Στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου επέστρεψε από την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου η δικογραφία που σχηματίστηκε εις βάρος δύο εφοριακών υπαλλήλων από την Κρήτη, που κατηγορούνται για παθητική δωροδοκία κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος και για παράβαση καθήκοντος.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες παραγγέλθηκε αρμοδίως στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου η άσκηση πρόσθετων ποινικών διώξεων εις βάρος των κατηγορούμενων, που έχουν αφεθεί ελεύθεροι με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και η εκ νέου απολογία τους (συμπληρωματική) ενώπιον της Ανακρίτριας Ρόδου.
Κατηγορούμενοι είναι συγκεκριμένα ένας 54χρονος κι ένας 40χρονος υπάλληλοι ΔΟΥ από την Κρήτη.
Οι δύο εφοριακοί, όπως έγραψε η «δημοκρατική», συνελήφθησαν τον Ιούνιο του 2017 στο πλαίσιο του αυτοφώρου από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου.
Φέρονται ειδικότερα να κατελήφθησαν από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου επ’ αυτοφώρω να δέχονται «δώρο» 300 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα από Ροδίτη επιχειρηματία προκειμένου να μην του επιβάλουν πρόστιμο για την απασχόληση ανασφάλιστου υπαλλήλου σε rent-a-car, ιδιοκτησίας της κόρης του.
Ο 54χρονος εξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε μεταβεί στο κατάστημα προκειμένου να επιστρέψει στον 65χρονο πατέρα της ιδιοκτήτριας κάποια έγγραφα, που του είχε παραδώσει την προηγούμενη ημέρα στο πλαίσιο του ελέγχου και ότι ζήτησε από την κόρη του, γιατί απουσίαζε, να του τηλεφωνήσει για να του τα παραδώσει.
Του επέστρεψαν τα χαρτιά, συζήτησαν για λίγη ώρα και πήρε από το γραφείο ένα χάρτη της Ρόδου χωρίς να ελέγξει το εσωτερικό του και μη γνωρίζοντας ότι περιείχε τα χαρτονομίσματα.
Ακολούθως, φεύγοντας και έχοντας τον χάρτη μαζί του, τον σταμάτησαν οι αστυνομικοί.
Υποστηρίζει, όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, ότι είτε ο 65χρονος ήθελε να τον παγιδεύσει είτε του έβαλε τα χρήματα εκεί εν αγνοία του ως «φιλοδώρημα».
Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο 65χρονος τούς είχε ζητήσει να ελέγξουν όμορη επιχείρηση και επειδή το έπραξαν ίσως να θεώρησε ότι έπρεπε να τους δώσει «φιλοδώρημα».
Απολογούμενος ο 54χρονος, αρνήθηκε στο σύνολό τους τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν.
Ισχυρίστηκε ότι ο ιδιώτης πήγε στο μαγαζί με σκοπό να «φορτώσει» και «εμφυτεύσει» συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στους εφοριακούς, είναι δε άγνωστο αν το ποσό αυτό ζητήθηκε από αυτούς ή αν απλώς εμφυτεύθηκε.
Υποστήριξε ότι η κόρη του ιδιώτη του είχε υποδείξει ένα χάρτη που προσέφερε στους πελάτες του μαγαζιού της και τον συμβούλευσε να τον πάρει γιατί θα του ήταν πολύ χρήσιμος αν ξαναερχόταν στο νησί της Ρόδου και του επισήμανε ποια μέρη έπρεπε οπωσδήποτε να επισκεφθεί.
Ο ίδιος, όπως είπε, πήρε τον χάρτη και τον είχε αφήσει πάνω στο γραφείο της, καθότι τους είχε πιάσει την κουβέντα και δεν τους άφηνε να φύγουν. Ο χάρτης αυτός είναι βέβαιο ότι δεν είχε χρήματα όταν τον έπιασε στα χέρια του και τον άνοιξε για να του δείξει αξιοθέατα και την τοποθεσία του αεροδρομίου και τρόπους πρόσβασης από την πόλη της Ρόδου.
Ακολούθως, ήρθε ο πατέρας της ο οποίος ήταν ψυχρός και απότομος. Ο εφοριακός, είπε ότι τότε πήγε στο μπάνιο για να πλύνει τα χέρια του που είχαν λερωθεί από τον καφέ. Όταν επέστρεψε, πήρε την τσάντα του και ετοιμάστηκαν με τον συνάδελφό του να φύγουν. Κατά την αποχώρησή τους, ο ιδιώτης του έδωσε και το χάρτη για να τον πάρει μαζί του.
Όταν μάλιστα αργότερα συνελήφθηκαν από την Αστυνομία, σε απόσταση 1.700 μ. από την επιχείρηση, τους υποδείχθηκε να σηκώσουν ψηλά τα χέρια πράγμα, το οποίο και έπραξαν και έπεσαν στο έδαφος η τσάντα του, ο χάρτης και ό,τι κρατούσαν. Χρήματα δε φάνηκαν μέσα στο χάρτη και οι αστυνομικοί αδιαφόρησαν γι’ αυτό, κι έτσι όταν οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα θεώρησαν απόλυτα τυπική τη διαδικασία και ότι άμεσα θα τους άφηναν ελεύθερους.
Οι αστυνομικοί επέστρεψαν στο σημείο της σύλληψης, έκαναν σωματικό έλεγχο στον υπάλληλο του καταστήματος ενοικίασης, ήλεγξαν το χώρο και μετά από δύο ώρες περίπου ήρθε ένας αστυνομικός και τους υπέδειξε το χρηματικό ποσό των 300 €, το οποίο, όπως είπε, για πρώτη φορά έβλεπαν, και δε γνωρίζουν από πού προήλθε, παρά μόνο τους αναφέρθηκε ότι ήταν μέσα στο χάρτη.
Ο 40χρονος αρνήθηκε κατηγορηματικά τα όσα του αποδίδονται υποστηρίζοντας ότι διενήργησε περί τους 50 ελέγχους στο νησί χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην άσκηση των καθηκόντων του.
Υποστήριξε ότι κατά τον έλεγχο του μηνυτή έκανε παρατήρηση για κάποιον που του φάνηκε ως υπάλληλος της εταιρείας και φαινόταν να εργάζεται εκεί. Του ανέφεραν ότι δεν εργαζόταν εκεί και τότε επεσήμανε ότι το πρόστιμο είναι 10.500 ευρώ και τους συνέστησε αν εργάζεται στην επιχείρηση να τον ασφαλίσουν.
Επεσήμανε ότι δεν είχε καν δικαίωμα επιβολής προστίμου γιατί ο δικός του ρόλος περιορίζεται στον φορολογικό έλεγχο και ότι ο πατέρας της ιδιοκτήτριας, του έδωσε κάποια έγγραφα που αφορούσαν όμορη επιχείρηση που ζήτησε να ελέγξουν και ότι ουδέποτε άλλη σχέση είχε με το περιστατικό.
Αφού ανέπτυξε μια σειρά από ισχυρισμούς για αντιφάσεις και λογικά κενά στις καταθέσεις του μηνυτή και άλλων μαρτύρων τόνισε ακόμη ότι χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του είχαν αναληφθεί από λογαριασμό του αλλά και 700 ευρώ που κέρδισε στο καζίνο.

Ως συνήγοροι υπεράσπισής τους παρίστανται οι δικηγόροι κ.κ. Ακης Δημητριάδης, Φώτης Ρωμαίος και Γιώργος Βήτας.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ