Ρεπορτάζ

Αγωγή κατά βοηθού λογιστή μετά από εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο σε ξενοδοχειακή εταιρεία

• Το δικόγραφο περιγράφει καταμετρήσεις εισπράξεων, καταθέσεις σε τράπεζες, μικρό ταμείο με αποκλειστική πρόσβαση, αναφορά σε ομολογία σε τραπεζικό κατάστημα, μερικές καταβολές 37.700,00 ευρώ και αίτημα επιστροφής εγγράφων

Υπόθεση που έχει οδηγηθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου αφορά στη διαχείριση εισπράξεων και μετρητών σε ξενοδοχειακό όμιλο και την καταγγελλόμενη δημιουργία ελλείμματος, το οποίο, σύμφωνα με την αγωγή, προέκυψε σταδιακά μέσα από καθημερινές διαδικασίες καταμέτρησης και τραπεζικών καταθέσεων.
Τρεις ανώνυμες εταιρείες του ίδιου επιχειρηματικού ξενοδοχειακού σχήματος στρέφονται κατά πρώην εργαζόμενου, διεκδικώντας συνολικά 39.198,18 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, και επιπλέον ζητούν την επιστροφή συγκεκριμένων εγγράφων που, όπως υποστηρίζουν, δεν τους έχουν αποδοθεί.
Η εργασιακή σχέση και η θέση ευθύνης στη ροή των εισπράξεων
Ο εναγόμενος προσλήφθηκε στις 04.10.2021 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με ειδικότητα βοηθού λογιστή. Περιγράφεται ότι οι εταιρείες δραστηριοποιούνται στον χώρο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και ότι ο εναγόμενος εντάχθηκε στο λογιστήριο του ομίλου με καθημερινή εμπλοκή σε διαδικασίες που αφορούσαν μετρητά και εισπράξεις.
Η αγωγή αποδίδει στον εναγόμενο συμμετοχή στην καθημερινή καταμέτρηση μετρητών που προέρχονταν από τα σημεία υποδοχής, μαζί με κλητήρα του ομίλου, με σύνταξη εσωτερικού εντύπου καταμέτρησης και υπογραφές των δύο. Ακολούθως, όπως αναφέρεται, τα χρήματα μεταφέρονταν στις συνεργαζόμενες τράπεζες για κατάθεση και τα τραπεζικά παραστατικά επέστρεφαν στο λογιστήριο.
Παράλληλα, στο ιστορικό γίνεται ειδική μνεία σε μικρό εγχρήματο ταμείο για την κάλυψη μικροεξόδων, με αναφερόμενο ανώτατο ύψος έως 1.500,00 ευρώ. Τα μετρητά, σύμφωνα με το δικόγραφο, φυλάσσονταν σε mini safe και η πρόσβαση σε αυτό αποδίδεται ως αποκλειστική στον εναγόμενο.
Το χρονικό της καταγγελίας και ο τρόπος που περιγράφεται η απόκλιση
Το επίμαχο διάστημα, όπως καταγράφεται, τοποθετείται από το 2023 έως και τον Οκτώβριο 2024. Η αγωγή υποστηρίζει ότι, ενώ μετά τις καταμετρήσεις των εισπράξεων έπρεπε να κατατεθούν συγκεκριμένα ποσά, τελικά παραδίδονταν προς κατάθεση μικρότερα ποσά. Ως αιτιολογία που αποδίδεται στον εναγόμενο προβάλλεται ότι υπήρχαν αυξημένες ανάγκες άμεσων πληρωμών και ότι το ταμείο δεν επαρκούσε.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε περιόδους απουσίας του κλητήρα, κατά τις οποίες, σύμφωνα με το δικόγραφο, ο εναγόμενος παραλάμβανε μόνος του μετρητά από τα σημεία υποδοχής και μετέβαινε στην τράπεζα για κατάθεση, χωρίς να προσκομίζει στη συνέχεια τα παραστατικά. Στην αγωγή αποδίδεται στον εναγόμενο η εξήγηση ότι υπήρχε μεγάλος όγκος κερμάτων και ότι η διαδικασία πίστωσης θα ολοκληρωνόταν αργότερα.
Η αναζήτηση επιβεβαίωσης από την τράπεζα και η έγγραφη αναφορά ποσού
Στις 01.10.2024, όπως αναφέρεται, οι εταιρείες ζήτησαν να διασταυρωθεί με την τράπεζα το ύψος ποσού που παρουσιαζόταν ως εκκρεμές προς κατάθεση. Στο δικόγραφο αναφέρεται ότι ο εναγόμενος απάντησε εγγράφως πως το ποσό που δήθεν κρατούσε η τράπεζα ανερχόταν σε 52.903,08 ευρώ.
Υποστηρίζεται πως την 11.10.2024, εντός του διαστήματος 16:00 έως 17:00 ο εναγόμενος ομολόγησε σε τραπεζικό κατάστημα ότι δεν κατέθεσε τα επίμαχα χρηματικά ποσά αλλά τα παρακράτησε για ίδιο όφελος, παρουσία διευθυντικού στελέχους τράπεζας, υπαλλήλου τράπεζας και στελεχών του ομίλου.
Την ίδια ημέρα, σύμφωνα με την αγωγή, εστάλη email προς τις εταιρείες με σχέδιο επιστροφής χρημάτων. Στο μήνυμα γίνεται αναφορά σε άμεση κατάθεση 5.000 ευρώ και σε περαιτέρω καταβολές 55.000 ευρώ στις 15.10.2024 και 22.000 ευρώ στις 18.10.2024.
Από τις 14.10.2024 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος τέθηκε σε αναγκαστική άδεια και δεν του επιτράπηκε η είσοδος στο λογιστήριο, ενώ έγιναν ενημερώσεις στα σημεία υποδοχής και στις συνεργαζόμενες τράπεζες.
Στις 23.10.2024, κατά το δικόγραφο, ανοίχθηκε παρουσία υπαλλήλων του λογιστηρίου το mini safe που συνδέεται με το μικρό ταμείο. Μετά από καταμέτρηση, αναφέρεται ότι βρέθηκαν μετρητά συνολικής αξίας 395,83 ευρώ.
Στις 24.10.2024, γίνεται αναφορά σε πρώτο έλεγχο από εξωτερική συνεργαζόμενη λογίστρια, με αρχικό προσδιορισμό ελλείμματος 76.498,18 ευρώ, εκ των οποίων 69.183,18 ευρώ αποδίδονται στη μία εταιρεία και 7.315,00 ευρώ στην άλλη. Σημειώνεται ότι ο τελικός λογιστικός έλεγχος ολοκληρώθηκε στις 14.11.2025, καθώς, σύμφωνα με το δικόγραφο, απαιτήθηκε έλεγχος εκατοντάδων συναλλαγών.
Στις 11.11.2024 υπεγράφη οικειοθελής αποχώρηση από την εργασία. Στη συνέχεια, στις 27.11.2024 επιστράφηκαν σε εξωτερικό συνεργάτη ορισμένα έγγραφα. Ωστόσο, το δικόγραφο υποστηρίζει ότι συγκεκριμένα έγγραφα που χαρακτηρίζονται κρίσιμα για τη λειτουργία των εταιρειών δεν επιστράφηκαν, παρά το ότι είχαν παραληφθεί, κατά την αγωγή, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2024 για υπηρεσιακούς λόγους, και ότι παραμένουν έως σήμερα σε παρακράτηση.
Τα έγγραφα σχετίζονται με διαδικασία υπαγωγής ξενοδοχειακής μονάδας στον Αναπτυξιακό Νόμο 4399/2016, στο πλαίσιο συνεργασίας με σύμβουλο επιχειρήσεων.
Οι μερικές καταβολές 37.700,00 ευρώ και η τελική διαμόρφωση του ποσού
Από 22.10.2024 έως 03.02.2025 πραγματοποιήθηκαν καταβολές συνολικού ύψους 37.700,00 ευρώ μέσω καταθέσεων μετρητών στον λογαριασμό όψεως της εταιρείας στην Εθνική Τράπεζα και ενός εμβάσματος, με αιτιολογία «Ταμειακές». Οι εταιρείες ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει τα ποσά των 31.883,18 ευρώ και 7.315,00 ευρώ, με νόμιμους τόκους, καθώς και να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη. Από το συνολικό περιεχόμενο προκύπτει ότι η διαφορά δεν περιορίζεται μόνο στη χρηματική αξίωση, αλλά συνδέεται και με την απαίτηση επιστροφής εγγράφων που οι ενάγουσες εταιρείες θεωρούν απαραίτητα για τη λειτουργία τους και για διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Στράτος Καρίκης.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου