Μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης πραγματικότητας των κόκκινων δανείων, της τιτλοποίησης και της αναγκαστικής εκτέλεσης, εκεί όπου η τυπική διαδικασία συναντά το ουσιαστικό δικαίωμα άμυνας απασχόλησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Με απόφασή του το δικαστήριο έκανε δεκτή ανακοπή και προχώρησε σε ακύρωση τόσο της επιταγής προς πληρωμή όσο και της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής έγγραφη απόδειξη της απαίτησης όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στα έγγραφα του φακέλου της διαταγής πληρωμής.
Στο επίκεντρο βρέθηκε κατάσχεση επί ακινήτου στη Ρόδο, σε τμήμα οικοπέδου έκτασης 824,50 τμ με τριώροφη οικοδομή (ξενοδοχείο).
Η εκτέλεση στηρίχθηκε σε διαταγή πληρωμής η οποία είχε εκδοθεί από δικαστικό σχηματισμό στην Αθήνα.
Η δικαστική κρίση κινήθηκε σε μια φαινομενικά τεχνική, αλλά στην πράξη καθοριστική γραμμή: στην έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτείται η απαίτηση και το ποσό να αποδεικνύονται πλήρως με τα έγγραφα που κατατίθενται μαζί με την αίτηση.
Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι από τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί τότε, δεν προέκυπτε η αναγκαία συνέχεια της κίνησης των λογαριασμών και άρα δεν τεκμηριωνόταν επαρκώς το ακριβές ύψος της οφειλής που επιδικάστηκε.
Κρίσιμο στοιχείο της δικογραφίας ήταν συμφωνία όρων εξόφλησης οφειλής της 15.11.2021, με χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους. Σε αυτήν αποτυπωνόταν συνολικό ποσό οφειλής 62.247,59 ευρώ και μάλιστα με διαχωρισμό για λόγους λογιστικής παρακολούθησης σε 2 μέρη.
Στη συνέχεια, για τη διαταγή πληρωμής είχαν χρησιμοποιηθεί εκτυπώσεις εμπορικών βιβλίων με 2 λογαριασμούς, οι οποίοι έκλεισαν στις 20.09.2022 με χρεωστικά υπόλοιπα 53.648,45 ευρώ και 11.337,04 ευρώ, οδηγώντας σε επιδικασθέν ποσό 64.985,49 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Όμως το Δικαστήριο στάθηκε στο εξής κομβικό σημείο: ενώ ο πρώτος λογαριασμός εμφανιζόταν να ξεκινά στις 15.11.2021 με αρχική εγγραφή 52.995,23 ευρώ, στον δεύτερο λογαριασμό η αρχική εγγραφή της ίδιας ημερομηνίας εμφανιζόταν ως 11.337,04 ευρώ και όχι ως 9.252,36 ευρώ.
Αυτό το χάσμα, όπως αποτυπώθηκε στο σκεπτικό, δεν θεωρήθηκε απλή αριθμητική απόκλιση, αλλά ένδειξη ότι έλειπε κρίκος από την αλυσίδα τεκμηρίωσης. Με άλλα λόγια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα έπρεπε να έχει προσκομιστεί και η κίνηση του λογαριασμού από τον οποίο προέκυψε η αρχική εγγραφή του δεύτερου λογαριασμού, ώστε να φαίνεται εγγράφως η συνέχεια και να μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα των χρεώσεων και το ακριβές ύψος της απαίτησης.
Χωρίς αυτό, ο οφειλέτης, κατά το σκεπτικό, δεν μπορούσε να ελέγξει ούτε τη νομιμότητα των χρεώσεων ούτε να υπολογίσει το ύψος τους, ώστε να προβάλλει με πληρότητα ουσιαστικές ενστάσεις μείωσης της απαίτησης.
Η υπόθεση έχει ενδιαφέρον και επειδή το δικαστικό υλικό περιγράφει μια διαδρομή απαίτησης που περνά από μεταβίβαση, τιτλοποίηση και διαχείριση. Η απαίτηση εμφανίζεται να έχει εκχωρηθεί και μεταβιβαστεί σε εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα στο Δουβλίνο, ενώ η διαχείριση είχε ανατεθεί σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων αδειοδοτημένη από την Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο του θεσμικού μοντέλου που έχει διαμορφωθεί στην ελληνική αγορά.
Την υπόθεση χειρίστηκαν οι δικηγόροι κκ. Μηνάς Τσέρκης και Στεφανία Κουλούμπρη της δικηγορικής εταιρείας Μηνάς Τσέρκης και Συνεργάτες.













