Γράφει ο
Νεκτάριος Καλογήρου

Τέτοια εποχή στο χωριό μου, στις Φάνες, στις ομάδες των χωριών κυριαρχούσε μια φράση: «Επίθεση στα μούσμουλα» και την αναφωνούσαμε σα να ‘ταν πολεμικό κάλεσμα «Εεε- πί- θεσήηηη στααα μούσμου- λάαα!!!». Δεν υπήρχε κάποια αλληγορία στο κάλεσμα, ούτε και κάποιος μυστικός κώδικας πίσω από το όνομα του ταπεινού φρούτου. Ηταν η εποχή που οι μουσμουλιές βάραιναν από ζουμερές υποσχέσεις, συνεχείς και ατελείωτες. Ήταν Απρίλης, άνοιξη, μήνας της γλύκας, προάγγελος των παγωτών που τα μετρούσαμε ένα – ένα ως το Σεπτέμβρη.
Οι επιθέσεις ξεκινούσαν περίπου από τα μέσα του μήνα και μέχρι το τέλος του, δεν έμενε μούσμουλο ούτε για δείγμα. Ο στόχος μας βρισκόταν κρυμμένος πίσω από ασπρισμένους τοίχους, ξεχώριζε πάνω από πεζούλια ή φαινόταν μέσα σε αυλές που τις οριοθετούσαν χαμηλοί, περίτεχνοι φράχτες από τσιμεντένια κολωνάκια και μοτίβα σε σχήμα ιβίσκου. Αυτού του είδους οι φράχτες ήταν οι πιο εύκολοι. Παίρναμε φόρα, τρέχαμε, βάζαμε τα χέρια στην πέτρινη κουπαστή και πηδούσαμε από πάνω. Βέβαια όλο αυτό θα μπορούσε να γίνει πιο εύκολα, όμως θα χανόταν το θέαμα ως απόδειξη ικανοτήτων και μυστικών δυνάμεων, καλά κρυμμένων. Ήμασταν όλα αδύνατα παιδιά, γεμάτα νεύρο, συνήθως ξυπόλυτα και σχεδόν όλα ίδια. Πώς να ξεχωρίσει ο ένας από τον άλλο, αν όχι από την επιδεξιότητα στο κλέψιμο των μούσμουλων. Ξέχωρα η πιθανότητα όλα αυτά να τα παρακολουθούσε και να τα θαύμαζε κάποιο κορίτσι που ‘ταν κρυμμένο πίσω από τα παράθυρα της γειτονιάς.
Βέβαια, οι γυναίκες του χωριού δεν ήταν πολύ χαρούμενες από τη δράση μας. Ηθελαν τις μουσμουλιές τους περιποιημένες, συμμετρικές, με τον κορμό ασβεστωμένο, καθαρά πράσινα τα φύλλα και ολοκίτρινους τους καρπούς να κρέμονται σε πλούσια τσαμπιά. Οι μουσμουλιές ήταν μια περίφημη απόδειξη της νοικοκυροσύνης τους.
Οι παρέες των αγοριών, όταν δεν έκλεβαν μούσμουλα ή τρυφερά αμύγδαλα ή άγουρα χρυσόμηλα, έπαιζαν πόλεμο. Τότε φάνταζε τόσο μακρινός. Ένα ξύλο, μισό μέτρο τάβλας από κάποια οικοδομή και έτοιμο το όπλο. Ούτε σκανδάλη, ούτε κάννη, ούτε καν στόχαστρο. Ένα κομμάτι ξύλο και με τις φωνές μας γινόταν όλη η μάχη. «Ντου – ντου – ντου – ντου, σ’ έφαγα»… «όχι, εγώ σ’ έφαγα πρώτος» και αμέσως άρχιζε το κυνηγητό. «Ιου, ίου, ίου» και οι ήρωες από τους «Ντιούκς», με τον Τζον, το σερίφη Ρόσκο και την κόκκινη Ford Taurus “01” ζωντάνευαν στους δρόμους του χωριού.

Εξίσου σοβαρό θέμα, όχι απαιτούμενο, μα σοβαρό ήταν ο εντυπωσιασμός των κοριτσιών. Όταν έπρεπε να γίνει είχε ιεροτελεστία… στην κυριολεξία.
Διακοπές του Πάσχα και τα σχολεία ήταν κλειστά και τα κορίτσια δεν έλεγαν να ξεμυτίσουν από το σπίτι, ήταν κι εκείνα παιδιά του δημοτικού κι ας μην τους φαινόταν. Έτσι, η πιο σίγουρη επιλογή για να τα δούμε ήταν η εκκλησία. Ευτυχώς η Σαρακοστή έχει Θείες Λειτουργίες κάμποσες και ολόκληρη η ‘ματταρία’ στοιβαζόμασταν στα θρονιά απέναντι από εκείνες. Αυτό τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι μεγάλοι και με μια σφαλιάρα να κάμψουν τις αντιστάσεις μας να παραδώσουμε τις θέσεις. Αδικία, μεγάλη αδικία. Το λέγαμε, μα έπεφτε κι άλλη σφαλιάρα. Ο μόνος που δεν τις έτρωγε ήταν το «παπαδάκι». Ήταν πάντα ένας από ‘μας. Φορούσαμε το «καλυμμαύκι» ή όπως ονομάζαμε εκείνο το ράσο που σκέπαζε ρούχα και τσέπες γεμάτες μούσμουλα, πιάναμε τη λαμπάδα και προηγούμασταν του ιερέα που διάβαζε το Ευαγγέλιο. Προχωρούσαμε με κατάνυξη και κλωτσούσαμε στα κρυφά τους φίλους μας, που κι εκείνοι προσπαθούσαν να μας βάλουν τρικλοποδιά. Παρά τα εμπόδια, το «παπαδάκι» δεν έπεφτε ποτέ.

Έπεφτε όμως σφαλιάρα, από όποιον μεγάλο ήταν κοντά.
Τέλος πάντων, το καθήκον της λαμπάδας ήταν σοβαρή υπόθεση, καθώς τότε ξεχώριζαν οι γαμπροί. Είναι ο γιος του τάδε, της τάδε, με το χωράφι στα «Αλώνια». Σοβαρές, συζητήσεις υπό το κατανυκτικό φως της Μεγάλης Εβδομάδας. Πολλοί γαμπροί ξεχώριζαν τότε, μικροί και μεγάλοι. Οι μικροί σήκωναν τη λαμπάδα, οι μεγάλοι έψελναν· οι μικροί τη Μεγάλη Πέμπτη κουβαλούσαμε τα εξαπτέρυγα, οι μεγάλοι το σταυρό ή την επομένη τον Επιτάφιο.
Πόσες και πόσες ματιές ανταλλάσσονταν τότε· πόσοι και πόσοι αρραβώνες γινόντουσαν μέσα στο καλοκαίρι ως αποτέλεσμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν ήταν όλοι από έρωτα. Θυμάμαι μια σειρά επιχειρήματα σ’ ένα προξενιό μιας όμορφης κόρης που αρνούνταν το γαμπρό:
– Να πάρεις κόρη μου τον Αντώνη, ο πατέρας του έχει αυτοκίνητο 10 εκατομμυρίων
– Τι είναι, Μερσεντές;
– Όχι, μπετονιέρα
Ετσι κυλούσαν οι μέρες κι εμείς ήμασταν παιδιά που μεγαλώναμε γεμάτα γεύσεις, νεύρο, εικόνες, γέλια, απογοητεύσεις, σπασμένα κούτελα, σφαλιάρες, ματιές και μια φαντασία πλούσια. Αν ο Ιταλός δάσκαλος Τζιάνι Ροντάρι ερχόταν να μας ρωτήσει: «τι θα συνέβαινε αν μια μέρα ένας κροκόδειλος χτυπούσε το κουδούνι της πόρτας σας και ζητούσε λίγη ζάχαρη;», εμείς είχαμε έτοιμες πολλές πιθανές απαντήσεις και ιστορίες για να του πούμε. Ιστορίες χιλιάδες, από μια φαντασία αχαλίνωτη, από όλους μας.
Διάβασα πριν μερικές ημέρες ένα βιβλίο που ‘φερε τον τίτλο: «Η τέχνη της δημιουργίας αναμνήσεων», του Δανού συγγραφέα Μάικ Βάικινγκ, εκδόσεις Μίνωας. Στις σελίδες του περιγράφονται όλες εκείνες οι στιγμές που μπορούν να δώσουν χαρά και να κρατηθούν για χρόνια στη μνήμη αρκεί να εμπλουτισθούν με αισθήσεις. Π.χ. μια όμορφη βόλτα στην παραλία, μπορεί να μείνει ως συγκεκριμένη ανάμνηση αν γονατίσουμε και μυρίσουμε τα φύκια (συμμετοχή της όσφρησης) ή αν βρούμε και μια όμορφη πέτρα (συμμετοχή αφής) για να πάρουμε πίσω στο σπίτι ως αναμνηστικό αυτής της δραστηριότητας. Μάλιστα ο Βάικινγκ έχει στήσει ολόκληρο «Ινστιτούτο Έρευνας Ευτυχίας» (στη Δανία όλα γίνονται) και βγάζει τρελά λεφτά διδάσκοντας τρόπους να κρατηθούν οι αναμνήσεις ζωντανές και σε κάθε θλίψη, μοναξιά ή όποιο άλλο αρνητικό συναίσθημα να γίνεται προσφυγή σε αυτές. Στο θεώρημά του λέει πως οι αναμνήσεις προκαλούν νοσταλγία και αυτή με τη σειρά της είναι συνδεδεμένη με το αίσθημα της ευφορίας, διότι συνδέεται με εικόνες που στο πέρασμα του χρόνου οι αιχμές τους στρογγυλεύουν και γίνονται όμορφες.
Στο τελείωμα του βιβλίου, έστειλα μήνυμα «6» στο 13033 και βγήκα για την ήπια σωματική άσκηση που επιτρέπουν τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορωνοϊού.
Στην πορεία σκεφτόμουν το πόσο τυχεροί υπήρξαμε όλοι εμείς που ζήσαμε ως παιδιά τις δεκαετίες του ’70, ίσως και του ’80, που το μόνο που είχαμε ήταν η παιδικότητα και η ατελείωτη φαντασία. Με αυτήν φτιάχναμε κόσμους, αναγνωρίζαμε τις εποχές από τα φρούτα τους, γελούσαμε με την καρδιά μας και αφιερώναμε όλες μας τις στιγμές στο παιχνίδι. Στη διαδρομή σκέφτηκα το παιδί μου, την κόρη μου, που δεν ήθελε να έρθει μαζί στον περίπατο, πιθανώς γιατί εύρισκε πιο διασκεδαστικό το scroll down στο κινητό. Σε εκείνη τη βόλτα, κοίταξα πιο προσεκτικά τριγύρω και είδα πως δεν είναι λίγες οι αυλές στις πολυκατοικίες που ‘χουν φυτεμένες μουσμουλιές, αμυγδαλιές, καϊσιές, κι όλες μα όλες ήταν φορτωμένες με καρπούς. Μα δεν υπάρχουν παιδιά που να λαχταρούν να εξολοθρεύσουν αυτές τις λιχουδιές;
Αναρωτιέμαι για το ποΎ μπορεί να κρύβεται η ευτυχία τους και αν τελικά εμείς που μεγαλώσαμε με κάπως πιο αγνό τρόπο ζωής παραδίδουμε στα παιδιά τέτοιο κόσμο, αυτά που μεγαλώνουν χωρίς φαντασία, ως ενήλικοι τι είδους κόσμο θα παραδώσουν στους δικούς τους απογόνους; Σε ποιες αναμνήσεις θα βρίσκουν ένα νοσταλγικό καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές τους;

Ισως η απάντηση να κρύβεται στη «Γραμματική της φαντασίας» του Ροντάρι… «κι αν ένας κροκόδειλος χτυπήσει την πόρτα σας και ζητήσει λίγη ζάχαρη, τι θα συμβεί;». Ισως τελικά η καραντίνα να είναι μια πρώτης τάξης ευκαιρία για την αναζήτηση τρόπων δημιουργίας όμορφων αναμνήσεων για εκείνα που ακόμα δεν έχουν ανακαλύψει τον υπέροχο κόσμο της φαντασίας, αλλά και για εμάς που κάποια στιγμή στη ζωή μας καλέσαμε τον κροκόδειλο στο σπίτι, του προσφέραμε καφέ και τσουγκρίσαμε μαζί του κόκκινα αυγά του Πάσχα.

Ένα σχόλιο στο «Τι θα συμβεί αν ένας κροκόδειλος χτυπήσει την πόρτα σας και ζητήσει λίγη ζάχαρη;»

  1. Avatar Ο/Η terres λέει:

    Εμείς μικροί παίζαμε πόλεμο με ψεύτικα πιστόλια και όταν ρίχναμε σε αντίπαλο έλεγε <> έπιανε το στήθος και έπεφτε κάτω κάνοντας τον νεκρό! Μετα κάποιος άλλος που τον πυροβολούσαν έλεγε <> και παρτον και αυτόν κάτω τεζα! Τελικά νικαγε η ομάδα που τρωγόντουσαν οι λιγότεροι. Πάντως το nerf war που παίζουν τα σημερινά παιδιά είναι πιο interactive.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ