Απόφαση-ανάσα για δανειολήπτες που έχουν πέσει θύματα των εξοντωτικών πανωτοκίων τραπεζών, εξέδωσε χθες το Εφετείο Δωδεκανήσου, απορρίπτοντας έφεση που άσκησε η Αγροτική Τράπεζα κατά όμοιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και ικανοποιώντας σχετική αίτηση εταιρείας που δραστηριοποιείται στην Κάρπαθο, η οποία δεν είχε υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του νόμου 3259/2004.

Η εταιρεία υποστήριξε ότι η τράπεζα από την οποία είχε δανειοδοτηθεί, παρανόμως αρνήθηκε την υπαγωγή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της σε σχετικό νόμο, προβαίνουσα εκτός των άλλων και σε λανθασμένους υπολογισμούς των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτές και οφειλές που είχαν εξοφληθεί!!.
Η εταιρεία έχει ως αντικείμενο γεωργοκτηνοτροφικές και εμπορικές εργασίες. Στα πλαίσια των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων λειτουργεί στα Πηγάδια Καρπάθου μία καθετοποιημένη μονάδα εκτροφής χοίρων και βιοτεχνία τυποποίησης του κρέατος, επιχείρηση λιανικού εμπορίου και μία μονάδα χονδρικής πωλήσεως εμπορευμάτων.

Με την τράπεζα είχε αποκλειστική σχεδόν συνεργασία και συνήψε από το έτος 1986 μέχρι το έτος 1994 διάφορες συμβάσεις χρηματοδότησης αρχικά για τις ανάγκες της ως άνω γεωργο-κτηνοτροφικής μονάδας και μετέπειτα για τις ανάγκες της εμπορικής της επιχείρησης.
Το έτος 2002, στα πλαίσια της ρύθμισης, που ίσχυε τότε για τα πανωτόκια, ζήτησε από την τράπεζα να ενημερωθεί για το ύψος των δανείων, που έχει λάβει έτσι ώστε να προχωρήσει στη ρύθμιση των οφειλών της.
Η τράπεζα με έγγραφό της, υπογραφόμενο από τον τότε προϊστάμενό της ενημέρωσε για τα δάνεια που είχε λάβει η εταιρεία ανά κατηγορία (γεωργοκτηνοτροφικά και εμπορικά).
Όπως διατείνεται η εταιρεία στην απάντηση της τράπεζας και σε σχέση με προηγούμενες των ετών 1996, 1997, 1998 και 1999 για πρώτη φορά εμφανίζεται μία πίστωση ύψους 160.000.000 δρχ. την οποία αμφισβητεί αλλά και δύο πιστώσεις ύψους 50.000.000 δρχ. εκάστη εκ των οποίων αμφισβητήθηκε η μία.
Ακολούθησε υπό την πίεση του τότε δ/ντή του καταστήματος Καρπάθου στις 15-3-2002 η υπογραφή πρόσθετης πράξης με την οποία ρυθμίσθηκαν τα ως άνω δάνεια με βάση τον ισχύοντα τότε νόμο.
Ακολούθως στις 15 Μαρτίου 2002 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων πρόσθετη πράξη με την οποία ρυθμίστηκαν τα δάνεια με βάση τα τότε ισχύοντα και ορίστηκε ότι το συνολικό ύψος των οφειλών της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 718.961.197 δραχμών [ισόποσο των 2.109.937,47 ευρώ] συμπεριλαμβανομένων εξόδων, δικαστικών και λοιπών επιβαρύνσεων. Από το ποσό αυτό διαγράφηκε ποσό 1.176.937,47 ευρώ και ρυθμίστηκε το υπόλοιπο ποσό των 933.000 ευρώ, να καταβληθεί εντόκως σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών.

Το συνολικό δε ποσό μαζί με τους τόκους διαμορφώθηκε στο ύψος των 1.652.262,65 ευρώ.
Ακολούθως ψηφίσθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 3259/2004 με το άρθρο 39 του οποίου θεσπίσθηκε νέος τρόπος ρύθμισης των ληξιπροθέσμων οφειλών προς τις Τράπεζες, χωρίς να εξαιρούνται οι οφειλές που είχαν ρυθμισθεί με προηγούμενους νόμους.
Η εταιρεία υπέβαλε εμπρόθεσμα αίτηση για την υπαγωγή της στην άνω ρύθμιση.
Επί της αιτήσεως έλαβε από την 11-4-2005 απάντηση υπογραφόμενη από τον τότε Δ/ντή του καταστήματος Καρπάθου, της εναγόμενης τράπεζας.

Λόγω διαφωνίας της με τους υπολογισμούς του Δ/ντή του καταστήματος Καρπάθου και επειδή πίστευαν ότι αυτοί ήταν λανθασμένοι (εκούσια ή ακούσια) ζήτησαν επανειλημμένα από αυτόν να προβεί σε νέα εκτίμηση και υπολογισμούς, διότι και με κάποιες από τις πιστωχρεώσεις διαφωνούσε, ενώ είχε αμφιβολίες και για κάποιες πιστώσεις. Υπέβαλε την 10-9-2007 σχετική αίτηση χωρίς να λάβει απάντηση.
Κατόπιν τούτου απέστειλε στον δ/ντή του Υποκαταστήματος Καρπάθου της τράπεζας την από 3-9-2008 εξώδικη πρόσκληση – διαμαρτυρία επί της οποίας ουδεμία απάντηση έλαβε.
Όπως επισημαίνει η εταιρεία, λίγο χρόνο μετά την αποστολή του εξωδίκου αποκαλύφθηκε ότι ο δ/ντής του καταστήματος Καρπάθου καταχράστηκε μεγάλα χρηματικά ποσά. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να παυθεί από τη θέση του ενώ κατ’ αυτού ασκήθηκε ποινική δίωξη και ακολούθως κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος.
Η εταιρεία αμφισβητεί το εξοφλημένο κεφάλαιο κίνησης με ενεχυρίαση επιταγών ύψους 160.000.000 δρχ. ποσό υπερβολικό για τα έτη 1992-1993 που φαίνεται να έχει ληφθεί και για το οποίο δεν θεωρούν ότι έχουν υπογράψει σχετική σύμβαση και αφετέρου τα εμφανιζόμενα δύο φορές ως κεφάλαια κίνησης ποσού 50.000.000 δρχ. εκ των οποίων το ένα από 17-12-92 έως 30-4-1993 (εξοφλημένο) και το άλλο στις 8-4-1994 (ανεξόφλητο).

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου απέρριψε την αγωγή της εταιρείας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά το σκέλος με το οποίο ζητεί να της καταβληθεί αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας αλλά δέχτηκε ότι η τράπεζα αρνήθηκε να την υπάγει στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 5 ν. 3259/2004, θεωρώντας κακώς ότι η ρύθμιση του άνω νόμου, ισχύει μόνο για φυσικά πρόσωπα, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, κτηνοτρόφους κ.λ,π..
Αναγνώρισε έτσι ότι το υπόλοιπο που προκύπτει από τις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ανέρχεται στο ποσό των 1.049.869,65 € που έχει ήδη καταβληθεί.
Την εταιρεία εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Φώτης Κωστόπουλος.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ