Αρθρο του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου στα Νέα:

Πρόσφατα εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου για το δομημένο ομόλογο. Αναρωτήθηκα και εγώ πότε είχε τελεστεί η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη: το 2006 ή το 2007; Αν λοιπόν ακόμα και οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν ξεχάσει τον χρόνο τέλεσης, τότε ευλόγως θα αναρωτηθούν πολλοί για την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.
Συναντάμε και διαβάζουμε συχνά άρθρα που συναρτούν την οικονομική ανάπτυξη και με την ταχύτητα έκδοσης μιας δικαστικής απόφασης. Ας θυμηθούμε τις αλλεπάλληλες καταδίκες της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης και ας αναλογιστούμε τα σχετικά συνταρακτικά στοιχεία που παραθέτουν οι Μητσόπουλος – Πελαγίδης στο βιβλίο τους «Κατανοώντας την κρίση στην Ελλάδα» (σελ. 122-195) ως προς τον χρόνο έκδοσης μιας οριστικής απόφασης ή όσα αναφέρει ο Αρ. Δοξιάδης στο βιβλίο του «Το αόρατο ρήγμα». Φαίνεται ότι οι ελληνικοί τρόποι επιτάχυνσης που έχουν κατά κόρον εφαρμοστεί δεν είναι αποτελεσματικοί (διότι η «ανακούφιση» που επέρχεται από την παραγραφή εκκρεμών υποθέσεων – συχνή φόρμουλα αποσυμφόρησης – είναι βραχυχρόνια) και κυρίως διότι προσβάλλουν βάναυσα το κράτος δικαίου και την ασφάλεια δικαίου και απορώ πώς ακόμα από εμάς ή το ΕΔΔΑ γίνονται ανεκτά τέτοια νομοθετήματα. Επομένως, άλλος πρέπει να είναι ο τρόπος προσέγγισης και πρέπει να αφορά όλους τους παράγοντες που συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης. Ενδεικτικά:
1 Οι δικαστικοί λειτουργοί, μας αρέσει ή όχι, πρέπει να εργαστούμε περισσότερο και κυρίως αποτελεσματικότερα κατά την εκδίκαση των υποθέσεων. Τα πινάκια με τις προσδιορισμένες υποθέσεις θα πρέπει να εξαντλούνται, ακόμα κι αν χρειαστεί μια δεύτερη συνεδρίαση ή μια τρίτη, οι δε πολιτικές αποφάσεις να δημοσιεύονται ταχύτερα· όταν όμως αυτό δεν λαμβάνει χώρα, τότε οι πειθαρχικές κυρώσεις από τα αρμόδια όργανα να είναι γρήγορες και αποτελεσματικές.
2 Είναι ενδεχόμενο να λείπουν αίθουσες δικαστηρίων αλλά είναι άμεση ανάγκη – ας κοστίσει αν δεν γίνεται διαφορετικά – να δημιουργηθούν, χθες αν είναι δυνατόν ή έστω σήμερα. Είναι επίσης ενδεχόμενο οι δικαστικοί γραμματείς να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στον φόρτο εργασίας ή να εγείρουν οικονομικές απαιτήσεις για υπερωριακή απασχόληση. Το ελληνικό κράτος οφείλει να βρει τους πόρους για την κάλυψη του κόστους ακόμα και να προβεί στην αύξηση προσωπικού. Ή, και για τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, να καθιερωθεί πριμ παραγωγικότητας (το οποίο ίσως μας εκθέτει λιγότερο στα μάτια του υπόλοιπου πληθυσμού από τις – πανταχόθεν βαλλόμενες, ίσως όχι αδίκως – αποφάσεις του Μισθοδικείου).
3 Οι δικηγόροι οχυρώνονται πίσω από τις αποφάσεις της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων για τις αποκλειστικά δύο ημέρες συνεδρίασης των ποινικών δικαστηρίων. Θα πρέπει όμως κάποια στιγμή να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και τα στενά επαγγελματικά συμφέροντα: οι αναβολές δεν είναι δικαίωμα του διάδικου ή κατηγορουμένου (με όλες τις καταχρήσεις στην εφαρμογή τους) περισσότερο από ό,τι το δικαίωμα του πολίτη να εκδικαστεί η υπόθεσή του. Βασική τομή στο σύστημα πρέπει να αποτελέσει η παντελής κατάργηση των αναβολών. Αν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα (π.χ. συνέχιση άλλου δικαστηρίου που έχει προσδιοριστεί προγενέστερα) τότε θα πρέπει να γίνει διακοπή της εκδίκασης για μεταγενέστερη ημερομηνία εντός 15ημέρου από την ίδια σύνθεση, διότι απεδείχθη πως τα εφαρμοσθέντα συστήματα για αναβολή σε άλλη δικάσιμο με τον ίδιο πρόεδρο αγνοούν το ζήτημα των μεταθέσεων και σε κάθε περίπτωση ατονούν ύστερα από ελάχιστους μήνες, άρα παραβιάζεται η απαγόρευση και επιστρέφουμε στο τόσο γνωστό στην πράξη φαινόμενο της επιλογής σύνθεσης δικαστηρίου.
4 Βασική παράμετρος για να λειτουργήσει κάποιο σύστημα είναι η επιβολή κυρώσεων στον κακοπροαίρετο διάδικο. Ανατρέχοντας πάλι στους Μητσόπουλο – Πελαγίδη μπορούμε να δούμε τα συγκριτικά στοιχεία από άλλες χώρες και της ΕΕ που καταδεικνύουν ότι μικρό ποσοστό των υποθέσεων με οριστική απόφαση συνεχίζονται σε εφετεία. Η κύρωση θα πρέπει να εστιαστεί στην επιβολή δικαστικών εξόδων πραγματικά αποτρεπτικών, όχι συμψηφισμούς της δικαστικής δαπάνης, ούτε τα γελοία σημερινά ποσά που δεν αποτρέπουν κανέναν από το να διαιωνίσει μια αντιδικία. Ας μην παραβλέπουμε επίσης το πόσο μπορεί να συνετίσει – αποτρέψει η γνώση ότι αν κάποιος αρνηθεί τον συμβιβασμό (ή για τα ποινικά δικαστήρια την παραδοχή τέλεσης της πράξης, με παράλληλη ικανοποίηση του παθόντος με την επιβολή χαμηλότερης ποινής) η όποια απόφαση θα είναι κεραυνός αλλά όχι εν αιθρία.
Αυτοί που θέλουν να επιταχύνουν τις δικαστικές διαδικασίες τόλμησαν ρηξικέλευθες λύσεις. Αυτοί που δεν τολμούν να τις προτείνουν ή να τις αποδεχτούν, οχυρωμένοι πίσω από έναν λαϊκισμό εκφερόμενο με ανέξοδες ρητορείες «περί προστασίας του κοσμάκη που εμποδίζεται να προσφύγει στα δικαστήρια» ταλαιπωρούνται από τριτοκοσμικές καθυστερήσεις, καταφεύγουν σε παραγραφές (ή αλλιώς αμνηστίες) και τελικά χάνουν το παιχνίδι. Μας αρέσει αυτό για να συνεχιστεί;
Θέλω να πιστεύω ότι δεν μας ικανοποιεί και ότι σύντομα θα ληφθούν τα απαραίτητα ριζικά μέτρα. Βεβαίως το ομολογώ ότι είμαι αισιόδοξος, άλλωστε, όπως λέγεται, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. (Αν και ορισμένοι προσθέτουν: όμως, πεθαίνει.)

Ο Γιώργος Κτιστάκης είναι αντεισαγγελέας Εφετών

Ένα σχόλιο στο Γιώργος Κτιστάκης: Η ευθύνη κράτους και νομικού κόσμου για την αναποτελεσματικότητα των δικαστηρίων

  1. Avatar Ο/Η DimZig λέει:

    Άρθρο γραμμένο εκτός τόπου και χρόνου.Κατά τον κ. Κτιστάκι, γιά το χάλι της δικαιοσύνης φταίνε οι δικαστές και εισαγγελείς (πλην αυτού), οι δικηγόροι, οι γραμματείς. Δεν φταίει ποτέ ο νομοθέτης. Όσο γιά την απόφαση του Μισθοδικείου, αν του επιδικασθεί κάτι, να μην πάρει τα λεφτά, ας τα χαρίσει σε φιλανθρωπικό ίδρυμα.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ