Και νέα διάσταση προσέλαβε χθες η ένδικη διαφορά ενός επιχειρηματία της Ρόδου με έναν πρώην διευθυντή υποκαταστήματος τράπεζας, τον οποίο και κατήγγειλε για τοκογλυφία.

Ο καταγγέλλων δραστηριοποιείται στο νησί με δύο καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και υποστηρίζει ότι ο συμμαθητής και φίλος του από τα παιδικά του χρόνια, του ζήτησε να τον βοηθήσει τον Φεβρουάριο του 2008 επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας. Του παρέδωσε, όπως υποστηρίζει, 10 επιταγές συνολικού ύψους 200.000 ευρώ τις οποίες επρόκειτο να χρησιμοποιήσει για να τακτοποιήσει εκκρεμότητές του σε ακίνητα.

Στην πορεία κάλυψε τις πρώτες 4 επιταγές συνολικού ποσού 66.400 ευρώ. Υποστηρίζει ότι την 25η Οκτωβρίου 2010, ο φίλος του τον ενημέρωσε ότι απώλεσε τα έξι τελευταία φύλλα των επιταγών «ευκολίας», συνολικού ποσού 133.600 ευρώ και ότι του επέδειξε και ένα επικυρωμένο αντίγραφο της σχετικής δήλωσης απώλειας και του ζήτησε να προβεί σε ανάκλησή τους.

Ο μηνυτής υποστηρίζει ότι ενώ έκανε ό,τι του είπε, του επιδόθηκε την 21 Δεκεμβρίου 2010 μία διαταγή πληρωμής σύμφωνα με την οποία όφειλε, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την εταιρεία του φίλου του να καταβάλει σε πρώην διευθυντή τράπεζας το συνολικό ποσό των 34.040 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους κ.λ.π. από την εμφάνιση και τη μη πληρωμή δύο επιταγών ευκολίας που είχε εκδώσει.

Ο φίλος του, όπως ισχυρίζεται, του απεκάλυψε τότε ότι αναγκάσθηκε να τον εξαπατήσει και να οπισθογραφήσει μεταβιβάζοντας το σύνολο των επιταγών ευκολίας που του είχε παραδώσει, προς τον πρώην τραπεζικό προκειμένου ο τελευταίος να του χορηγήσει τοκογλυφικό δάνειο συνολικού ύψους 90.000 ευρώ, αφού κατέθετε τις επιταγές στο λογαριασμό του στην τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Υποστηρίζει ότι το ίδιο είχε κάνει και στο παρελθόν και ότι ο τόκος ήταν υπερβολικός.

Ο τραπεζικός προχώρησε στην έκδοση και νέας διαταγής πληρωμής για άλλες επιταγές ύψους 102.700 ευρώ.
Στα πλαίσια της αστικής διαφοράς ο τραπεζικός επέσπευσε κατά του επιχειρηματία αναγκαστική εκτέλεση αρχικά το 2011 δυνάμει έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων και περίληψης αυτής, με την οποία κατασχέθηκαν αναγκαστικώς ένας αγρός επιφάνειας 2.000 τ.μ. στην περιοχή Ασγούρου, εντός του οποίου βρίσκεται διώροφη οικοδομή και δύο ποσοστά εξ΄αδιαιρέτου αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Ως αξία του ως άνω πρώτου – εκ των τριών – ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των 600.000 ευρώ και ως τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 400.000 ευρώ, ενώ, για έκαστο των δύο έτερων κατασχεθέντων ακινήτων, η αξία και η τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκαν στο ποσό των 150.000 ευρώ 100.000 ευρώ αντίστοιχα.

Η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύθηκε δυνάμει δυο διαταγών πληρωμής με τις οποίες ο επιχειρηματίας υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 102.700 και 34.040 ευρώ αντίστοιχα, βάσει 6 τραπεζικών επιταγών εκδόσεως του εις διαταγήν του φίλου του, ο οποίος εν συνεχεία τις μεταβίβασε δια οπισθογραφήσεως στον τραπεζικό.

Κατόπιν αίτησής του εκδόθηκε το 2011 απόφαση του Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ανεστάλη η διαδικασία της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης, όσον αφορά το πρώτο ακίνητο, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής του, εναντίον των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού πιθανολογήθηκε ότι θα ευδοκιμήσει ο λόγος περί περιορισμού της επιβληθείσας κατάσχεσης σε δύο ακίνητα ιδιοκτησίας του.

Κατόπιν αυτών, ο τραπεζικός παραιτήθηκε από την επιβληθείσα κατάσχεση το 2012 και προέβη σε νέα κατάσχεση.

Το δικαστήριο έκρινε με απόφαση που εξέδωσε ότι η νέα κατάσχεση διενεργήθηκε καταχρηστικώς.
Την υπόθεση χειρίζονται οι δικηγόροι κ.κ. Δημήτρης Καραγεώργης και Μ. Κουτσούκος.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ