Με απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης δύο κατοίκων Ρόδου κατά τεσσάρων κατοίκων Αυστραλίας με τους οποίους ήλθαν σε σφοδρή αντιδικία για την κυριότητα ενός ακινήτου στη Μεγίστη.
Η ένδικη διαφορά ξεκίνησε το έτος 1997 όταν οι δεύτεροι άσκησαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά των πρώτων με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου εκτάσεως 90,30 τ.μ., μετά της εντός αυτού διώροφης οικίας, εμβαδού 51,80 τ.μ. του ισογείου και 51,80 τ.μ. του πρώτου ορόφου που βρίσκεται στην περιφέρεια “Παλαμεριά” της νήσου Μεγίστης Δωδεκανήσου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι οι οποίοι κατέλαβαν το ακίνητο το έτος 1997 να τους το αποδώσουν.
Επί της αγωγής αυτής εξέδωσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου απόφαση το έτος 1999 η οποία διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις, στη συνέχεια εκδόθηκε νέα οριστική απόφαση του αυτού δικαστηρίου έκανε δεκτή την ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας και απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ηττηθέντες ενάγοντες έφεση επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναίρεσης που άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου και την οποία προσέβαλαν ενώπιον του αυτού δικαστηρίου.
Το ως άνω δικαστήριο για να δεχθεί κατ’ ουσίαν την έφεση στηρίχθηκε στην καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί Πλημμελημάτων, η οποία μετά την έκδοσή της ανατράπηκε αμετάκλητα με την απόφαση που εξέδωσε το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, της οποίας έλαβαν γνώση το έτος 2010.
Έτσι οι αιτούντες ζήτησαν με τον μοναδικό λόγο που περιέχεται στο δικόγραφο της αναψηλαφήσεως την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και την εκ νέου έρευνα της ουσίας της υπόθεσης με σκοπό να απορριφθεί η προαναφερόμενη έφεση των καθ’ ων η αίτηση.
Το Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι με προσύμφωνο που συντάχθηκε το έτος 2010 μια κάτοικος Καστελλορίζου υποσχέθηκε ενόψει του γάμου της αδελφής της να της παραχωρήσει μια οικία διώροφη ημιτελή, σε οικόπεδο εκτάσεως 90,30 τ.μ. που βρίσκεται στην περιφέρεια “Παλαμεριά” στη συνοικία Αγίου Γεωργίου Πηγαδιώτη αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο 51,80 τ.μ. αντίστοιχα. Επειδή η οικία αυτή ήταν ημιτελής, η προικοδότιδα υπεγγυήθηκε για τις ελλείψεις αυτές μια άλλη οικία που βρίσκεται στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Τελικώς στην αδελφή μεταβιβάστηκαν και οι δύο οικίες και όχι μόνο η δεύτερη όπως ισχυρίζονταν οι εναγόμενοι ότι δηλαδή η δεύτερη οικία παραχωρήθηκε αντί της πρώτης.
Η αδελφή της προικοδότιδας η οποία είναι η μητέρα του ενός από τους ενάγοντες διέμενε στην οικία αυτή μέχρι το θάνατό της το έτος 1935.Το 1945 οι κληρονόμοι της παραχώρησαν τη χρήση του επίδικου ακινήτου σε μία άπορο κάτοικο Καστελλορίζου με τον όρο να το συντηρεί και να τους το αποδώσει όταν το ζητήσουν. Το έτος 1955 οι κληρονόμοι μετανάστευσαν στην Αυστραλία και το έτος 1959 απεβίωσε ο υιος και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του και τα δύο τέκνα του. Το 1965 απεβίωσε η άπορη κάτοικος Καστελλορίζου που της είχε παραχωρηθεί το ακίνητο.
Όταν το πληροφορήθηκαν αυτό οι ενάγοντες μετά από συμφωνία με τη γειτόνισσα και γιαγιά των εναγομένων της παραχώρησαν τη χρήση της επίδικης οικίας για να τη χρησιμοποιεί ο γιος της ως εργαστήριο ηλεκτρολογικό και υδραυλικό. Το 1980 ο γιος του πρώτου ενάγοντoς επισκέφθηκε το Καστελλόριζο όπου κι έμεινε στο επίδικο ακίνητο. Το ίδιο έγινε και το έτος 1983 όταν επισκέφθηκε το μέρος με τον πατέρα του δηλαδή τον πρώτο ενάγοντα. Όταν αποχωρούσαν άφηναν το κλειδί της οικίας στη γιαγιά των εναγομένων προκειμένου να το συντηρεί. Το έτος 1990 επισκέφθηκαν το μέρος η δεύτερη και τρίτη των εναγουσών μαζί με την κόρη της δεύτερης, ζήτησαν και πήραν το κλειδί από τον γιο καθώς η γιαγιά των εναγομένων είχε αποβιώσει ο οποίος συνέχιζε να κάνει χρήση της οικίας στα πλαίσια της συμφωνίας της μητέρας του με τους ενάγοντες.
Όλα αυτά τα χρόνια ουδέποτε αμφισβητήθηκε η συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο μάλιστα διατηρούσαν και πολύ καλές φιλικές σχέσης με τον υιό της θανούσας.
Το έτος 1997 αμφισβητήθηκαν για πρώτη φορά τα δικαιώματα των εναγόντων όταν αρνήθηκε να τους παραχωρήσει το κλειδί λέγοντας ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στη συγκυριότητα των εναγομένων τέκνων του το οποίο περιήλθε σε αυτά μετά από γονική παροχή της μητέρας του. Αποδείχθηκε μάλιστα ότι η μητέρα του με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο διόρισε το γιό της και πρώτο εναγόμενο πληρεξούσιο και του έδωσε εντολή να προβεί για τον εαυτό του και για τον αδελφό του και δεύτερο των εναγομένων στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Όπως και έπραξε ο πρώτος εναγόμενος το έτος 1997, ενώ είχε δηλώσει ότι η επίδικη οικία είχε περιέλθει στην κυριότητά του με τη συμπλήρωση στο πρόσωπο της μητέρας του του νόμιμου χρόνου χρησικτησίας.
Για τις ανωτέρω πράξεις ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη και καταδικάστηκε ο πρώτος των εναγομένων σε φυλάκιση επτά μηνών από το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί Πλημμελημάτων.
Σε αυτή την απόφαση είχε στηριχθεί το δικαστήριο και δέχθηκε την αγωγή των εναγομένων. Παρόλα αυτά ο πρώτος των εναγομένων για την ποινική υπόθεση προσέφυγε στο ευρωπαϊκό δικαστήριο το οποίο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ. Ακολούθως ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αίτηση του πρώτου εναγομένου για επανάληψη της διαδικασίας και ακυρώθηκε η απόφαση του Εφετείου Πλημμελημάτων και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης της απάτης. Ωστόσο ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση αυτή συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα πλην όμως δεν είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτήν.
Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ως άνω ανατραπείσα απόφαση η οποία και δεν αποτέλεσε το κρίσιμο αποδεικτικό μέσο στη διάγνωση του επίδικου δικαιώματος ούτε επηρέασε έστω και κατά ένα μέρος την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του ισχυρά αποδεικτικά μέσα όπως έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις βάσει των οποίων συνήγαγε ότι ουδέποτε περιήλθε στη νομή της δικαιοπαρόχου των εναγομένων το επίδικο ακίνητο και συνεπώς αυτή δεν είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στους εναγομένους αλλά ότι κύριοι του επίδικου ακινήτου ήταν οι ενάγοντες στους οποίους είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο ήτοι με κληρονομιά που αποδέχθηκαν και μετέγγραψαν νόμιμα αλλά και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία αφού από το έτος 1945 μέχρι και την άσκηση της αγωγής νέμονταν το ακίνητο με διάνοια κυρίων. Έτσι απερρίφθη η αίτηση αναψηλάφησης.
Τέλος ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ότι θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο λόγος ως προς την αιτίαση ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά που πρότειναν οι αναιρεσείοντες διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ