Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κυμάνθηκε η απασχόληση στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη το 2018, η ανεργία υποχώρησε σε επίπεδα προ παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, ενώ η αύξηση των εισοδημάτων οδήγησε σε υποχώρηση της φτώχειας.

Η κατάσταση βελτιώθηκε και στην Ελλάδα, ωστόσο η μακροχρόνια κρίση και τα τρία μνημόνια επιδείνωσαν σημαντικά την κοινωνική κατάσταση, με αποτέλεσμα η χώρα μας να είναι μακριά από τον κοινοτικό στόχο για την απασχόληση και να κατέχει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη στην ανεργία και τη φτώχεια.

Τα παραπάνω συμπεράσματα προκύπτουν. από την ετήσια ανασκόπηση με τίτλο: «Εξέλιξη της απασχόλησης και των κοινωνικών υποθέσεων στην Ευρώπη για το έτος 2019», που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Μακροπρόθεσμες τάσεις
Η φετινή έκθεση υπό το πρίσμα των παγκόσμιων μακροπρόθεσμων τάσεων, όπως η γήρανση, η παγκοσμιοποίηση, ο τεχνολογικός μετασχηματισμός και η κλιματική αλλαγή, είναι αφιερωμένη στο θέμα της βιωσιμότητας. Η έκθεση δείχνει ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η διατήρηση της ανάπτυξης συμβαδίζουν.

Η ανασκόπηση δείχνει ότι η ανάκαμψη έχει εδραιωθεί στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το ποσοστό απασχόλησης στην Ε.Ε. είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ, καθώς εργάζονται 240,7 εκατομμύρια Ευρωπαίοι, γεγονός που σημαίνει ότι οι θέσεις εργασίας έχουν αυξηθεί κατά 13,4 εκατομμύρια από την αρχή της θητείας της Επιτροπής Γιούνκερ τον Νοέμβριο του του 2014, ενώ η ανεργία στην Ευρώπη κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Αναφορικά με την Ελλάδα, το 2018 η απασχόληση επί του συνόλου του πληθυσμού ηλικίας 20-64 ετών κυμάνθηκε στο 59,5% από 57,8% το 2017, ωστόσο η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ε.Ε. 15 ποσοστιαίες μονάδες από την επίτευξη του κοινοτικού στόχου για απασχόληση 75%. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών έχει ήδη πιάσει τον στόχο του 2020 ή βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτόν.

Τεράστια η απόσταση
Στην ανεργία η απόσταση της χώρας μας από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι επίσης τεράστια. Το 2018 το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα ήταν 19,3% του ενεργού πληθυσμού και στην Ευρωζώνη 8,2%. Στην ανεργία των νέων, η χώρα απέχει από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης 23 ποσοστιαίες μονάδες. Στο τέλος του περασμένου έτους κυμάνθηκε στο 39,9% από 43,6% το 2017. Στην Ευρωζώνη ήταν 16,9%. Στη μακροχρόνια ανεργία, που θεωρείται προπομπός της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, η χώρα μας είχε μακράν τη χειρότερη επίδοση όχι μόνο στην Ευρωζώνη αλλά και στο σύνολο της Ε.Ε. Το 2018 το 70,3% των ανέργων ήταν μακροχρόνιοι (πάνω από 12 μήνες), ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη ήταν 46,3%.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2017 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για Ελλάδα) περίπου 3,7 εκατομμύρια άτομα πληρούσαν ένα από τρία κοινοτικά κριτήρια που προσδιορίζουν τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό. Σε ποσοστό του συνολικού πληθυσμού κυμάνθηκε στο 34,8%, μακράν η χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη και η δεύτερη χειρότερη στην Ε.Ε. μετά τη Ρουμανία. Το 2017, το ποσοστό των ατόμων που πληρούσε ένα από τα κριτήρια της φτώχειας στην Ελλάδα μειώθηκε λιγότερο από μία ποσοστιαία μονάδα (0,8%) έναντι μείωσης 2,3 ποσοστιαίων μονάδων στην Κύπρο, 1,8 στην Πορτογαλία και στην Ιρλανδία και 1,3 στην Ισπανία. Δηλαδή η βελτίωση ήταν πολύ μεγαλύτερη στις άλλες πρώην μνημονιακές χώρες.

Τρία κριτήρια της Eurostat
Η Eurostat προσδιορίζει τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό με βάση τρία κριτήρια: το εισόδημα, τη στέρηση στοιχειωδών μέσων διαβίωσης και τα νοικοκυριά που πλήττονται από την ανεργία. Η Ελλάδα, η Ισπανία, η Λιθουανία και η Λετονία είχαν και τους περισσότερους φτωχούς μετά την παρέμβαση του κράτους, δηλαδή τις κοινωνικές παροχές. Στο σύνολο της Ε.Ε., το ποσοστό των Ευρωπαίων που πληρούσε ένα από κριτήρια που προσδιορίζουν τη φτώχεια κυμάνθηκε το 2017 στο 22,5% και σε απόλυτο αριθμό έφτασαν τα 112,9 εκατομμύρια άτομα, τέσσερα εκατομμύρια λιγότερα σε σχέση με το 2016.

Αναφορικά με τις γενικές διαπιστώσεις, στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι η μετάβαση σε μια οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα θα αυξήσει τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων εργασίας και θα έχει αντίκτυπο στη διάρθρωση της αγοράς εργασίας, στην κατανομή των θέσεων εργασίας και στις απαιτούμενες δεξιότητες. Έως το 2030, η μετάβαση αναμένεται να δημιουργήσει ακόμα 1,2 εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας στην Ε.Ε., επιπλέον των 12 εκατομμυρίων που αναμένονται ήδη. Η μετάβαση θα μπορούσε να μετριάσει τη συνεχιζόμενη πόλωση των θέσεων εργασίας που οφείλεται στην αυτοματοποίηση και την ψηφιοποίηση, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και στο μέσο της ψαλίδας μισθών και δεξιοτήτων, ιδίως στον τομέα των κατασκευών και της μεταποίησης.

Διαφορετική η μετάβαση
Ωστόσο, οι επιπτώσεις της μετάβασης θα διαφέρουν μεταξύ χωρών και τομέων. Επομένως, οι χώρες πρέπει να προετοιμαστούν για τη μετάβαση αυτή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι σε επαγγέλματα, τομείς και περιφέρειες που εξακολουθούν να συνδέονται με μοντέλα υψηλών εκπομπών άνθρακα δεν θα αγνοηθούν. Η εξαρχής ενσωμάτωση της κοινωνικής διάστασης, για παράδειγμα με μέτρα που παρέχουν εισοδηματική στήριξη κατά τη διάρκεια της μετάβασης ή συνδυάζουν υψηλότερη φορολόγηση της ενέργειας και αναδιανομή, είναι καίριας σημασίας.

Γενικότερα, η ανασκόπηση δείχνει ότι για να εξακολουθήσει η οικονομική ανάπτυξη, η Ε.Ε. θα πρέπει να επενδύσει στις δεξιότητες των ανθρώπων και στην καινοτομία. Οι επιχειρήσεις της Ε.Ε. με τις καλύτερες επιδόσεις είναι εκείνες που επενδύουν περισσότερο στην κατάρτιση των εργαζομένων και τις υψηλής ποιότητας συνθήκες εργασίας.

Επένδυση σε δεξιότητες
Σύμφωνα με την αρμόδια επίτροπο για την απασχόληση και τις κοινωνικές υποθέσεις, Μαριάν Τίσεν, το ιστορικό υψηλό ποσοστό απασχόλησης, το χαμηλό της ανεργίας και η συνέχιση της μείωσης της φτώχειας δείχνουν ότι η ανάκαμψη στην Ευρώπη έχει εδραιωθεί. Πρόκειται, όπως είπε, για μια καλή αφετηρία ώστε να ενισχυθούν τα αποτελέσματα για τους πολίτες με βάση τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων. «Μπορούμε να βελτιώσουμε το βιοτικό επίπεδο όλων των πολιτών, υπό την προϋπόθεση ότι η Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη, από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους, θα επενδύσουν σε νέες και καλύτερες δεξιότητες, καλύτερα επαγγελματικά προσόντα και κοινωνικές υπηρεσίες», κατέληξε η Βελγίδα επίτροπος.

Στα 21,78 ευρώ το ημερομίσθιο μαθητευόμενων σπουδαστών
Στα 21,78 ευρώ ημερησίως ανέρχεται το ποσοστό αποζημίωσης των μαθητευόμενων του «Προγράμματος Μαθητείας Ι.Ε.Κ.» από την 1η  Φεβρουαρίου του 2019, σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο του ΕΦΚΑ, η οποία καθορίζει το ποσοστό της αποζημίωσης στο εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) επί του νόμιμου, νομοθετημένου, κατώτατου ορίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη.

Επιδότηση από το ΥΠΠΕΘ
Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, το ποσό της επιδότησης από το ΥΠΠΕΘ ορίζεται στα 16,54 ευρώ για κάθε ημέρα του «Προγράμματος Μαθητείας στον χώρο εργασίας» ή όπως αυτό εφεξής θα διαμορφώνεται από το αρμόδιο υπουργείο. Επιπλέον, οι εισφορές στον ΕΦΚΑ και τους λοιπούς οργανισμούς, για λογαριασμό των οποίων ο ΕΦΚΑ συνεισπράττει τις εισφορές τόσο του εργοδότη όσο και του μαθητευόμενου, υπολογίζονται στο ήμισυ των πραγματικών αποδοχών και καταβάλλονται μέσα στις κατά νόμο προθεσμίες.

Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το ποσό υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών ορίζεται σε 10,89 ευρώ ημερησίως.

Ποσοστό αποζημίωσης
Υπενθυμίζεται ότι πριν την 1/2/2019, δηλαδή πριν την αύξηση των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων, το ποσοστό αποζημίωσης των μαθητευόμενων στο συγκεκριμένο πρόγραμμα είχε οριστεί ημερησίως στο εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) επί του νόμιμου, νομοθετημένου, κατώτατου ορίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, ήτοι 17,12 ευρώ για τους μαθητευόμενους κάτω των 25 ετών και 19,64 ευρώ για τους μαθητευόμενους άνω των 25 ετών.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ