ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Βασίλης Καζούλης: “Οι άνθρωποι θέλουν ακόμα κάτι να γυαλίζει. Τα άλλα είναι δύσκολα”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βασίλης Καζούλης

Ο μονα­χι­κός -αλλά πάντοτε φωτεινός- δρόμος του σπου­δαίου τρα­γου­δο­ποιού, μέσα από μία συζή­τηση για τα τρα­γού­δια του και τις ιστο­ρίες που τα περι­τρι­γυ­ρί­ζουν.

Το σπίτι του Βασίλη Καζούλη ήταν πολύ κοντά στο μαγαζί που είχαμε δώσει ραντε­βού κι έτσι δεν έμεινα για πολύ ώρα μπροστά από ένα χαρτί που έγραφε ότι η πόρτα που το συγκρα­τούσε, θα άνοιγε σχεδόν πέντε ώρες αργό­τερα. Τον πήρα τηλέ­φωνο για να μην έρθει τζάμπα κι εκείνος, (τον πρόλαβα) κι αφού ξεπέ­ρασε την ειλι­κρινή του έκπληξη, μου έδωσε τη διεύ­θυνσή του.

Σχεδόν δια­κό­σια μέτρα μετά (σύμφωνα με το GPS) και πέντε λεπτά (πολύ δεν έκανα;), τον έβλεπα να μου ανοίγει τη δική του πόρτα, χαμο­γε­λα­στός και ευγε­νι­κός, και να μου ζητάει να προ­χω­ρήσω στο βάθος, εκεί που ξεχώ­ριζε ένα παλιό καδράκι του “Beatles for Sale”.

Καθί­σαμε, και χωρίς να στα­μα­τή­σει στιγμή να είναι εξαι­ρε­τικά ευγε­νι­κός, ξεκι­νή­σαμε να μιλάμε για τη ζωή και τα τρα­γού­δια του -κυρίως για το δεύτερο. Πρώτα απ’ όλα όμως κάναμε μία παρα­δοχή: δεν έχουν όλα τα τρα­γού­δια μία ιστορία από πίσω τους. Και το ίδιο συμ­βαί­νει και με κάποια απ’ τα δικά του, που στο πέρασμα του χρόνου έχουν απο­κτή­σει δια­στά­σεις στα όρια του αστικού μύθου.

Ξεκι­νή­σαμε συμ­φω­νώ­ντας δηλαδή, και μάλλον κάπως έτσι συνε­χί­σαμε μέχρι το τέλος.

Γιατί πιστεύ­ετε ότι κάποιοι άνθρω­ποι απο­γοη­τεύ­ο­νται όταν μαθαί­νουν ότι δεν υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από ένα τρα­γούδι;

Απο­γοη­τεύ­ο­νται; Ε, δεν μπορεί να υπάρχει πάντα μία από πίσω, αλλά το ότι μπορεί να φαντά­ζε­ται κάποιος μια ιστορία, αυτό είναι το καλό των τρα­γου­διών.

Ναι, για παρά­δειγμα στην “Άννα”, πολλοί περι­μέ­νουν ότι έχετε τρέξει παρα­τή­σει το κράνος και έχετε τρέξει κάτω στην πλαγιά να βρείτε μία Άννα. Ενώ δεν υπήρξε ποτέ.

Καταρ­χάς, αυτό άρχισα να το γράφω όταν ήμουν φαντά­ρος στην αερο­πο­ρία, εξ ου και το “αερο­πλάνα”, και μιλάει για τη σκοπιά, για τα μαγει­ρεία… Το “Άννα” μπήκε για να ται­ριά­ξει ο στίχος.

Γιατί το ‘γραψα αυτό; Γιατί τότε όλοι πάνω στην κου­βέ­ντα έβγαζαν απ’ την τσέπη μία φωτο­γρα­φία για να δείξουν το κορίτσι τους. Όλοι ήθελαν να είναι μαζί της, όχι στον στρατό. Τόσο απλά. Κι έτσι σκέ­φτηκα κι έκανα το κομμάτι.

Έχω ακούσει του­λά­χι­στον πέντε δια­φο­ρε­τι­κές ιστο­ρίες για το “Αν ήσουν άγγελος” και άλλες τόσες για τη “Φανή”. Αυτό είναι καλό γιατί σημαί­νει ότι στη συνεί­δηση του κόσμου πια αυτά τα τρα­γού­δια είναι τόσο δυνατά (σ.σ. ζητάει συγ­γνώμη με πολύ σεμνό ύφος που χρη­σι­μο­ποιεί τη λέξη “δυνατά”) που αφορά τις ζωές τους. Αυτή είναι η δύναμη του τρα­γου­διού. Και γι’ αυτό βγαί­νουν οι ιστο­ρίες. Καμιά ιστορία δεν είναι αληθινή απ’ αυτές που λέγο­νται.

Έχω ακούσει και κάποιες πολύ σκο­τει­νές.

Ναι, για παρά­δειγμα ότι πέθανε η γυναίκα μου όσο την περί­μενα στην εκκλη­σία… Δεν ισχύουν αυτά, αλλά το ότι λέγο­νται κάποιες ιστο­ρίες σημαί­νει ότι είναι κτήμα του κόσμου αυτά τα τρα­γού­δια και θέλει ο καθένας να πει κάτι γιατί τη νιώθει τόσο αληθινή μέσα του.

Γιατί όμως αυτές οι ιστο­ρίες που έχουν ακου­στεί να είναι συνήθως τρα­γι­κές; Για παρά­δειγμα στο “Αν ήσουν άγγελος”, εκεί που λέτε το άσπρο το νυχτικό -καταρχάς είναι “νυχτικό”, δεν είναι “νυφικό”, να το πούμε αυτό.

Είναι “νυχτικό”, ναι. Η αλήθεια είναι ότι ψευδίζω λίγο εκεί και ακού­γε­ται και κάπως σαν “νυφικό”. Και τώρα καμιά φορά που μ’ ακούω ανα­ρω­τιέ­μαι “ρε συ, γιατί δεν το λέω καλά;” . Αλλά και “νυφικό” να πεις, σωστό είναι…

Έχετε δει κόσμο από κάτω να τρα­γου­δάει και να το λέει “νυφικό”;

Αμέ (γελάει).

Έχετε μπει σε πει­ρα­σμό να στα­μα­τή­σετε για να τους διορ­θώ­σετε;

Εντάξει, δεν το διορ­θώνω, ό, τι θέλει και όπως θέλει ο καθένας το λέει. (Αλλά εγώ λέω “νυχτικό”).

Στο “Βορεινό λιμάνι”, ποιο λιμάνι είχατε στο μυαλό σας;

Κοίταξε, βορεινό λιμάνι είναι και η Ρόδος, εγώ κατά­γο­μαι από εκεί, και πηγαίνω πολύ συχνά, την αγαπάω πολύ. Αλλά βορεινό λιμάνι είναι και η Καβάλα και η Θεσ­σα­λο­νίκη, γιατί οι βορει­νές πόλεις έχουν ένα ιδιαί­τερο κοινό και με δέχο­νταν πάντα με αγάπη.

Αλλά βορεινό λιμάνι είναι και ο ουρανός. Ο Dylan το λέει πιο καθαρά από μένα: “knockin on heavens door”. Μπορεί αυτό να είναι το βορεινό λιμάνι.

Καμιά φορά δεν έχει μόνο μια ερμη­νεία ένα τρα­γούδι και αυτή είναι η γοητεία του.

Ποια κάνει δεύτερη φωνή σ’ αυτό το τρα­γούδι; Είναι πολύ χαρα­κτη­ρι­στική.

Α, είναι η Ευγενία Καρ­λαύτη, ένα κορίτσι με εξαι­ρε­τική φωνή, που την είχα στο συγκρό­τημα τότε.

Πολύ καλή μου­σι­κός. Έχω συνερ­γα­στεί κατά καιρούς με πολλά παιδιά και έχω να χαί­ρο­μαι και να θυμάμαι πολλές όμορφες συνερ­γα­σίες στο σχήμα μου.

Δεύτερη φωνή εσείς έχετε κάνει σε κάποιον; Νομίζω στον Νίκο Ζιώγαλα πρέπει να έχετε κάνει.

Ναι, νομίζω με είχαν καλέσει και κάναμε φωνη­τικά στο “Γυρνά ο καιρός”. Μετά από δύο χρόνια, το 1996, συμ­με­τείχα και σε ένα ακόμη, στο “Του γάμου”, μαζί με διά­φο­ρους, όπου έλεγε από ένα κουπλέ ο καθένας μας. Ένα πολύ ωραίο τρα­γούδι, παρα­δο­σιακό, το οποίο το τρα­γου­δάει ο Νίκος εδώ και χρόνια στα λάηβ του. Έχουμε κάνει τόσα πολλά που δεν τα θυμάμαι (σ.σ. γελάει).

Πολύ αγα­πη­μέ­νος ο Νικόλας. Τον ξέρω χρόνια, έχουμε παίξει και αρκετές φορές μαζί. Και ακόμα παί­ζουμε.

Τον ξέρετε από το ‘80; Πηγαί­νατε και σ’ αυτό το μπαρ το Λούκι που ήταν μπάρμαν;

Βγήκα αρκετά χρόνια μετά τον Νίκο στον χώρο, οπότε τον γνώρισα πολύ αργό­τερα. Ο Νίκος είχε αρχίσει και με τους Ανάκαρα, είχε κατέβει στην Αθήνα εκείνη την εποχή και δούλευε στο Λούκι και μάλιστα μου ‘χε πει μια ιστορία, ότι ένα βράδυ όπως δούλευε μπάρμαν, πήγε ένας παρα­γω­γός και του λέει “τι κάνεις εσύ εδώ πέρα ακόμα;”. Είχε γίνει επι­τυ­χία το τρα­γούδι του και αυτός δεν το ‘ξερε.

Θέλω να πω ότι και εμείς κάναμε πράγ­ματα και δεν ξέραμε ποιο θα είναι το απο­τέ­λε­σμα. Κι εγώ τότε που έκανα την πρώτη δουλειά δεν είχα ιδέα το τι θα συμβεί. Παρόλο που πριν έπαιζα σε κάποια μπα­ρά­κια, πχ στη “Φυγό­κε­ντρο” στο Γουδί, και όταν έπαιζα τη “Φανή” έρχο­νταν και μου έλεγαν “τι ωραίο, για ξαναπές αυτό το τρα­γούδι…”. Να το “ξαναπώ” κιόλας, όχι να το πω μία φορά. Θα έπρεπε δηλαδή να έχω φαντα­στεί ότι θα γίνει κάτι.

Κυρίως τι τρα­γού­δια παίζατε τότε;

Δια­σκευές απ’ την κλασική ροκ γιατί αυτά ήταν που αγάπησα εξ αρχής. Μετά προ­χώ­ρησα να κάνω τρα­γού­δια με ελλη­νικό στίχο, έχοντας σπου­δαί­ους δασκά­λους όπως τον Σαβ­βό­πουλο για παρά­δειγμα.

Σας βοήθησε που εκείνοι είχαν ήδη βρει πώς κου­μπώ­νει ο ελλη­νι­κός στίχος σ’ αυτήν τη μουσική;

Ναι και νομίζω βρήκα κι εγώ έναν τρόπο να μπορώ να πω αυτά που θέλω χωρίς να κλω­τσάνε οι λέξεις, γιατί αυτό δεν γίνεται εξ αρχής. Ακούς τους δασκά­λους σου, δια­βά­ζεις και ποίηση, κάνεις και άλλα πράγ­ματα, όπως το να μετα­γλωτ­τί­σεις ένα τρα­γούδι, να το φέρεις στα ελλη­νικά. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Όπως ο “Πυγ­μά­χος” ας πούμε;

Αυτό με δυσκό­λεψε πάρα πολύ.

Το έχετε κάνει πάντως αρκετά δια­φο­ρε­τικό απ’ το πρω­τό­τυπο.

Ανα­γκα­στικά, γιατί όταν μετα­φρά­ζεις το κείμενο βγαίνει τρεις σελίδες -που λέει ο λόγος. Πώς να το πιέσεις να ‘ρθει στα ελλη­νικά; Δεν έρχεται.

Επίσης, τα δικαιώ­ματα δεν τα πήρα εύκολα, και μάλιστα μου απα­ντή­σανε κάποιοι από την εται­ρεία τους ότι “είναι πολύ ποι­η­τική η μετά­φραση”, ότι δεν είναι το νόημα του τρα­γου­διού αυτό. Τέλος πάντων, εγώ κράτησα τους μισούς στίχους που είναι Paul Simon και οι άλλα μισοί είναι δικοί μου. Και πάλι πάντως νομίζω ότι έχω κρα­τή­σει το πρω­τό­τυπο νόημα. Πάνω κάτω για τα ίδια πράγ­ματα μιλάει.

Μιας και ανα­φέρ­θηκε ο Σαβ­βό­που­λος, τελευ­ταία υπάρχει μεγάλη παρα­φι­λο­λο­γία γύρω απ’ τα τρα­γού­δια του και πάρα πολλοί του επι­τί­θε­νται λέγο­ντας συχνά ότι έχει κλέψει.

Αυτά είναι απα­ρά­δε­κτα να λέγο­νται για ανθρώ­πους που έχουν κάνει τόσο μεγάλο έργο, που είναι μεγάλοι δάσκα­λοι. Αυτά δεν πρέπει να τα αγγί­ζουμε καθόλου. Το ίδιο έλεγαν και για τον Χατζι­δάκι. Και να σου πω και κάτι; Δεν υπάρχει τρα­γούδι που να μη μοιάζει με άλλο, αυτό δηλαδή να το ξεχά­σουν αυτοί που νομί­ζουν ότι κάνουν παρ­θε­νο­γέ­νεση, δεν υπάρχει αυτό.

Βέβαια, ότι κάποιοι μπορεί να το κάνουν σκόπιμα, ίσως, δεν ξέρω. Αλλά να σεβό­μα­στε ανθρώ­πους οι οποίοι έχουν ανοίξει δρόμους, και έχουν κάνει κατα­πλη­κτική δουλειά.

Έχετε πει ότι ο αγα­πη­μέ­νος σας δίσκος του είναι “Το περι­βόλι του τρελού”, ότι μάλιστα είναι μέσα στα πέντε αγα­πη­μένα σας άλμπουμ. Γιατί αυτό και όχι ο “Μπάλλος” ας πούμε;

Και ο “Μπάλλος” είναι αγα­πη­μέ­νος, προς Θεού. Έχω όλη τη δισκο­γρα­φία του, τα άπαντα, όπως έχω τα άπαντα των Beatles, έτσι έχω και τα άπαντα του Διονύση Σαβ­βό­που­λου.

Ποιο ήταν το πρώτο άλμπουμ των Beatles που έπεσε στα χέρια σας, με το οποίο κολ­λή­σατε;

Οι πρώτοι μεγάλοι δίσκοι που μπήκαν στο σπίτι ήταν ένας με τις επι­τυ­χίες του Carlos Santana, αυτό ήταν το πρώτο βινύλιο που πήραμε μαζί με τον αδερφό μου και σαν να θυμάμαι ότι δεύ­τε­ρος ήταν οι επι­τυ­χίες του Neil Diamond. Επειδή τότε δεν είχαμε και πολλά χρήματα για να παίρ­νουμε την -ας πούμε -επίσημη δισκο­γρα­φία, παίρ­ναμε έναν δίσκο που να τα έχει όλα (σ.σ. γελάει).

Και βέβαια υπήρχαν και τα μικρά δισκά­κια που έφερνε ο πατέρας μου. Δούλευε στη FINA, μια εται­ρεία καυ­σί­μων, και τότε έδιναν ως δώρο στον κόσμο που έβαζε βενζίνη κάτι μικρά δισκά­κια. Και σαν να θυμάμαι ότι μου έφερνε δισκά­κια με τη Μοσχο­λιού, τον Κόκοτα, τον Καλατζή κλπ…

Τα αγα­πούσα κι αυτά, κι ας άκουγα ξένη μουσική.

Βέβαια, εγώ κόλλησα με τους Beatles, με την πρώτη φορά που τους άκουσα στο ραδιό­φωνο κόλλησε το μυαλό μου, έπαθα κάτι… Αλλά όλα αυτά ήταν αγα­πη­μένα, δεν σημαί­νει ότι υπο­τι­μάς κάτι. Απλώς προ­τι­μάς κάτι.

Με γοή­τευσε πώς μπορεί κανείς να γράφει αυτήν τη μουσική και αυτούς τους στίχους. Έβλεπα από κάτω που έγραφε “Lennon/McCartney”, “Dylan” κλπ, και έλεγα ότι αυτό θέλω να κάνω κι εγώ. Δεν ήθελα να τρα­γου­δάω απλά, ήθελα να σκαρώνω μελω­δίες.

Και γι’ αυτό δεν νομίζω ότι είμαι καλός τρα­γου­δι­στής. Εγώ απλά τρα­γου­δάω αυτά που γράφω ο ίδιος, ο καθένας έχει ένα προ­σω­πικό στιλ σ’ αυτό που κάνει και δημιουρ­γεί.

Πάντως η φωνή σας, άσχετα τι πιστεύει ο καθένας, είναι πολύ ιδιαί­τερη, πολύ χαρα­κτη­ρι­στική. Άμεσα ανα­γνω­ρί­σιμη.

Σε ευχα­ρι­στώ πολύ. Χαί­ρο­μαι γιατί αυτό το ανα­γνω­ρί­σιμο σημαί­νει ότι ο κόσμος αντι­λαμ­βά­νε­ται ότι τα λέω όπως τα αισθά­νο­μαι εγώ και τα κατα­λα­βαίνω. Και αυτό είναι το ζητού­μενο.

Σε μια εκπομπή τοπικού κανα­λιού της Ρόδου είπατε ότι σας έβγαζαν παιδάκι στο πανη­γύρι του χωριού σας και τρα­γου­δού­σατε, μεταξύ άλλων, και τη “Μισιρ­λού”.

Βέβαια. Το είχαμε σε μικρό δισκάκι -να πως συν­δέ­ο­νται όλα- και πρέπει να ήταν η εκτέ­λεση με τη Βέμπο. Από εκεί είχα μάθει να το μουρ­μου­ράω και με έβγαλαν να το πω.

Αργό­τερα όταν πέρασα φοι­τη­τής, είχαμε και μια ηλε­κτρική κιθάρα με τον αδερφό μου, την οποία μας την είχε πάρει δώρο ένας θείος μας, και κάποιες φορές με φωνά­ζανε και έπαιζα στα πανη­γύ­ρια μας, σαν μπα­σο­κί­θαρο που λέμε.

Έπαιζα από την “Ασκλη­πενή σούστα” και τα τοπικά μέχρι τσάμικα, καλα­μα­τιανά, ό, τι μπορείς να φαντα­στείς. Και έλεγα και άσχετα, “μοντέρνα”, πχ Olympians, για να “χορέψει η νεολαία”…

Και ένας παπάς όταν σας άκουσε να λέτε τη “Μισιρ­λού” σας είπε ότι θα πάτε ψηλά;

Όχι, ο πατέρας του τωρινού παπά μου το είπε αυτό, ένας πολύ γλυκός άνθρω­πος. Δεν ξέρω τι είδε σε μένα, απλά το θυμάμαι. Σάμπως τι; Έχω φτάσει ψηλά; Εγώ απλά έκανα την αγάπη μου “επάγ­γελμα” -γιατί δεν είναι ακριβώς επάγ­γελμα. Ζω από αυτό, βέβαια, αλλά όπως έκανα τότε που έπαιζα στα μπα­ρά­κια, το ίδιο εξα­κο­λουθώ να κάνω και σήμερα. Και μεγάλες συναυ­λίες, εννο­εί­ται, έχω κάνει και απ’ όλα.

Απλά ζω και σε έναν κόσμο που μου αρέσει να είμαι λίγο έτσι πιο μονα­χικά και το συντηρώ αυτό, γιατί δεν θέλω να χάσω την αλήθεια του όλου πράγ­μα­τος. Σ’ αυτήν τη δουλειά όταν γίνεις πολύ επαγ­γελ­μα­τίας χάνεις πράγ­ματα, και δεν το βλέπω σαν κίνδυνο αυτό ακριβώς, απλώς δεν μπο­ρούσα να λει­τουρ­γήσω και δια­φο­ρε­τικά. Έτσι όπως ήμουν, έτσι παρα­μένω.

(σ.σ. το ηλε­κτρο­νικό του τσιγάρο που περι­μέ­νει εδώ και ώρα, επι­τέ­λους έχει φορ­τί­σει). Καπνί­ζετε; Δεν το έχετε κόψει ακόμα;

Δυστυ­χώς, όχι.

Από το σχολείο καπνί­ζετε;

Όχι, ούτε καν φοι­τη­τής δεν κάπνιζα. Φαντά­ρος το άρχισα, μάλλον απ’ τη στε­να­χώ­ρια -γιατί δεν ήταν και όμορφα (σ.σ. γελάει).

Σε αυτήν την εκπομπή ο ίδιος παπάς έλεγε ότι και σήμερα ψέλνετε στην εκκλη­σία.

Από πιτσι­ρί­κια που πηγαί­ναμε εκεί στο χωριό, στο Ασκλη­πειό της Ρόδου, δεν υπήρχε περί­πτωση να μη συμ­με­τέ­χουμε σε όλα. Και βέβαια απ’ τους γονείς μου, απ’ τους παπ­πού­δες μου, είχαμε και αυτήν την αγάπη για την εκκλη­σία. Παι­διό­θεν. Πηγαί­ναμε και ήμασταν ένα είδος χορω­δίας, μάς έβαζαν κοντά στο ψαλτήρι και λέγαμε κι εμείς ό, τι ξέραμε.

Αλλά ψέλνετε ακόμα όταν πάτε.

Βέβαια. Το Πάσχα που πήγαμε συμ­με­τεί­χαμε σε όλα και ήταν πολύ όμορφα. Η εκκλη­σία μας είναι νομίζω η παλαιό­τερη στη Ρόδο, είναι του 1060, είναι βυζα­ντινή, και έχει κατα­πλη­κτι­κές αγιο­γρα­φίες μέσα.

Ο τόπος σου δίνει κάποιες ενέρ­γειες, δηλαδή υπάρχει κάποια ιστορία, υπάρχει μια σειρά, τα οποία εμείς όλα αυτά τα έχουμε μέσα μας. Εκεί γεν­νη­θή­καμε, εκεί τα βιώσαμε όλα, και το κου­βα­λάω μέσα μου όλο αυτό, είναι πολύ αγα­πη­μένο.

Βλέπετε τη βυζα­ντινή μουσική ως σκέτη μουσική ή και ως προ­σευχή;

Όχι, ως μουσική σκέτη δεν μπορώ να τη δω. Η βυζα­ντινή μουσική είναι μουσική προ­σευ­χής.

Ένας τόπος έχει μια ενέρ­γεια, το είπατε πριν. Το Γουδί όπου μεγα­λώ­σατε έχει μια ενέρ­γεια, είναι οι περισ­σό­τε­ροι Πανα­θη­ναϊ­κοί εκεί. Είστε κι εσείς Πανα­θη­ναϊ­κός;

Φυσικά, αφού έμενα δίπλα, τι θα μπο­ρούσα να είμαι; Εγώ δεν τα βλέπω ιδε­ο­λο­γικά τα πράγ­ματα ποτέ. Τα βλέπω πώς βγαί­νουν μέσα απ’ τη ζωή.

Βέβαια, δεν είχα κανένα φανα­τι­σμό γύρω απ’ αυτό ποτέ.

Έχετε πάει γήπεδο πρό­σφατα;

Παλιό­τερα είχα πάει μερικές φορές, με κόλλησε ο αδερφός μου πιο πολύ. Να φαντα­στείς εγώ ούτε χαρτιά έμαθα ποτέ να παίζω, ούτε ήμουνα πολύ φανα­τι­κός με τα γήπεδα. Έπεσα με τα μούτρα στη μουσική γιατί αυτό με ενδιέ­φερε. Με το που ήρθε η κιθάρα στο σπίτι και ανα­κά­λυψα ότι βγάζει μελω­δίες, κόλλησα εκεί.

Οπότε οι παι­δι­κοί σας ήρωες ας πούμε δεν ήταν ο Δομάζος, ήταν ο Paul Simon.

Και ο Δομάζος ήτανε! Μιλάμε για μορφές τώρα! Αυτοί οι άνθρω­ποι ήταν θεοί για μας, όταν ήμασταν μικροί.

Δεν μπορώ να σας φαντα­στώ να φωνά­ζετε στο γήπεδο. Ή να βρίζετε.

Όχι, ποτέ. Ήμουν ήσυχος πολύ.

Ξέρω ότι είναι κου­ρα­στικό αλλά δεν μπορώ να αποφύγω τη “Φανή”. Έχετε πει ότι είναι πραγ­μα­τικό πρόσωπο, ότι είναι ένας εφη­βι­κός έρωτας που όμως δεν λεγόταν έτσι.

Είναι λογικό ο κόσμος να ανα­ρω­τιέ­ται αν είναι αληθινή ιστορία γιατί είναι ένα πολύ αληθινό τρα­γούδι.

Όταν βγήκε ο πρώτος δίσκος, αυτό το τρα­γούδι παι­ζό­ταν σε όλα τα ραδιό­φωνα, γινόταν χαμός, ενώ ακόμη δεν με ήξερε κανένας.

Αυτό έγινε αφού πήγατε και στην εκπομπή του Σαβ­βό­που­λου;

Στην εκπομπή του κυρίου Σαβ­βό­που­λου πήγα ως νέο ταλέντο. Ένας φίλος μου είχε πει ότι έβγαλε μια ανα­κοί­νωση, όπου περί­μενε νέους τρα­γου­δο­ποιούς να του πάνε κασέτες, προ­κει­μέ­νου να παρου­σιά­σει τη δουλειά τους.

Και έτσι πήγα μια κασέτα, αλλά ακόμη ήμουν στο στού­ντιο, δεν είχα τελειώ­σει την ηχο­γρά­φηση του πρώτου δίσκου. Επέλεξε την “Φανή”, και με παρου­σί­ασε τότε σαν νέο ταλέντο, δεν είχα βγει στη δισκο­γρα­φία ακόμα.

Και γι’ αυτό είμαι και πάρα πολύ αμή­χα­νος σ’ αυτήν εκπομπή, αν με δεις. Είμαι σαν ούφο (σ.σ. γελάει δυνατά).

Μα υπάρχει αυτό το βίντεο, είναι πολύ κλασικό.

Είμαι πάρα πολύ ντρο­πα­λός, δεν κοιτάω καν την κάμερα και αργό­τερα μου την είπαν και για αυτό… Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω; Να χορο­πη­δάω σαν τον Bruce Springsteen;

(σ.σ. συνε­χί­ζει να γελάει). Δεν είχα ξανα­πάει στην τηλε­ό­ραση, τι να κάνω τώρα;

Αυτό ήταν πρώτο γύρισμα που έκανα ποτέ. Ήταν μετά την απόλυσή μου από φαντά­ρος, τότε που υπο­τί­θε­ται ότι με το πτυχίο που είχα θα πήγαινα στη Ρόδο να βρω δουλειά. Αυτό ήταν το σχέδιο αλλά έμπλεξα με τη μουσική, έμεινα εδώ και μπήκα στη δισκο­γρα­φία.

Ο παρα­γω­γός σας τότε, ο Άγγελος Σφα­κια­νά­κης είπε την ιστορία της “Φανής” δεν ξέρω αν το είδατε. Εκεί λοιπόν περιέ­γραφε πως ήρθε σπίτι σας για να πείσει τους γονείς σας.

Οι γονείς μου τσί­νι­σαν τότε, σου λέει “τελεί­ωσε την ΑΣΟΕΕ και θα πάει να γίνει τρα­γου­δι­στής; Έχουμε απο­φα­σί­σει να μετα­κο­μί­σουμε μόνιμα στη Ρόδο, να είμαστε όλοι μαζί και αυτός θα μείνει εδώ να κάνει τον καλ­λι­τέ­χνη;”. (σ.σ. γέλια)

Και ήρθε ο Άγγελος και τον ευχα­ρι­στώ για αυτό, έδειξε κατα­νό­ηση, και τους λέει ότι “αυτό το πράγμα δεν είναι κάτι το οποίο είναι ύποπτο ή δεν ξέρω τι, είναι μία δουλειά κι αυτή”. Τα είπε πάρα πολύ όμορφα.

Βέβαια, δεν ήταν τόσο αρνη­τι­κοί οι δικοί μου, απλά ήθελαν να ξέρουν τι θα κάνω. Και προς τιμήν του του Άγγελου που ήρθε.

Μετά που βγήκα και έκανα πράγ­ματα και με έβλεπαν στην τηλε­ό­ραση, νομίζω χαί­ρο­νταν. Και μάλιστα ο πατέρας μου είχε μια ικα­νό­τητα να βρίσκει τι θα αρέσει στον κόσμο, δηλαδή μου ‘χε πει “η ‘Φανή’ θα γίνει επι­τυ­χία”, αργό­τερα “το ‘Αν ήσουν άγγελος’ θα γίνει επι­τυ­χία”. Τα ‘βρισκε, είχε μια διαί­σθηση, είχε μία διο­ρα­τι­κό­τητα. Ήταν εξαι­ρε­τική ψυχή.

Και σας βρήκε σε ένα προ­βά­δικο που ήταν σε ένα κατη­χη­τικό; Πώς προ­έ­κυψε αυτό;

(σ.σ. γελάει) Ο Αντρέας Αργυ­ρό­που­λος, παι­δι­κός φίλος και ντράμερ στην μπάντα που συμ­με­τείχα τότε, σπού­δαζε στη Θεο­λο­γική και τα ήξερε αυτά τα μέρη. Από τη στιγμή, λοιπόν, που δεν είχαμε χώρο να κάνουμε πρόβα, βρήκε την ευκαι­ρία και πήγαμε εκεί σε ένα υπόγειο που ήταν ο χώρος του κατη­χη­τι­κού, και κάναμε εκεί. Πίναμε μπύρες, γελού­σαμε… Προ­φα­νώς και δεν υπήρχε κάποιος στο μέρος, εμείς απλώς πήραμε τα κλειδιά και πήγαμε.

Το “Τελευ­ταίο (πλοίο για την Αμοργό)” είναι πολύ σκληρό τρα­γούδι.

Το θέμα εδώ είναι ένα έντονο συναί­σθημα που έρχεται μετά από έναν έντονο χωρισμό.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν γράφω τέτοιο στίχο, δεν ξέρω πώς μου βγήκε αυτό το τρα­γούδι, πιθανόν να ήμουν μέσα σε έναν βυθό. Ήταν κάπως πιο σκο­τεινή στιγμή απ’ αυτές που συνήθως βρί­σκο­μαι.

Οπότε το 1987 βγαίνει ο πρώτος σας δίσκος, το “Μπλε μωρό”…

Ο οποίος είναι ένας πει­ρα­χτι­κός τίτλος. Είναι από αυτό που λέει ο Dylan “It’s all over now, baby blue” αλλά εγώ για πλάκα δεν έβαλα “μελαγ­χο­λικό μωρό”, έβαλα “μπλε μωρό”. Ναι γιατί είχα και δύο τρία σατι­ρικά κομ­μά­τια -την “Κομπιου­τε­ρί­τσα”, τον “Αραχτό”- οπότε ήταν κάτι και σαν και λίγο κωμωδία μέσα στη μελαγ­χο­λία, πώς να το πω.

Ειχε και ιδιαί­τερο εξώ­φυλλο απ’ τον Κωστα Γουδή.

Ο Κώστας Γουδής ήταν από τους πρώτους ανθρώ­πους που συνά­ντησα στη δισκο­γρα­φία. Ήταν ζωγρά­φος, αγιο­γρά­φος, έκανε εξώ­φυλλα, ήταν και μου­σι­κός και ο ίδιος…

Ήταν ωραία συγκυ­ρία για μένα αυτή τότε που γνώρισα όλα αυτά τα παιδιά. Ήταν μαγικά χρόνια αυτά για μένα και εξα­κο­λου­θούν να είναι. Ακόμα αγαπώ τη μουσική και θέλω να κάνω πράγ­ματα. Κι έχω πολλά νέα τρα­γού­δια.

Απλά σήμερα δεν θα κάτσει εύκολα κάποιος να δώσει πολλή σημασία στα εξώ­φυλλα. Τότε ήταν μια ολό­κληρη δια­δι­κα­σία.

Μα δεν υπάρ­χουν εξώ­φυλλα πια, αφού δεν υπάρχει δισκο­γρα­φία. Το πρώτο κακό ήταν που βγήκε το CD, μετά άρχισε η κατη­φόρα. Αφού έχει τύχει και σε μένα κανά δυο φορές, καθώς κάθομαι σε μια πλατεία να περά­σουν για να μου που­λή­σουν τον δικό μου δίσκο. Εξό­κειλε μετά το πράγμα, έφυγε, μετά πήγε και στις εφη­με­ρί­δες.

Ωραία, βγήκε το “Μπλε μωρό”, είχε μέσα τη “Φανή” και το “Τελευ­ταίο (πλοίο για την Αμοργό)”, μετά όμως όταν βγήκαν τα “Τρύπια καπέλα” μέσα δεν είχε κάποιο κομμάτι τόσο δυνατό.

Δεν βγήκε τίποτα από εκεί.

Αυτό η εται­ρεία πώς το πήρε; Υπήρξε κάποια ας το πούμε απο­γο­ή­τευση από αυτούς; Ή από εσάς.

Εγώ απο­γοη­τεύ­τηκα γιατί ένιωσα ότι δεν βοη­θή­θηκα πολύ. Πιθανόν να μπο­ρού­σαν να γίνουν περισ­σό­τερα πράγ­ματα. Μπορεί να είχαν και καλή πρόθεση και να μην το κατά­λαβα εγώ -δεν κατη­γορώ κάποιον τώρα, λέω πιθανόν να ένιωσα ότι δεν με βοή­θη­σαν όσο έπρεπε.

Αλλά μπορεί να ήταν γραφτό του αυτός ο δίσκος να μην κάνει κάτι.

Μετά όμως βγήκε το “Κάτι να γυα­λί­ζει”. Ήταν ο πιο εμπο­ρι­κός σας δίσκος; Μπο­ρούμε να πούμε πόσο έχει που­λή­σει περίπου;

Σίγουρα ήταν ο πιο εμπο­ρι­κός, κοίτα, λογικά έχει γίνει χρυσός εδώ και χρόνια. Οι πωλή­σεις ήταν από τότε πάρα πολύ υψηλές, αλλά δεν έτυχε να μου δώσουν κάποιο χρυσό δίσκο, δεν ξέρω.

Και το “Τόσες Απο­στά­σεις” ήταν πολύ εμπο­ρικό -και ο πρώτος με τη “Φανή” φυσικά.

Μ’ αρέσει πολύ ο στίχος “στα παλιά βιβλία του πατέρα”. Μου ‘βγαζε από πάντα έναν σεβασμό τερά­στιο.

Μα κι εγώ αυτήν την εικόνα είχα όταν τον έγραψα. Σεβασμό, αγάπη… Κοίταξε η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά και το ανάποδο, είναι αξε­πέ­ρα­στη -πέρα από τις ψυχο­πά­θειες και όλα αυτά που μπορούν να συμ­βαί­νουν, έτσι; Γιατί γίνο­νται και έκτροπα…

Είχαν παλιά βιβλία οι δικοί σας;

Ε, βέβαια. Άνηκαν όμως στη γενιά που δεν μπόρεσε να σπου­δά­σει λόγω του πολέμου, της Κατοχής… Είχαν όμως μια δια­φο­ρε­τική σοφία αυτοί οι άνθρω­ποι, που δεν την έχουν ας πούμε οι “σπου­δαγ­μέ­νοι”, γιατί η γνώση είναι κάτι πολύ πιο εσω­τε­ρικό. Δεν αρκεί να απο­στη­θί­σουμε βιβλιο­θή­κες και να τελειώ­σουμε μία σχολή. Η γνώση είναι κάτι βαθύ­τερο, ουσια­στι­κό­τερο και αλη­θι­νό­τερο.

Γενικά έχει πολύ ωραίους στίχους το “Κάτι να γυα­λί­ζει”. Το θεω­ρεί­ται κι εσείς απ’ τις καλύ­τε­ρες στιγμές σας στι­χουρ­γικά;

Υπάρ­χουν άλλοι στίχοι που μ’ αρέσουν περισ­σό­τερο, κι ας μην έχουν ακου­στεί τόσο πολύ.

Δεν ξέρω πάντως πώς μου βγαίνει αυτό το πράγμα, παρόλο που δεν έχω δια­βά­σει τόσο πολύ στη ζωή μου, είχα από πάντα μια ευκολία, κάτι σαν έμφυτο.

Μ’ αρέσει να παίζω και με την αυτό­ματη γραφή, ξέρεις. Μου λες έναν τίτλο και εγώ πάνω σε αυτό χωρίς να σκέ­φτο­μαι, ασυ­νεί­δητα, γράφω μέσα σε πέντε λεπτά ό, τι μου έρθει. Το έκανα κατά καιρούς αυτό όταν μαζευό­μα­σταν φίλοι, έτσι σαν παι­χνίδι. Κάπου τα έχω μαζέψει όλα αυτά.

Απ’ την άλλη, όταν έγραφα τρα­γού­δια, επειδή σκε­φτό­μουν πολύ τον στίχο, δεν ξέρω αν είναι το ίδιο καλός κι εκεί. Θέλω να πω ότι το αυθόρ­μητο και το γρήγορο καμιά φορά είναι το καλύ­τερο και το πλέον καίριο.

Υπάρχει μία ωραία ιστορία πίσω από τους στίχους αυτού του τρα­γου­διού.

Είμαι μια μέρα μόνος μου στο πατρικό μου στο Γουδί, και μάλλον θα ήταν καλο­καίρι γιατί έλειπαν όλοι -πολλές φορές τα τρα­γού­δια, μου έβγαι­ναν σε πολύ μονα­χι­κές στιγμές. Και πετυ­χαίνω στην τηλε­ό­ραση το “Τσίρκο”, μια κατα­πλη­κτική ταινία. Λάτρευα από παιδί τον Τσάρλι Τσάπλιν, έχω ακόμα τις ταινίες του σε dvd και καμιά φορά τις ξανα­βλέπω. Πέρα απ’ το ότι ήταν πάρα πολύ σπου­δαίος καλ­λι­τέ­χνης, είχε και αυτό το δίπτυχο της χαρ­μο­λύ­πης που εμένα μου αρέσει πολύ.

Και θυμάμαι αυτήν την σκηνή όπου εκείνος ως κλόουν προ­σπα­θούσε κατά κάποιον τρόπο να εντυ­πω­σιά­σει το κορίτσι, που υπο­τί­θε­ται ότι τον είχε αγα­πή­σει. Έρχεται όμως μετά ο σχοι­νο­βά­της ο εντυ­πω­σια­κός και του παίρνει το κορίτσι και γίνεται όλο αυτό το τρα­γε­λα­φικό.

Δεν ξεκί­νησα να γράφω το τρα­γούδι από εκεί, μ’ αυτόν τον στίχο, αλλά αυτή ήταν η κεντρική ιδέα, ότι το κορίτσι είδε αυτό το γυα­λι­στερό, δεν είδε τον φτωχό κου­ρε­λια­σμένο κλόουν.

Έτσι γίνεται και στην ταινία; Φεύγει με τον σχοι­νο­βάτη;

Ναι, βέβαια. Και έτσι είναι και η ζωή μας. Ο κόσμος τι κυνη­γάει; Το χρήμα, το συμ­φέ­ρον, το ψέμα. Δύσκολο είναι να έχεις αλη­θι­νές σχέσεις, να είσαι απλός, να αγαπάς αληθινά. Δύσκολα είναι αυτά.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά περί­μενα να σας αρέσει πιο πολύ ο Μπάστερ Κίτον.

Μ’ άρεσε και αυτός, εντυ­πω­σια­κός, αλλά ο Τσάπλιν έκανε πολύ πιο προ­χω­ρη­μένα πράγ­ματα. Ο Κίτον ήταν πολύ πιο κωμικός και πολύ πιο της κίνησης -όχι ότι δεν το ‘χει και ο Τσάπλιν αυτό, απλώς προ­χώ­ρησε λίγο παρα­πάνω.

Είναι λίγο άσχετο αυτό που θυμή­θηκα τώρα, αλλά διάβασα σε ένα φόρουμ το οποίο βέβαια δεν είναι και ό, τι πιο αξιό­πι­στο υπάρχει, όπου έγραφε ένας ότι κάποτε ο Μάλαμας είχε μείνει άφρα­γκος λόγω απο­τυ­χίας μιας δου­λειάς του και τον είχατε φιλο­ξε­νή­σει στο σπίτι σας.

Ισχύει, αλλά έχουν περάσει τόσα χρόνια, σχεδόν το είχα ξεχάσει.

Είχε κατέβει να παίξει ο Σωκρά­της στην Αθήνα, και νομίζω δεν κλεί­στηκε το λάηβ τελικά, και τον πέτυχα κάπου σε δύσκολη φάση, έδειχνε στε­να­χω­ρη­μέ­νος, και πάνω στη κου­βέ­ντα μου λέει “τι θα κάνω τώρα, δεν έχω πού να μείνω”. “Τι ανη­συ­χείς, του λέω, εγώ είμαι εδώ, έλα να μείνεις στο σπίτι μου και θα δούμε τι θα κάνουμε”.

Ε, και τον φιλο­ξέ­νησα μερικές μέρες, διάβασε και όλη τη βιβλιο­θήκη μου και γενικά νομίζω ότι πέρασε και όμορφα μέχρι να γυρίσει στο σπίτι του. Αυτό ήταν όλο. Να ‘ναι καλά.

Το “Αν ήσουν άγγελος” εχει μία από τις χαρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρες εισα­γω­γές, ένα όργανο που δεν το έχουμε συνη­θί­σει.

Έχει αυτά τα περου­βιά­νικα… Κοίταξε, είχα έναν μουσικό φοβερό στο σχήμα μου, τον Αλε­χά­ντρο Ντίαζ, ο οποίος έπαιζε και στους Apurimac. Εκείνη την εποχή συμ­με­τεί­χαμε μαζί σε ένα σχήμα, μαζί και με άλλους καλ­λι­τέ­χνες, και παίζαμε κάπου στην Ηλιού­πολη.

Προτού εμφα­νι­στώ στη σκηνή, είχαν ήδη παίξει τα παιδιά, οπότε όταν έβγαινα εγώ, ένιωθα σαν να άκουγα ακόμα τον δικό τους ήχο στο τρα­γούδι. Ταί­ριαζε πάρα πολύ ως ηχό­χρωμα. Και έτσι τους κάλεσα στο στού­ντιο και ήρθαν και έπαιξαν, γιατί ακόμα δεν το είχα εκδώσει το τρα­γούδι. Αυτό το όργανο λέγεται “οι αυλοί του Πανός”.

Τους χρη­σι­μο­ποι­ή­σατε ξανά; Είναι και σε άλλα τρα­γού­δια που έχετε αυτόν τον ήχο.

Τον Αλε­χά­ντρο Ντίαζ τον είχα για χρόνια στο σχήμα μου και έπαιζε μάλιστα το καχόν (είναι αυτό το κρουστό που χτυπάς με τα χέρια), το οποίο όχι μόνο το βγάλαμε εμείς πρώτοι στην Ελλάδα, αλλά το φτιά­ξαμε και μόνοι μας.

Στην αρχή είχαμε βγάλει ένα συρτάρι, ήταν σαν ένα υπο­τυ­πώ­δες κρουστό, και μετά πήγαμε σε μαραγκό και φτιά­ξαμε ένα, δεν υπήρχαν στην Ελλάδα, ούτε μπο­ρού­σαμε να το φέρουμε απ’ τη Χιλή. Γύρω στο ‘92 αυτό.

Δεν ζητή­σατε από τον πατέρα σας να το φτιάξει; Ξυλουρ­γός δεν ήταν;

Ήταν καλ­λι­τε­χνική ψυχή, είχε ωραία φωνή, ήταν πολύ έξυπνος και φιλο­σο­φη­μέ­νος άνθρω­πος, και έφτια­χνε πραγ­μα­τικά κατα­πλη­κτικά έπιπλα. Στο πατρικό μου σπίτι στο χωριό, τα έπιπλα τα έχει φτιάξει εκείνος και έχουν τέτοια λεπτο­μέ­ρεια και τέτοια ομορφιά, που ανα­ρω­τιέ­μαι πώς τα έφτιαξε όλα τότε, χωρίς να έχει σπου­δαία μηχα­νή­ματα, σχεδόν μόνο με τα χέρια.

Αυτές οι τέχνες είναι αξιο­θαύ­μα­στες. Χαί­ρο­μαι πάρα πολύ τους ανθρώ­πους που δημιουρ­γούν με τα χέρια τους.

Εσείς;

Κάτι πιάνουν και μένα τα χέρια μου, κάνω κάτι ψιλο­κα­τα­σκευές… Δεν ξέρω, βέβαια, να φτιάξω έπιπλα αλλά κάνω κάτι μικρές πατέ­ντες για να ομορ­φύνω τον χώρο μου.

Υπάρχει κάποιο άλλο τρα­γούδι με αληθινή ιστορία που δεν το ξέρουμε;

Το “Για τον Δημήτρη”. Ήταν ένας συμ­μα­θη­τής μου στο σχολείο, στο γυμνά­σιο Ζωγρά­φου, ο Δημή­τρης Βου­ζί­κας. Ήταν ένα εξαι­ρε­τικό παιδί, σπου­δαίο ταλέντο και έπαιζε κατα­πλη­κτική κιθάρα. Μάλιστα κάποιες φορές, επειδή εγώ τότε τρα­γου­δούσα Beatles, μου έλεγε “έλα να μου παίξεις” γιατί του άρεσε που εγώ τρα­γου­δούσα κιόλας -αυτός δεν τρα­γου­δούσε.

Μάλιστα θυμάμαι ότι επειδή τότε ακόμα μάθαινα και δεν τα έπαιζα πλήρως τα κομ­μά­τια, καμιά φορά μπορεί να έβαζα κανά δια­φο­ρε­τικό ακόρντο, και μου έλεγε “εδώ δεν είναι ντο πχ, είναι λα μινόρε”. Μιλού­σαμε δηλαδή γύρω απ’ τη μουσική, εκεί θέλω να κατα­λήξω.

Από ό, τι είχα κατα­λά­βει είχε κάποια θέματα απ’ το γυμνά­σιο. Αυτός ο στίχος που λέει “μ’ ένα μπου­κάλι ούζο για πρωινό”, βγήκε επειδή εκείνος κάτι έπινε μέσα στην τάξη στα κλεφτά.

Μετά πέρασα στο πανε­πι­στή­μιο, τον έχασα, αλλά τον είχα δει κανά δυο φορές στα Εξάρ­χεια, και ήταν σε δύσκολη κατά­σταση. Είχα στε­να­χω­ρη­θεί πάρα πολύ που είδα αυτό το παιδί με τέτοιο ταλέντο να έχει κολ­λή­σει με τις ουσίες.

Και αργό­τερα όταν έγραφα τα τρα­γού­δια, ένας φίλος είδε στην εφη­με­ρίδα ότι έφυγε και ήρθε και μου το είπε. Σοκα­ρί­στηκα τόσο πολύ.

Ήταν ένα πολύ καλό παιδί που έφυγε τόσο γρήγορα και χωρίς λόγο. Φαί­νε­ται όμως ότι οι ευαί­σθη­τοι άνθρω­ποι μπορεί να την πατή­σουν πιο εύκολα με αυτά.

Βλέπω ότι φέτος είναι 30 χρόνια από το “Κάτι να γυα­λί­ζει”. Το λέω γιατί πολλές φορές όταν είναι κάποια τέτοια επέ­τειος, πολλοί κάνουν επε­τεια­κές συναυ­λίες. (Μήπως έβαλα ιδέες τώρα;)

Ναι; Δεν το ‘ξερα (σ.σ. γελάει). Εγώ έκανα μια επε­τειακή συναυ­λία στα 25 χρόνια, κάτι σαν γενέ­θλια και ήταν πολύ όμορφα. Και χάρηκα γιατί όλους όσους κάλεσα δεν χρειά­στηκε να τους πάρω δεύτερη φορά. Μου έκανε εντύ­πωση με πόση χαρά δέχτη­καν όλοι αυτοί οι συνερ­γά­τες και φίλοι να έρθουν. Και τους ευχα­ρι­στώ.

Είχατε μια ατυχία όμως εκείνη τη μέρα, γιατί τότε ήταν που ψηφί­στηκε το Μεσο­πρό­θε­σμο.

Ήταν η πιο δύσκολη μέρα της δεκα­ε­τίας και ευτυχώς που δεν έγιναν κατα­στά­σεις που δεν θα μπο­ρού­σαμε να τις ελέγ­ξουμε.

Το λάηβ είχε κανο­νι­στεί από πιο πριν, δεν ξέραμε από τότε τι θα γινόταν εκείνη τη μέρα στην Αθήνα. Δηλαδή εμείς δεν ήμασταν με τον κόσμο που είχε το πρό­βλημα; Εμείς τι ήμασταν δηλαδή; Απέ­να­ντι;

Καμιά φορά κάτι μπορεί να παρε­ξη­γη­θεί χωρίς να υπάρχει λόγος. Και ήταν μια δυσκο­λία που ευτυχώς ξεπε­ρά­στηκε.

Θυμάστε που ανέβηκε ο Μηλιώ­κας και κρα­τούσε την κόρη σας; Πολύ ωραία στιγμή.

Ναι. Δεν ξέρω όμως αν το θυμάται εκείνη. Ήτανε μικρούλι τότε.

Και ο Μαχαι­ρί­τσας εκείνο το βράδυ είπε ότι είστε ο καλύ­τε­ρος άνθρω­πος του χώρου.

Ε, ντάξει (σ.σ. δείχνει μεγάλη αμη­χα­νία) χαί­ρο­μαι για αυτά. Δεν νομίζω ότι είμαι ο καλύ­τε­ρος άνθρω­πος του χώρου. Απλά είμαι πολύ αυθόρ­μη­τος και δεν έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου… Δεν ξέρω δηλαδή αν όντως έχω κατα­φέ­ρει κάτι (σ.σ. συνε­χί­ζει το ίδιο αμήχανα). Χαί­ρο­μαι να λένε όμορφα λόγια για μένα αλλά απ’ την άλλη αισθά­νο­μαι και άσχημα.

Ήσασταν φίλοι δηλαδή με τον Μαχαι­ρί­τσα;

Με τον Λαυ­ρέ­ντη βρε­θή­καμε το 2006, τότε ήταν σ’ αυτό το σχήμα “25 χρόνια το δικό μας ροκ”, όπου ήταν ο Πλιά­τσι­κας, ο Τσακνής και ο ίδιος και είχαν καλε­σμέ­νους. Και είχα πάει εγώ με τον Νίκο Ζιώγαλα, ήμασταν οι πρώτοι καλε­σμέ­νοι τους.

Έτσι έγινε η γνω­ρι­μία και μετά μου πρό­τεινε να πάμε μαζί το καλο­καίρι περιο­δεία. Έχω να θυμάμαι πολύ όμορφες συναυ­λίες, πολύ όμορφες βραδιές μετά τα λάηβ που πηγαί­ναμε να φάμε, να πιούμε τα κρασιά μας και τον ευχα­ρι­στώ. Κάναμε απί­στευτα γέλια. Λυπού­μα­στε που έφυγε νωρίς αλλά είναι σαν να είναι εδώ.

Τον Κόκοτα πώς προ­έ­κυψε και τον καλέ­σατε στην Τεχνό­πολη;

Είναι η άλλη πλευρά που έπρεπε να την τιμή­σουμε και αυτή. Πιτσι­ρι­κάς αυτά τα τρα­γού­δια τα λάτρευα -τα άκουγε ο πατέρας μου. Είναι το παρελ­θόν μας, το οποίο είναι από την άλλη όχθη, είναι το λαϊκό τρα­γούδι, και δεν ήθελα να είμαστε μόνο τρα­γου­δο­ποιοί.

Και τον ευχα­ρι­στώ πολύ που δέχτηκε και ήρθε και έκανε ένα πολύ ωραίο φινάλε. Ο κόσμος από κάτω παρα­λη­ρούσε.

Βγάλατε έναν δίσκο το 2014, αλλά μόνο σε ψηφιακή μορφή.

Είχα αρχίσει τότε να γράφω τα κομ­μά­τια αλλά για διά­φο­ρους προ­σω­πι­κούς λόγους δεν τον είχα τελειώ­σει τον δίσκο. Πέτυχα έναν φίλο τότε, τον Μιχάλη Σκαράκη, που είχε ένα στού­ντιο και μου είπε “σε παρα­καλώ, μην το αφήσεις, να έρθεις να το τελειώ­σουμε”. Καλή του ώρα.

Με έπεισε και τελειώ­σαμε τα τρα­γού­δια εκεί, αλλά δεν κατά­φερα να βρω μια εται­ρεία να τα εκδώσω κι έτσι τα έβγαλα μόνο ψηφιακά.

Και εντάξει, δεν είχαν τύχη τα τρα­γού­δια, αλλά πες ότι τελεί­ωσε μία δουλειά ακόμα.

Πάντως τα “Ρόδα” θα μπο­ρού­σαν να έχουν καλύ­τερη τύχη.

Έτσι νομίζω κι εγώ, αλλά κακά τα ψέματα. Αν δεν παί­ζο­νται απ’ το ραδιό­φωνο δεν μπορεί να γίνει κάτι. Αν δεν μπουν σε playlist -να στο πω έτσι κυνικώς- πώς θα το μάθει ο άλλος; Τα τρα­γού­δια από το ραδιό­φωνο κυρίως γίνο­νται.

Τώρα πια όμως γίνο­νται και απ’ το ίντερ­νετ.

Ναι, είναι άλλη εποχή τώρα. Δεν ξέρω, μπορεί να είναι και η τύχη των τρα­γου­διών δια­φο­ρε­τική κάθε φορά, μπορεί να έβγαζα τώρα τη “Φανή” και να μη γινόταν τίποτα ας πούμε, ενώ τότε που βγήκε, την αγάπησε ο κόσμος. Τώρα έβγαλα τα “Ρόδα”, μπορεί να μην έγινε τώρα κάτι, μπορεί όμως αν τα έβγαζα πριν δέκα χρόνια να γινόταν. Δεν τα ξέρουμε αυτά.

Γιατί αυτό το τρα­γούδι το αφιε­ρώ­σατε στον Χατζι­δάκι;

Είναι μεγάλος δάσκα­λος κι ο Χατζι­δά­κις. Πιθανόν να έπρεπε να αφιε­ρώσω ένα και στον κύριο Σαβ­βό­πουλο -για τους Beatles έχω κάνει ένα που λέγεται “Απ’ το Λίβερ­πουλ”.

Αγαπώ τον Χατζι­δάκι ιδιαί­τερα και για προ­σω­πι­κούς λογούς, γιατί όταν μετα­κο­μί­σαμε από τη Ρόδο στο Γουδί και ακού­γαμε πιτσι­ρι­κά­δες ραδιό­φωνο, αυτό που με συνέδεε εμένα με τον τόπο μου και με έκανε να παρη­γο­ριέ­μαι ήταν οι μελω­δίες του Χατζι­δάκι γιατί είχαν μια γλυκιά μελαγ­χο­λία.

Και απ’ την άλλη, όταν άκουγα αυτό το “Αθηηήνα” (σ.σ. τρα­γου­δάει) -αυτό το τρα­γούδι τότε παι­ζό­ταν κατά κόρον- μού γλύ­καινε την ψυχή γιατί στε­να­χω­ριό­μουν που γύριζα καλο­καίρι στην Αθήνα. Αυτό το τρα­γούδι, λοιπόν, με έκανε να αγαπάω την Αθήνα γιατί κάποιος άνθρω­πος που τον ένιωθα δικό μου το είχε δημιουρ­γή­σει.

Και να σου πω και στην κυριο­λε­ξία πώς “βγήκε” χάρη στον Μάνο Χατζι­δάκι… Ήμουν στη Ρόδο πριν λίγα χρόνια, μέσα στο αυτο­κί­νητο και περί­μενα το καράβι για να με φέρει στην Αθήνα. Ήταν μετά το τελευ­ταίο πανη­γύρι του καλο­και­ριού και ξέρεις, πάντα είχα αυτήν τη στε­να­χώ­ρια που έφευγα απ’ το νησί μόλις τελεί­ωνε το καλο­καίρι.

Και όπως ήμουν στο αυτο­κί­νητο άκουγα μια μελωδία που ερχόταν απ’ το πανη­γύρι, από μακριά, και που για κάποιο λόγο μου θύμιζε Χατζι­δάκι. Και θυμή­θηκα όλο αυτό που με ένωνε με την Αθήνα μέσω του Χατζι­δάκι.

Γι’ αυτό λέει “κι όταν φεύγω απ’ τη γιορτή (εννοώ το πανη­γύρι), μία ωραία μουσική στου χρόνου το κενό, σαν του Μάνου τον σκοπό, να φέρνει απ’ τα παλιά, φεγγάρι αλαρ­γινό”.

Πηγή news247.gr

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.