ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Οι ξιφιάδες του Αιγαίου και μια παράδοση που χάνεται από την λεηλασία των εταιρειών

news room 1 λεπτό ανάγνωση
αλιευτικα κολονα

Γρά­φει ο

Νε­κτά­ριος Κα­λο­γή­ρου

Τα «Κ. Γε­ωρ­γού­λης» και «Λε­ω­νί­δας» είναι ξι­φιά­δι­κα σκα­ριά. Φτιαγ­μέ­να στους ταρ­σα­νά­δες της Κα­λύ­μνου, κρύ­βουν μέσα τους όλη τη ναυ­το­σύ­νη των νη­σιω­τών που επι­ζη­τούν μόνο να φεύ­γουν από τη ξηρά, επί βδο­μά­δες να βρί­σκο­νται με­σο­πέ­λα­γα και να ψα­ρεύ­ουν. Αυτού του εί­δους οι νη­σιώ­τες συ­γκρο­τούν μια κάστα αν­θρώ­πων από άλλη πάστα, που δε νοιά­ζο­νται για τα social media, που τον ερ­γο­δό­τη τους τον απο­κα­λούν «κα­πε­τάν Μα­νώ­λη» και στο κι­νη­τό τους τον έχουν κα­τα­χω­ρη­μέ­νο ως «Μα­νό­λυς». Δεν υπάρ­χει άλλος «Μα­νό­λυς» στις συ­σκευ­ές τους κι αν υπάρ­χει· το όνομα του άλλου το συ­νο­δεύ­ουν από επώ­νυ­μο, έτσι για να ξε­χω­ρί­ζει από τον κα­πε­τά­νιο.

«Η κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δος για να ψα­ρέ­ψεις ξιφία είναι όταν το φεγ­γά­ρι πλη­σιά­ζει να γε­μί­σει και μετά την παν­σέ­λη­νο, όταν αρ­χί­σει να αδειά­ζει. Τότε είναι το κα­λύ­τε­ρο ψά­ρε­μα» πε­ρι­γρά­φει στη «δη­μο­κρα­τι­κή» ο κα­πε­τάν Μα­νώ­λης Γε­ωρ­γού­λης. Κα­λύ­μνιος μέχρι το κόκ­κα­λο, ενο­χλεί­ται κάπως από τον αδαή που το ρωτά για το πώς γί­νε­ται το ψά­ρε­μα του ξιφία. «Ρί­χνου­με 70 χι­λιό­με­τρα πα­ρα­γά­δι, με βίν­τσι και αγκί­στρι με δό­λω­μα ανά 50 με 100 μέτρα». Είναι με­ση­μέ­ρι και κά­θε­ται χα­μη­λά, στη σκιά που κά­νουν τα πα­ρα­ταγ­μέ­να στη­θαία στην προ­βλή­τα της «Κο­λό­νας». Με­τα­ξύ στη­θαί­ου και ξι­φιά­δι­κου κα­νο­νί­ζο­νται όλες οι δου­λειές που πρέ­πει να γί­νουν πριν το σαλ­πά­ρι­σμα. Είναι πολλά όλα εκεί­να που πρέ­πει να γί­νουν κι όλα φαί­νο­νται δύ­σκο­λα. Θα σαλ­πά­ρουν σε δυο μέρες και θα λεί­ψουν για κάνα μήνα, πλέ­ο­ντας στη θά­λασ­σα 80 μίλια νότια της Ρόδου και ανα­το­λι­κά μέχρι το Κα­στελ­λό­ρι­ζο.

«Έχου­με ζη­τή­σει από το Λι­με­ναρ­χείο να μας δώ­σουν τις συ­ντε­ταγ­μέ­νες της τουρ­κι­κής NAVTEX. Δεν θέ­λου­με να βρε­θού­με μέσα στην άσκη­ση. Όλο τον Αύ­γου­στο βρί­σκα­με μπρο­στά μας το ‘Uruc Reis’, αλλά τότε δεν εί­χα­με πρό­βλη­μα. Το Σε­πτέμ­βρη μας πε­ρι­κύ­κλω­σαν τα τουρ­κι­κά ελι­κό­πτε­ρα», πε­ρι­γρά­φει ο κα­πε­τάν Στά­θης από το «Λε­ω­νί­δας». «Μας είδαν γα­λα­νούς, με την ελ­λη­νι­κή ση­μαία ψηλά και γύ­ρι­σε το μάτι τους. Από τη μια στιγ­μή στην άλλη πε­τού­σαν από πάνω μας ούτε και ξέρω πόσα ελι­κό­πτε­ρα. Τούρ­κι­κα όλα. Όλο το Σε­πτέμ­βρη έτσι τον πε­ρά­σα­με». Οι ξι­φί­ες είναι πε­ρι­ζή­τη­τοι στην αγορά του εξω­τε­ρι­κού. Η θά­λασ­σα με­τα­ξύ Ρόδου και Κα­στελ­λό­ρι­ζου είναι γε­μά­τη και η αλί­ευ­σή τους γί­νε­ται όλο το χρόνο. Τα ξι­φιά­δι­κα ξε­κι­νούν το Γε­νά­ρη και συ­νε­χί­ζουν να πλέ­ουν μέχρι λίγο πριν τα Χρι­στού­γεν­να. Τότε όλοι επι­στρέ­φουν στη βάση τους, στο λι­μά­νι της Πό­θιας.

«Οι πιο πολ­λοί ξι­φί­ες φεύ­γουν για την Ιτα­λία, εκεί είναι η με­γά­λη μας αγορά. Εμείς πα­ρα­δί­δου­με το ψάρι χωρίς τα έντε­ρα, από κει και πέρα ανα­λαμ­βά­νουν εκεί­νοι».

Για τις τιμές, ούτε λόγος να γί­νε­ται. Αυτά που αλιεύ­ο­νται στην ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο είναι πρώ­της κα­τη­γο­ρί­ας και οδη­γού­νται απευ­θεί­ας σε ακρι­βές κου­ζί­νες. Ένα πο­σο­στό των αλιευ­μά­των πάει στα super market, κυ­ρί­ως του εξω­τε­ρι­κού. Ένας απροσ­διό­ρι­στος λόγος ορί­ζει πως η τιμή του φρε­σκο­α­λιευ­μέ­νου ξιφία δια­μορ­φώ­νε­ται ανά­λο­γα με την εποχή αλί­ευ­σης. Αν το ψά­ρε­μα γίνει την άνοι­ξη, τότε οι τιμές πώ­λη­σης (χον­δρι­κή) δια­μορ­φώ­νο­νται γύρω στα 7 ευρώ το κιλό. Τέ­τοια εποχή για το ίδιο ψάρι η τιμή μπο­ρεί να φτά­σει ακόμα και στα 9.5 ευρώ το κιλό. Από όλα αυτά τα αλιεύ­μα­τα, στην ελ­λη­νι­κή λια­νι­κή αγορά θα διο­χε­τευ­τούν ελά­χι­στες πο­σό­τη­τες. Η κυ­ριαρ­χία των ξένων αλυ­σί­δων super market έχει επι­βά­λει συ­γκε­κρι­μέ­νους δια­τρο­φι­κούς κα­νό­νες για τον Έλ­λη­να, έστω κι αν αυτός κα­τοι­κεί δίπλα στη θά­λασ­σα.

Στην τιμή που ο Κα­λύ­μνιος ψαράς πωλεί το φρέ­σκο ξιφία ανα­το­λι­κής Με­σο­γεί­ου, ο συ­ντο­πί­της του Ρο­δί­της αγο­ρά­ζει τον κα­τε­ψυγ­μέ­νο ξιφία Ει­ρη­νι­κού Ωκε­α­νού (FAO 87, θα­λάσ­σια πε­ριο­χή δυ­τι­κά της Χιλής). Εκεί­νοι που γνω­ρί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ρούν και με­τρούν το πο­σο­στό της υγρα­σί­ας που πε­ριέ­χει το κα­τε­ψυγ­μέ­νο φι­λέ­το και από πιο ση­μείο του ψα­ριού προ­έρ­χε­ται.

«Προ­σέ­χου­με το τι ψα­ρεύ­ου­με. Προ­σέ­χου­με για να έχου­με» πε­ρι­γρά­φει στη ‘δ’ ο κα­πε­τάν Μα­νώ­λης. «Αφή­νου­με τα μικρά να με­γα­λώ­σουν κι όταν ανοί­γει η πε­ρί­ο­δος αλί­ευ­σης του τόνου, ψα­ρεύ­ου­με μόνο όσα προ­βλέ­πει η εθνι­κή πο­σό­στω­ση. Όχι πα­ρα­πά­νω. Οι κα­νό­νες στο ψά­ρε­μα βγή­καν για κά­ποιο λόγο. Εμείς, οι ξι­φιά­δες της Κα­λύ­μνου τους τη­ρού­με. Για τους άλ­λους δεν ξέρω τι κά­νουν και δεν μπορώ να πω». Τα λόγια του είναι λίγα, του­λά­χι­στον για Κα­λύ­μνιος, που ως κοι­νω­νία αν­θρώ­πων το ‘χουν με το λόγο.

Όσο συ­ζη­τά­με, πα­ρα­λαμ­βά­νει φίλ­τρα λα­διού για τη μη­χα­νή, διά­φο­ρα άλλα ανταλ­λα­κτι­κά και επι­τη­ρεί ένα μη­χα­νι­κό που επι­σκευά­ζει κάτι που μοιά­ζει με κι­νη­τή­ρα. Στην κου­βέρ­τα του ξι­φιά­δι­κου βρί­σκο­νται άλλοι δυο ψα­ρά­δες, πιο νέοι σε ηλι­κία, που κι εκεί­νοι φαί­νο­νται προ­ση­λω­μέ­νοι σε δου­λειές που δεί­χνουν σο­βα­ρές. Όλο το σκη­νι­κό είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα μιας θα­λασ­σι­νής πα­ρά­δο­σης που ελά­χι­στα έχει δια­φο­ρο­ποι­η­θεί στις δε­κα­ε­τί­ες που πέ­ρα­σαν. Το σκαρί «Κ. Γε­ωρ­γού­λης» είναι ηλι­κί­ας με­γα­λύ­τε­ρης από εκεί­νη του κα­πε­τά­νιου του. Σ’ όλο το Αι­γαίο έχουν απο­μεί­νει λίγα με τέ­τοιο σχήμα. Φτιαγ­μέ­νο από ξύλο «ιρόκο» έχει εγ­γύ­η­ση αντο­χής για ακόμα έναν αιώνα.

Όμως, μέλ­λον στην πα­ρα­δο­σια­κή πλευ­ρά αυτής της δου­λειάς δεν υπάρ­χει. Σε λίγα χρό­νια ψα­ρά­δες θα είναι μόνο οι υπάλ­λη­λοι των εται­ρειών αλί­ευ­σης. Είναι οι εται­ρεί­ες εκεί­νες που δια­θέ­τουν ολό­κλη­ρους στό­λους από σκα­ριά κάθε εί­δους, κυ­ρί­ως ανε­μό­τρα­τες και γρι­γρί. Εκεί το ψά­ρε­μα δεν έχει σχέση με την πα­ρά­δο­ση, ούτε με τα μι­σο­γε­μά­τα ή μι­σο­ά­δεια φεγ­γά­ρια. Ο εξο­πλι­σμός σε αυτά είναι τέ­τοιος που δεί­χνει στην οθόνη ελέγ­χου ολό­κλη­ρη την ει­κό­να του βυθού. Είναι τέ­τοιας κλί­μα­κας η αλί­ευ­ση που γί­νε­ται από αυτά τα σκάφη, ώστε σε τρεις ημέ­ρες χρόνο έχουν μα­ζέ­ψει τόσα αλιεύ­μα­τα, όσα ένας πα­ρα­δο­σια­κός ψαράς χρειά­ζε­ται κοντά ένα μήνα για να συ­γκε­ντρώ­σει. Ασφα­λώς δε στα­μα­τούν στην τρι­ή­με­ρη αλί­ευ­ση, αλλά συ­νε­χί­ζουν και συ­νε­χί­ζουν αφή­νο­ντας πίσω τους έναν από­λυ­τα χα­ρα­κω­μέ­νο πυθ­μέ­να. Αυτού του εί­δους η μέ­θο­δος της αλί­ευ­σης επη­ρε­ά­ζει και τις τιμές πώ­λη­σης. Οι δε­κά­δες τόνοι ξιφία πρέ­πει να δια­τε­θούν αμέ­σως, να φύ­γουν από τα ψυ­γεία του σκά­φους, να κά­νουν χώρο για και­νού­ρια αλιεύ­μα­τα. Το πο­σο­στό κέρ­δους συ­μπυ­κνώ­νε­ται μπρο­στά στις τε­ρά­στιες πο­σό­τη­τες και οι πα­ρα­δο­σια­κοί ψα­ρά­δες θα έρθει η στιγ­μή που θα μεί­νουν απλοί πα­ρα­τη­ρη­τές της λε­η­λα­σί­ας του Αι­γαί­ου και της ανα­το­λι­κής Με­σο­γεί­ου.

Η λε­η­λα­σία που ήδη επι­τε­λεί­ται είναι γνω­στή και από τους επι­τε­λείς των θα­λασ­σών έχει γίνει απο­δε­κτή, σχε­δόν όσο μια νο­μο­τέ­λεια.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.