μεγαλύτερο μέρος της στεγαστικής πολιτικής υλοποιείται από το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το οποίο ωστόσο σημειώνουν ότι θα πρέπει να διαθέτει αρμοδιότητες διαχείρισης του προϋπολογισμού στέγασης, σχεδιασμού πολιτικών, συντονισμού προγραμμάτων κοινωνικής στέγασης και αξιολόγησης με τυποποιημένα δεδομένα. Σημαντικό εργαλείο σε αυτήν την κατεύθυνση αποτελεί η ψηφιακή πύλη για τη στέγαση (stegasi.gov.gr), η οποία συγκεντρώνει πληροφορίες, ενισχύει τη διαφάνεια και διευκολύνει τα νοικοκυριά στην ενημέρωση.
Πηγή: ethnos.gr













