ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Η Αγία Μαρίνα και Εμείς οι Παραδεισιώτες…”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Παναή Ευαγγελία

της Ευαγ­γε­λί­ας Παναή

Η Αγιά-Μα­ρί­να, είναι το πα­νη­γύ­ρι του χω­ριού μας, του Πα­ρα­δει­σί­ου. Γιορ­τά­ζει στις 17 Ιου­λί­ου.

Θα σας πε­ρι­γρά­ψω με… λίγα λόγια, τί σή­μαι­νε για εμάς τους Πα­ρα­δει­σιώ­τες…

Όσο μπορώ…ολι­γό­λο­γα…και…αντι­κει­με­νι­κά !!!….

1) Ο χρό­νος στο Πα­ρα­δεί­σι, ανέ­κα­θεν χω­ρι­ζό­ταν και προσ­διο­ρι­ζό­ταν , με βάση την χάρη της. Κάτι σαν “προ Χρι­στού- μετά Χρι­στόν”, ένα πράγ­μα…”Μπρος ‘που της Αγιάς Μα­ρί­νας”, -“Πάνω στης Αγιάς Μα­ρί­νας”-, ” Ύστε­ρα ‘που της Αγιάς Μα­ρί­νας” :

-“Πότε το φυ­τεύ­γκουν αυτόν ντο κηπ­που­ρι­κό;” -“Κειά μπρός-πίσω της Αγιάς-Μα­ρί­νας !”

-“Πότε ήταν που γένην το­τεσ­δά, κει­νη­δά η φα­σα­ρία;” -“Ήταν κειά κοντά της Αγιάς Μα­ρί­νας !”

-“Πότε ‘α πάμεν τα­ξί­δι ;” -“Ε, ‘α πε­ρά­σει πρώτα της Αγιάς-Μα­ρί­νας”…

2) Κάθε καλό και γιορ­τι­νό, γι­νό­ταν ενό­ψει της Αγιάς-Μα­ρί­νας :

-“Μπρέ­πει ‘α ‘σπρί­σου­μεν το σπί­τιν, γιατί έρ­κε­ται της Αγιάς Μα­ρί­νας !”

-“Τη φού­σταν ‘α την εγκην­νιά­ξεις της Αγιάς- Μα­ρί­νας !”

-“Γιατί, της Αγιάς-Μα­ρί­νας εί­ναιν, και ‘α πά­ρεις και­νούρ­γκια πα­πού­τσια;”

3) Ενό­ψει της Αγιάς-Μα­ρί­νας, απο­φεύ­γου­με κάθε κακό και άσχη­μο γε­γο­νός :

-“Μάνα κού­ρε­μαν που πήεν κι έκα­μεν το άτι­μον το παι­δίν,πάνω στης Αγιάς-Μα­ρί­νας !!!”

-“‘Ε θθα με φή­κεις τη δου­λειά μι­σο­τε­λειω­μέ­νη, πάνω στης Αγιάς-Μα­ρί­νας !!!”

4) Ο κορ­μός!!!… Ο κορ­μός, το σήμα κα­τα­τε­θέν, το κατ’ εξο­χήν γιορ­τι­νό γλυκό: γι­νό­ταν μόνο της Αγιάς-Μα­ρί­νας, σε βαθμό που να προ­κα­λεί απο­ρία, αν κά­ποια νοι­κο­κυ­ρά το έφτια­χνε σε άλλη χρο­νι­κή στιγ­μή :

-“Της Αγιάς-Μα­ρί­νας εί­ναιν, κι εκά­με­τε κορμό ;”

5) Το σπου­δαιό­τε­ρο : Αδια­νό­η­το, από­λυ­τα αδια­νό­η­το, για κάθε Πα­ρα­δει­σιώ­τη, να γιορ­τά­ζει η Αγιά-Μα­ρί­να, και ΑΥΤΟΣ! να λεί­πει από το Πα­ρα­δεί­σι !

– Οι ξε­νι­τε­μέ­νοι, τα παλιά χρό­νια, ονει­ρεύ­ο­νταν να είναι εδώ στην χάρη της, να χο­ρέ­ψουν στην αυλή της…”Να κολλ­τούν στα παι­χνίδ­γκια” (=να ρί­χνουν χρή­μα­τα στα όρ­γα­να) και να χο­ρεύ­ουν, να χο­ρεύ­ουν και να κερ­νούν συγ­γε­νείς και φί­λους, ωσό­του να βγά­λουν από μέσα τους, όλη την πίκρα της ξε­νι­τιάς…

– Όσοι κά­να­με φοι­τη­τές, κά­να­με τα αδύ­να­τα-δυ­να­τά, 16 του Ιου­λί­ου, την πα­ρα­μο­νή, να εί­μα­στε εδώ, ότι κι αν γι­νό­ταν…Ει­δάλ­λως, κλάμα κι οδυρ­μός, στα “ξένα μέρη”!…

6) Την Πα­ρα­μο­νή το βράδυ, αμέ­σως μετά τον Εσπε­ρι­νό, κά­θι­ζαν στον χορό, στην αυλή της εκ­κλη­σί­ας, μόνον οι επι­σκέ­πτες, οι “πα­ρα­χω­ρε­νοί” ! Ούτε ένας Πα­ρα­δει­σιώ­της δεν εδια­νο­εί­το να χο­ρέ­ψει την πα­ρα­μο­νή : από­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα στους “για­ρέ­νη­δες” !

7) Ανή­με­ρα, την βρα­διά της χάρης της, όλοι οι οι­κο­γε­νειάρ­χες του χω­ριού μας, έσπευ­δαν να πιά­σουν τρα­πέ­ζι στον χορό, και να χο­ρέ­ψουν με τα καλά τους, όλους τους χο­ρούς, πα­ρα­δο­σια­κούς και ευ­ρω­παι­κούς…Αρ­χι­γλεν­τζέ­δες οι Πα­ρα­δει­σιώ­τες, από τα χρό­νια της Βιλ­λα­νό­βας, ήξε­ραν όλους τους χο­ρούς, -ντό­πιους και “ευ­ρω­παι­κούς”-, που τους μά­θαι­ναν στον Κουφά, το μο­να­δι­κό κέ­ντρο δια­σκέ­δα­σης, όλης της δυ­τι­κής Ρόδου, από τα τέλη του 19ου αιώνα ακόμη!!

8) Το απο­κο­ρύ­φω­μα του κα­λο­και­ριού για κάθε Πα­ρα­δει­σιώ­τη, είναι της Αγιάς Μα­ρί­νας ! Από κει κι ύστε­ρα,… λο­γι­κά (;!),….μπαί­νου­με πια σιγά-σιγά στο… φθι­νό­πω­ρο…

(Αυτόν τον από­λυ­τα φυ­σιο­λο­γι­κό δια­χω­ρι­σμό του χρό­νου που πολύ σωστά εφαρ­μό­ζου­με εμείς οι Πα­ρα­δει­σιώ­τες, αδυ­να­τούν να τον αντι­λη­φθούν τα άλλα χωριά, όπως για πα­ρά­δειγ­μα οι Κρεμ­μα­στε­νοί, που για να μας “κο’ι’νά­ρουν”, λένε ότι : -“‘Αμμαν πε­ρά­σει της Αγιάς Μα­ρί­νας, οι Πα­ρα­δει­σκιώ­τες… βάλ­λουν τα παρτά τους !”)

Η Αγία Μα­ρί­να κι εγώ…

– Γεν­νή­θη­κα, στα παπ­πο­γο­νι­κά των Γιαν­νί­κη­δων, δίπλα στην Αγιά Μα­ρί­να, εδώ, όπου γεν­νή­θη­κε και η μάνα μου Άννα Γιαν­νί­κη και ο πάπ­πους μου Στέρ­γος Γιαν­νί­κης, και ο προ­πάπ­πους μου Θο­δω­ρής Γιαν­νί­κης…Εδώ, όπου γέν­νη­σα και εγώ τα δύο παι­διά μου…

– Κάθε μέλος της οι­κο­γέ­νειάς μας, αυτήν αντι­κρί­ζει, από την στιγ­μή που αντι­κρί­ζει το φως της ζωής…

– Αυτήν ευ­χα­ρι­στού­με για κάθε καλό, σ’ αυτήν προ­στρέ­χου­με κι αυτήν πα­ρα­κα­λού­με σε όλα τα δύ­σκο­λα…Είναι για μας, κάτι σαν Αγα­πη­μέ­νη Ξα­δέρ­φη, κάτι σαν Καλή Γει­τό­νισ­σα, κι ότι καλό κι ωραίο έχει κα­θείς για στή­ριγ­μα…

– Κάθε πρωί που ξυπνώ, η πρώτη ει­κό­να που αντι­κρί­ζω, είναι η αγα­πη­μέ­νη εκ­κλη­σού­λα… Όταν δω τον κά­τα­σπρο σταυ­ρό στο πέ­τρι­νο κα­μπα­να­ριό της, λέω :-“Εντά­ξει, ο Κό­σμος είναι στην θέση του!…Όλα καλά !!! Κι αν δεν είναι καλά, θα γί­νουν!!!”

– Δυό-τρεις ημέ­ρες πριν το “πα­ναύ­ρι”, κα­τέ­φθα­ναν με ένα πλατύ χα­μό­γε­λο ικα­νο­ποί­η­σης, – όπως ο άν­θρω­πος που κάνει το κα­θή­κον του,- στην εκ­κλη­σία οι νοι­κο­κυ­ρές, με τους ασπρι­σμέ­νους με ασβέ­στη “κα­ζο­τε­νεκ­κέ­δες” φορ­τω­μέ­νους στον “νώμο ντους”, με τους πα­νέ­μορ­φους βα­σι­λι­κούς, που τους αρά­δια­ζαν πάνω στην πε­ζού­λα της εκ­κλη­σί­ας, αφιέ­ρω­μα στην Αγα­πη­μέ­νη μας Αγία, να ευω­διά­ζει στην χάρη της, και μετά την λει­τουρ­γία, να πάρει ο κάθε προ­σκυ­νη­τής κι από ένα κλα­δά­κι, να το βάλει στα “κο­νί­σμα­τα”, για να το χρη­σι­μο­ποιεί στο “κά­πνι­σμα” των ει­κό­νων ! Τις κα­μά­ρω­να,- με­ρα­κλού­δες, κα­λο­νοι­κο­κυ­ρές Πα­ρα­δει­σιώ­τισ­σες-, που φρό­ντι­ζαν να “μπρε­πί­ζουν” την Αγία μας, αλλά, και να “ξαν­νοί­ει” η κα­θε­μιά, να βάλει πιο κοντά στην πόρτα της Εκ­κλη­σί­ας τον δικό της βα­σι­λι­κό, για να “δεί­χνει”, πού ‘ταν ο πιο φου­ντω­τός και “δρο­σο­λοι­σμέ­νος”!

– Η πιο μα­γι­κή δια­δι­κα­σία της προ­ε­τοι­μα­σί­ας του πα­νη­γυ­ριού για μας τα παι­διά, ήταν το στή­σι­μο των λοτ­τα­ριών μέσα στην αυλή του Σχο­λεί­ου, που το πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με με αγω­νία, σε όλες τις φά­σεις του. Ει­δι­κά, όταν πια άρ­χι­ζαν οι λι­γο­στοί -τότε- “λοτ­τα­ριά­δες” να στο­λί­ζουν την πρα­μά­τεια τους πάνω στον πάγκο,- πρώτα-πρώτα, τα με­ταλ­λι­κά “σπορ­δα­κλου­δά­κια” -,προ­σι­τά για όλα τα βα­λά­ντια, που τα αγό­ρα­ζε όλη η μι­κρο­λο­γιά και “ξε­βου­ριέ­να­με” τον κόσμο με τον “σα­ματ­τά” που έκανε το έλα­σμά τους !

– Η άλλη μα­γι­κή στιγ­μή, ήταν ανή­με­ρα στην χάρη της: όσο κι αν ήταν το ξε­νύ­χτι της προη­γού­με­νης βρα­διάς, ση­κω­νό­μα­σταν άρον-άρον, να ετοι­μα­στού­με για την λι­τα­νεία της ει­κό­νας μέσα στον κε­ντρι­κό δρόμο του χω­ριού. Προ­πο­ρευό­ταν ένα θέαμα μο­να­δι­κό και φα­ντα­σμα­γο­ρι­κό, για εμάς τα χω­ρια­τό­παι­δα, που το βλέ­πα­με μόνο σε αυτήν την πε­ρί­στα­ση: ερ­χό­ταν από την “Χώρα”, η “μπά­ντα του Δια­γό­ρα”, με όλα τα μου­σι­κά όρ­γα­να και τις φα­ντα­χτε­ρές στο­λές! Πού να χορ­τά­σεις να βλέ­πεις όλα εκεί­να τα πνευ­στά και τα κρου­στά λο­γιών-λο­γιών! Τί να πρω­το­θαυ­μά­σεις; Τον προ­πο­ρευό­με­νο με το μπα­στού­νι που έδινε τον ρυθμό με κι­νή­σεις μα­γι­κές; Το ρυθ­μι­κό, συρτό βήμα όλης της μπά­ντας; Τις στο­λές με τα έντο­να χρώ­μα­τα και τα σι­ρί­τια; Μα­γεία!

– Κι ακο­λου­θού­σαν τα πα­πα­δά­κια με τα εξα­πτέ­ρυ­γα. Κι ύστε­ρα, οι άντρες με τα με­γά­λα λά­βα­ρα, μπρο­στά από την ει­κό­να της Αγίας Μα­ρί­νας! Εκεί, ανά­με­σα σε αυ­τούς, κα­μά­ρω­να κι εγώ τον πα­τέ­ρα μου! Ήταν πάντα εκεί! Αδια­νό­η­το να γίνει η λι­τα­νεία και να μην εκτε­λέ­σει το τι­μη­τι­κό κα­θή­κον του, να ση­κώ­σει το λά­βα­ρο της Αγα­πη­μέ­νης μας Γει­τό­νισ­σας!

– Η μία και μο­να­δι­κή ημέρα ολό­κλη­ρου του κα­λο­και­ριού που δι­καιού­μα­σταν μι­κροί-με­γά­λοι να μην πάμε στο χω­ρά­φι, ήταν της Αγιάς Μα­ρί­νας, γε­νι­κή αργία όλου του χω­ριού…Αυτό, εδραί­ω­σε μέσα μου την ακλό­νη­τη πε­ποί­θη­ση, ότι η 17η Ιου­λί­ου, ήταν λο­γι­κά, αργία για όλον τον Κόσμο… Αντι­λαμ­βά­νε­σθε, ότι υπήρ­ξε για μένα… πο­λι­τι­σμι­κό σοκ, την πρώτη φορά – ενή­λι­κη πια !-, που συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ότι πα­ρα­ό­ξω από το Πα­ρα­δεί­σι, δεν την είχαν για αργία της Αγιάς Μα­ρί­νας…

-“ΤΊ;; Δεν γιορ­τά­ζουν τέ­τοια μέρα;;;” “Μνή­στη­τί μου Κύριε!!!”

– Από νώρίς-νωρίς, έβαζα τα “καλά” μου, έβγα­ζα και την “ανα­παυ­τι­κιά” στην αυλή ( η μόνη μέρα που την χρη­σι­μο­ποιού­σα­με στην οι­κο­γέ­νειά μας), και ανυ­πό­μο­νη, “εμπρό­βελ­λα κι εξα­να­μπρό­βελ­λα” αμέ­τρη­τες φορές, να δω αν άρ­χι­σε να μα­ζεύ­ε­ται ο Κό­σμος, οι “Πα­ναϋ­ρυ­τζή­δες”, λες και μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μα­ζευό­ντου­σαν ενω­ρί­τε­ρα !

– Την πα­ρα­μο­νή, το χωριό πλημ­μύ­ρι­ζε από τον κόσμο και η αυλή μας από τους συγ­γε­νείς και τους για­ρέ­νη­δες που ερ­χό­ταν να απο­λαύ­σουν από την υπε­ρυ­ψω­μέ­νη αυλή μας με την προ­νο­μια­κή θέση, τον κόσμο που πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν και τον χορό στην εκ­κλη­σία απ’ έξω, που κρα­τού­σε ώρες και ώρες…Κι η μάνα μου να μπαι­νο­βγαί­νει με τα πιάτα γε­μά­τα με όλα τα καλά από το χω­ρά­φι μας, να τους κερνά όλους : καρ­πού­ζες, πι­πό­νια, ρο­δά­κι­να, στα­φύ­λια, κρέ­μες, ρυ­ζό­γα­λα, για­ούρ­τια…μαζί με τον απα­ραί­τη­το κορμό, φυ­σι­κά !…

– Η τότε νε­ο­λαία, χό­ρευε μια τε­ρά­στια ποι­κι­λία χορών : τσα-τσα,τσάρ­λε­στον, βαλς, ταν­γκό, μπόσα-νόβα, χάλι-γκάλι, φοξ-τροτ, γιά­γκα και τόσα άλλα…Ρου­φού­σα με τα παι­δι­κά μάτια μου το κέφι τους, λες κι ήξερα ήδη τότε, πως δεν θα το ξα­νά­βλε­πα με τόση συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έντα­ση…

– Υπήρ­χαν οι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύποι χω­ρια­νών, γλε­τζέ­δων-χω­ρα­τα­τζή­δων, που έδι­ναν αλη­θι­νά ρε­σι­τάλ χορών αλλά και αστεί­ων επι­δεί­ξε­ων, που έκα­ναν τους πά­ντες να ξε­καρ­δί­ζο­νται, κι εμείς οι “μι­κρο­λο­οί”, να μην χορ­ταί­νου­με να τους απο­λαμ­βά­νου­με…

– Η νύχτα μας της Αγιάς Μα­ρί­νας, τε­λεί­ω­νε για μένα και τον αδελ­φό μου, πριν να τε­λειώ­σει ο χορός, όταν πια έμε­ναν οι τε­λευ­ταί­οι ξε­νύ­χτη­δες, και οι γο­νείς μας, μας έστελ­λαν στο κρεβ­βά­τι…Απο­κοι­μιό­μα­σταν, με το ίδιο σχε­δόν κάθε χρόνο, ρε­περ­τό­ριο της ορ­χή­στρας, κα­μω­μέ­νο από τις ίδιες βα­ριές ζει­μπε­κιές, των ίδιων βαρύ-γλε­τζέ­δων…

– Φοι­τή­τρια στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Πα­βί­ας,κα­τά­φε­ρα και άλ­λα­ξα ολό­κλη­ρη εξε­τα­στι­κή πε­ρί­ο­δο, για να είμαι εδώ, στην χάρη της : πήρα το θάρ­ρος και πα­ρα­κά­λε­σα τον κα­θη­γη­τή να αλ­λά­ξει την ημε­ρο­μη­νία της εξέ­τα­σης, διότι,- του είπα- υπήρ­χε ζή­τη­μα σο­βα­ρό­τα­το. γι αυτό…Πού νά ‘ξερε ο άν­θρω­πος, τί ήταν για μένα το σο­βα­ρό­τα­το ζή­τη­μα!!…

Γιατί σας τα έγρα­ψα όλα αυτά τώρα, Αγα­πη­μέ­νοι μου Φίλοι ;

Διότι, κάθε χρόνο, μου είναι όλο και πιο οδυ­νη­ρό, να αντλώ από την ψυχή μου αυτές τις ανα­μνή­σεις, μιας υπέ­ρο­χης θρη­σκευ­τι­κής πα­νή­γυ­ρης, για να σκε­πά­σουν από τα μάτια μου αυτό το ευ­τε­λές πα­ζά­ρι, ευ­τε­λέ­στα­της πρα­μά­τειας, που την αντι­κα­τέ­στη­σε…

Και το πλή­θος από τις ανε­πάρ­κειες των διοι­κού­ντων, που βυ­θί­ζουν το αγα­πη­μέ­νο μου χωριό σε μα­ρα­σμό…

Παρ’ όλα αυτά, όπως και κάθε χρόνο, ανή­με­ρα το πρωί, σε πεί­σμα των και­ρών, θα πάω με το πε­ντάρ­τι μου, στην Αγα­πη­μέ­νη μου Γει­τό­νισ­σα που γιορ­τά­ζει !!

Ει­δι­κά εφέ­τος, που χάρις στις προ­σφο­ρές των ευ­λα­βών συγ­χω­ρια­νών μας, ανα­και­νί­σθη­κε και λά­μπει το Σπίτι της, με το ανα­στη­λω­μέ­νο πα­λαιό, ζω­γρα­φι­στό προ­γο­νι­κό Τέ­μπλο!

Για να ξέρει πως, ό,τι κι αν γίνει, ο Κό­σμος της, έτσι όπως τον γνώ­ρι­σα παιδί, θα ζει για πάντα μέσα μου !

Καλή Αγιά Μα­ρί­να, Αγα­πη­μέ­νοι μου Φίλοι !

Ευαγ­γε­λία Παναή

Φι­λό­λο­γος–Επι­χει­ρη­μα­τί­ας

Δη­μο­τι­κή Σύμ­βου­λος Ρόδου

Πα­ρα­δει­σιώ­τισ­σα

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.