• H οικογένεια επαναφέρει δημόσια το αίτημα να μη χαθεί η ουσία πίσω από καθυστερήσεις και διαδικαστικούς χειρισμούς
Χθες στο Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου εξετάστηκε η αίτηση αναίρεσης που έχουν ασκήσει οι καταδικασθέντες στη γνωστή υπόθεση του θανατηφόρου εργατικού δυστυχήματος σε μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας στη Ρόδο, που κόστισε τη ζωή στον 26χρονο ιχθυολόγο και δύτη Νίκο Τζανόπουλο από την Κρήτη.
Η διαδικασία έρχεται να κλείσει έναν ακόμη κύκλο στη μακρά δικαστική διαδρομή που ξεκίνησε μετά τον θάνατο του νεαρού εργαζομένου τον Δεκέμβριο του 2018 και κορυφώθηκε σε επίπεδο εφετείου με απόφαση στις 9/05/2025.
Στην κορυφή του δημόσιου λόγου που αναπτύχθηκε γύρω από τη χθεσινή ημέρα βρέθηκε και το μήνυμα της μητέρας του θύματος, που επέλεξε να απευθυνθεί στα social media λίγες ώρες πριν τη συζήτηση, συνδέοντας ευθέως τον χρόνο που πέρασε με την απαίτηση να μη χαθεί το επίδικο πίσω από καθυστερήσεις.
Το χρονικό του δυστυχήματος στη Ρόδο και το βάρος των παραλείψεων
Η υπόθεση αφορά στον θάνατο του 26χρονου εργαζομένου κατά τη διάρκεια κατάδυσης σε μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας στη Ρόδο, με το χρονικό να εντοπίζει την κρίσιμη ημέρα στις 13/12/2018. Σύμφωνα με όσα περιγράφηκαν στη δικαστική διαδρομή, στη μονάδα φέρονται να απασχολούνταν ο 26χρονος και ακόμη ένας εργαζόμενος πακιστανικής καταγωγής ως δύτες για καταδυτικές εργασίες, χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα τυπικά προσόντα και χωρίς η εταιρεία να διαθέτει εξειδικευμένο καταδυτικό συνεργείο.
Το πλέον καθοριστικό στοιχείο της υπόθεσης, όπως έχει αποτυπωθεί, είναι ότι την ημέρα του δυστυχήματος ο Νίκος Τζανόπουλος καταδύθηκε μόνος του, κατ’ εντολή των κατηγορουμένων, για την εκτέλεση συγκεκριμένης καταδυτικής εργασίας, χωρίς τη συνδρομή δεύτερου δύτη ασφαλείας. Το αποτέλεσμα που περιγράφεται είναι ο εγκλωβισμός του στα φθαρμένα δίκτυα των ιχθυοκλωβών και η αδυναμία απελευθέρωσής του. Η εισαγγελική αποτίμηση που έχει αναφερθεί δίνει ιδιαίτερο βάρος στην αιτιώδη αλυσίδα, δηλαδή στην εκτίμηση ότι το τραγικό αποτέλεσμα θα είχε με βεβαιότητα αποφευχθεί εάν υπήρχε συνοδός δύτης κατά την εκτέλεση της εργασίας, όπως προβλέπεται.
Στο ίδιο πλαίσιο, ως σοβαρή παράλειψη αναφέρεται ότι η εταιρεία δεν διέθετε τεχνικό ασφαλείας για την ενημέρωση των εργαζομένων σε θέματα ασφάλειας στην εργασία, κάτι που παρουσιάζεται ως ρητή υποχρέωση των επιχειρήσεων βάσει των κείμενων διατάξεων. Στην υπόθεση προστίθεται και η ειδική διάσταση που αφορά στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος περιγράφεται ως επαγγελματίας δύτης και εργολάβος καταδυτικών εργασιών και, κατά το κατηγορητήριο που έχει παρουσιαστεί, όφειλε να γνωρίζει την ορθή πρακτική και να αξιολογήσει ότι ο 26χρονος δεν διέθετε τα απαραίτητα προσόντα και εμπειρία, παρότι φέρεται να έδωσε την εντολή για μοναχική κατάδυση.
Η απόφαση του Εφετείου στις 9/05/2025 και η επιλογή της αναίρεσης
Η υπόθεση απασχόλησε το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου και στις 9/05/2025 κρίθηκαν ένοχοι οι υπεύθυνοι για τον θάνατο του νεαρού εργαζομένου και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης 3 ετών με 3ετή αναστολή.
Μετά από αυτή την εφετειακή εξέλιξη, οι καταδικασθέντες κατέθεσαν αίτηση αναίρεσης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη χθεσινή διαδικασία στον Άρειο Πάγο.
Για την οικογένεια, το αίτημα είναι να μην εκφυλιστεί η υπόθεση σε έναν πόλεμο χρόνου, όπου η αναίρεση δεν βιώνεται μόνο ως νομικό δικαίωμα αλλά ως επόμενος σταθμός σε μια αλληλουχία που απειλεί να μετατρέψει την ευθύνη σε θέμα αντοχής.
Αυτούσια η δήλωση της μητέρας του θύματος στα social media
«Σήμερα συμπληρώνονται 85 μήνες από το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα που στέρησε τη ζωή του Νίκου. 85 μήνες αναμονής, αγώνα, επιμονής. 85 μήνες απέναντι σε καθυστερήσεις, υπεκφυγές και μια συστηματική προσπάθεια να ξεχαστεί το αυτονόητο: ότι υπήρξαν ευθύνες.
Στις 9 Μαΐου 2025, το Εφετείο μίλησε καθαρά. Οι υπεύθυνοι καταδικάστηκαν για τον θάνατο του Νίκου. Μια απόφαση που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνειών, μια δικαστική κρίση που επιβεβαίωσε ότι αυτό που συνέβη δεν ήταν μοιραίο, αλλά αποτέλεσμα πράξεων και παραλείψεων.
Κι όμως, αντί για στοιχειώδη ανάληψη ευθύνης, η επιλογή των κατηγορουμένων ήταν η αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο. Όχι για να φωτιστεί κάποια αλήθεια. Αλλά για να συνεχιστεί η ίδια τακτική, να μετατεθεί ο χρόνος, να εξαντληθεί η αντοχή, να δοκιμαστεί η μνήμη. Στις 14 Ιανουαρίου 2026 λοιπόν η υπόθεση εξετάστηκε στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας και η Δικαιοσύνη εκλήθη να επιβεβαιώσει ότι οι καταδίκες για θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα δεν αμφισβητούνται με καθυστερήσεις και νομικά τεχνάσματα.
85 μήνες μετά, ο νέος χρόνος με βρίσκει ξανά εδώ, σταθερά, χωρίς συμβιβασμούς. Με σεβασμό στη μνήμη του παιδιού μου που χάθηκε άδικα και με επιμονή στη λογοδοσία που οφείλεται. Γιατί η αλήθεια δεν κουράζεται. Και η ευθύνη δεν παραγράφεται. Έως το τέλος λοιπόν».













