ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κάτω από τη βάση το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα

news room 1 λεπτό ανάγνωση
πληθυσμός

Η από­στα­ση από την Ευ­ρώ­πη, παρά την ανά­καμ­ψη – Πώς δια­μορ­φώ­νε­ται η αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη μέσα από τη σχέση μι­σθών και τιμών

Η ανά­καμ­ψη μετά την απο­κα­τά­στα­ση της στα­θε­ρό­τη­τας στην ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία την τε­λευ­ταία 4ετία συμ­βά­δι­σε με την επι­δεί­νω­ση του διε­θνούς πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Ως απο­τέ­λε­σμα, η ενί­σχυ­ση των ει­σο­δη­μά­των μέσα από την ανά­πτυ­ξη και τη συ­γκρα­τη­μέ­νη μεί­ω­ση των φόρων προ­σκρού­ει στην εκτό­ξευ­ση του κό­στους δια­βί­ω­σης, μετά την παν­δη­μία και την ει­σβο­λή της Ρω­σί­ας στην Ου­κρα­νία. Συ­ντη­ρεί έτσι νωπές τις δο­μι­κές συ­νέ­πειες της πο­λυ­ε­τούς οι­κο­νο­μι­κής κα­θή­λω­σης.

Την πε­ρί­ο­δο 2019-2022 στην Ελ­λά­δα ο αριθ­μός των ερ­γα­ζο­μέ­νων αυ­ξή­θη­κε κατά 13% και οι μέσες μη­νιαί­ες απο­δο­χές ενι­σχύ­θη­καν κατά 12,4% («Eργάνη»). Ωστό­σο, οι θε­τι­κές αυτές εξε­λί­ξεις που ση­μα­το­δο­τούν το οι­κο­νο­μι­κό rebound σαν ελα­τή­ριο μετά την κρίση έρ­χο­νται να το­πο­θε­τη­θούν πάνω σε χα­μη­λή βάση. Το 2021, ο μέσος ετή­σιος προ­σαρ­μο­σμέ­νος μι­σθός πλή­ρους απα­σχό­λη­σης στην Ελ­λά­δα ανήλ­θε σε 15.879 ευρώ, ένα­ντι 33.500 ευρώ στην Ευ­ρώ­πη. Ως εκ τού­του, με βάση το ύψος των απο­δο­χών, η χώρα μας κα­τα­τάσ­σε­ται 22η ανά­με­σα στις 26 χώρες της Ε.Ε. (Eurostat).

Ομως δεν είναι μόνο οι μι­σθοί. Το επί­πε­δο δια­βί­ω­σης σε μια χώρα με­τριέ­ται και συ­γκρί­νε­ται με βάση το κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ σε ισο­τι­μί­ες αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης του ει­σο­δή­μα­τος. Λαμ­βά­νε­ται έτσι υπόψη το κό­στος της δια­βί­ω­σης. Εξη­γώ­ντας και τη μα­ζι­κή έξοδο κα­ταρ­τι­σμέ­νων νέων επαγ­γελ­μα­τιών τα χρό­νια που προη­γή­θη­καν, το επί­πε­δο δια­βί­ω­σης στην Ελ­λά­δα κα­τέ­γρα­ψε σαφή πτώση την προη­γού­με­νη δε­κα­ε­τία, εξαι­τί­ας της κρί­σης. Κατά συ­νέ­πεια, η χώρα μας το 2021 βρι­σκό­ταν ορια­κά κάτω από την Κρο­α­τία και τη Σλο­βα­κία ή ορια­κά πάνω από την Τουρ­κία και τη Βουλ­γα­ρία σε όρους επι­πέ­δου δια­βί­ω­σης – κα­τα­τάσ­σε­ται 32η ανά­με­σα σε 40 χώρες (Eurostat).

Οι πλη­θω­ρι­στι­κές πιέ­σεις με όχημα την ενερ­γεια­κή κρίση αλλά και η αλ­μα­τώ­δης αύ­ξη­ση των τιμών στα ακί­νη­τα με οδηγό τον του­ρι­σμό και την ξένη ζή­τη­ση, της τάξης του 40%-50% την τε­λευ­ταία 4ετία, ενι­σχύ­ουν τα κόστη σε σχέση με τα ει­σο­δή­μα­τα. Είναι εν­δει­κτι­κό το γε­γο­νός ότι το κό­στος στέ­γα­σης μαζί με τη θέρ­μαν­ση στην Ελ­λά­δα αντι­προ­σω­πεύ­ει το 27% της δα­πά­νης των μι­σθω­τών που κερ­δί­ζουν μέχρι 750 ευρώ τον μήνα, ένα υψηλό πο­σο­στό το οποίο μειώ­νε­ται όσο αυ­ξά­νε­ται το ει­σό­δη­μα (ΕΛ­ΣΤΑΤ).

Στην Ελ­λά­δα υπο­λο­γί­ζε­ται ότι 4 στα 10 νοι­κο­κυ­ριά δα­πα­νούν το 40% του ει­σο­δή­μα­τος για τα ανα­γκαία προς το ζην, πο­σο­στό που δια­μορ­φώ­νε­ται σαφώς πάνω από τον ευ­ρω­παϊ­κό μέσο όρο. Με την αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη στην Ε.Ε. να έχει ση­μειώ­σει αύ­ξη­ση 1,9% σε σύ­γκρι­ση με τα προη­γού­με­να χρό­νια, η Ελ­λά­δα πα­ρα­μέ­νει 22η στην ευ­ρω­παϊ­κή κα­τά­τα­ξη – το μέσο ποσό για κα­τα­να­λω­τι­κές δα­πά­νες αγ­γί­ζει τις 9.433 ευρώ ετη­σί­ως ή 786 ευρώ μη­νιαί­ως (EURES).

Μέσα σε αυτό το πε­ρι­βάλ­λον, είναι μάλ­λον θε­τι­κό το γε­γο­νός ότι το 63% των Ελ­λή­νων κα­τοι­κεί σε ιδιό­κτη­το σπίτι. Μόλις το 10% δια­μέ­νει σε κα­τοι­κία για την οποία έχει λάβει ενυ­πό­θη­κο στε­γα­στι­κό δά­νειο και το 21,5% κα­τα­βάλ­λει ενοί­κιο για στέ­γα­ση (ΟΟΣΑ). Επι­πλέ­ον, στον επί­ση­μο τομέα δεν συ­νυ­πο­λο­γί­ζε­ται το ύψος της πα­ρα­οι­κο­νο­μί­ας, η οποία σύμ­φω­να με εκτι­μή­σεις που έχουν δια­τυ­πω­θεί κατά και­ρούς δη­μιουρ­γεί «μα­ξι­λά­ρι» που συ­νο­λι­κά αγ­γί­ζει έως και τα 40 δισ. ευρώ.

Μπρο­στά στο υψηλό κό­στος δια­βί­ω­σης, οι ερ­γα­ζό­με­νοι διεκ­δι­κούν μι­σθο­λο­γι­κές αυ­ξή­σεις. Από την πλευ­ρά τους, οι επι­χει­ρή­σεις ζη­τούν γεν­ναία μεί­ω­ση του μη μι­σθο­λο­γι­κού κό­στους από το κρά­τος, ώστε και η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα να μη χαθεί και τα ει­σο­δή­μα­τα να αυ­ξη­θούν. Μέχρι στιγ­μής, η κυ­βέρ­νη­ση έχει προ­α­ναγ­γεί­λει πε­ραι­τέ­ρω μεί­ω­ση των ασφα­λι­στι­κών ει­σφο­ρών ενό­ψει της νέας τε­τρα­ε­τί­ας –έχουν μειω­θεί κατά 4,4 πο­σο­στιαί­ες μο­νά­δες– όπως και νέα αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού προ­κει­μέ­νου να δια­μορ­φω­θεί από 713 σε έως και 780 ευρώ. Επι­πλέ­ον, ανα­σχε­διά­ζε­ται το νέο μι­σθο­λό­γιο των δη­μο­σί­ων υπαλ­λή­λων, για τους οποί­ους εξάλ­λου προ­ω­θεί­ται η κα­τάρ­γη­ση της ει­σφο­ράς αλ­λη­λεγ­γύ­ης. Συγ­χρό­νως, υλο­ποιού­νται μι­κρές αυ­ξή­σεις στις απο­δο­χές 2,5 εκατ. συ­ντα­ξιού­χων.

«Η αύ­ξη­ση των κα­τώ­τε­ρων μι­σθών θα τρο­φο­δο­τή­σει ανα­πό­φευ­κτα τον πλη­θω­ρι­σμό. Αν ο πλη­θω­ρι­σμός ήταν πρό­σκαι­ρος, η πο­λι­τι­κή των επι­δο­μά­των θα ήταν η εν­δε­δειγ­μέ­νη, καθώς θα προ­στά­τευε τους πιο ευά­λω­τους και θα απέ­τρε­πε μι­σθο­λο­γι­κές αυ­ξή­σεις που θα τρο­φο­δο­τού­σαν το σπι­ράλ τιμών -μι­σθών. Ωστό­σο, μετά από σχε­δόν 2 χρό­νια πλη­θω­ρι­στι­κών πιέ­σε­ων, είναι ανα­πό­φευ­κτη η αύ­ξη­ση των μι­σθών, για την προ­στα­σία του επι­πέ­δου ζωής. Ιδίως αν λάβει κα­νείς υπόψη τη ση­μα­ντι­κή του υπο­χώ­ρη­ση τα χρό­νια που προη­γή­θη­καν. Ει­δάλ­λως, θα υπάρ­ξει πε­ραι­τέ­ρω επι­δεί­νω­ση στο βιο­τι­κό επί­πε­δο και ση­μα­ντι­κή ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος σε βάρος των ασθε­νέ­στε­ρων, με ό,τι αυτό συ­νε­πά­γε­ται», το­νί­ζει στην «Κ» ο οι­κο­νο­μο­λό­γος Αρι­στο­μέ­νης Βα­ρου­δά­κης, πρώην κα­θη­γη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Στρα­σβούρ­γου και ανώ­τε­ρο στέ­λε­χος σε Πα­γκό­σμια Τρά­πε­ζα και ΟΟΣΑ.

Πίσω από το υψηλό κό­στος δια­βί­ω­σης

Πέρα από τις όποιες στρε­βλώ­σεις στη λει­τουρ­γία της εσω­τε­ρι­κής αγο­ράς, βα­σι­κή πηγή της ακρί­βειας στην Ελ­λά­δα είναι η δο­μι­κή υψηλή φο­ρο­λο­γία που συ­ντή­ρη­σε σε υψηλά επί­πε­δα τις τιμές ακόμη και την πε­ρί­ο­δο που οι απο­δο­χές μειώ­νο­νταν. Υπ’ αυτήν την έν­νοια, προ­κρί­νο­νται ως βα­σι­κά συ­στα­τι­κά μιας ανα­βάθ­μι­σης της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης αφε­νός η επέ­κτα­ση διαρ­θρω­τι­κών με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων στις αγο­ρές προ­ϊ­ό­ντων, υπη­ρε­σιών και δι­κτύ­ων, αφε­τέ­ρου η μεί­ω­ση του μη μι­σθο­λο­γι­κού κό­στους με πα­ράλ­λη­λη ανα­μόρ­φω­ση δα­πα­νών και φόρων. Και φυ­σι­κά, στο τέλος της ημέ­ρας, η ενί­σχυ­ση του κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ μέσω της πε­ραι­τέ­ρω σύ­γκλι­σης με τον ευ­ρω­παϊ­κό μέσο όρο στον τομέα της προ­σέλ­κυ­σης επεν­δύ­σε­ων.

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά: η οι­κο­νο­μία ανα­κάμ­πτει έπει­τα από πο­λυ­ε­τή ύφεση και στα­σι­μό­τη­τα, τα δη­μό­σια οι­κο­νο­μι­κά έχουν τεθεί υπό σχε­τι­κό έλεγ­χο παρά τις πιέ­σεις από τις δια­δο­χι­κές κρί­σεις και η χώρα έχει μπει στο παι­χνί­δι της διεκ­δί­κη­σης ξένων κε­φα­λαί­ων. Ωστό­σο, η συ­γκυ­ρία είναι ατυ­χής εξαι­τί­ας του πλη­θω­ρι­στι­κού κύ­μα­τος, οι φόροι και οι ει­σφο­ρές πα­ρα­μέ­νουν υψη­λοί παρά τις ελα­φρύν­σεις των τε­λευ­ταί­ων ετών και η δη­μιουρ­γία νέων δυ­να­μι­κών επι­χει­ρή­σε­ων με κα­λο­πλη­ρω­μέ­νες θέ­σεις ερ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει το με­γά­λο ζη­τού­με­νο παρά τη μεί­ω­ση της ανερ­γί­ας.

Οι αριθ­μοί

Στην Ελ­λά­δα υπο­λο­γί­ζε­ται ότι 4 στα 10 νοι­κο­κυ­ριά δα­πα­νούν το 40% του ει­σο­δή­μα­τος για τα ανα­γκαία προς το ζην, πο­σο­στό που δια­μορ­φώ­νε­ται σαφώς πάνω από τον ευ­ρω­παϊ­κό μέσο όρο. Με την αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη στην Ε.Ε. να έχει ση­μειώ­σει αύ­ξη­ση 1,9% σε σύ­γκρι­ση με τα προη­γού­με­να χρό­νια, η Ελ­λά­δα πα­ρα­μέ­νει 22η στην ευ­ρω­παϊ­κή κα­τά­τα­ξη – το μέσο ποσό για κα­τα­να­λω­τι­κές δα­πά­νες αγ­γί­ζει τα 9.433 ευρώ ετη­σί­ως ή 786 ευρώ μη­νιαί­ως (EURES).

– Βα­σι­κά έξοδα (ηλε­κτρι­σμός, θέρ­μαν­ση, ύδρευ­ση, δη­μο­τι­κά τέλη) για δια­μέ­ρι­σμα 85 τε­τρα­γω­νι­κών πε­ρί­που 170,00 €/μήνα

– Χρέ­ω­ση ανά λεπτό προ­πλη­ρω­μέ­νης κι­νη­τής τη­λε­φω­νί­ας πε­ρί­που 0,41 €

– Μη­νιαία Σύν­δε­ση internet 25,00 – 30,00 €

– Ει­σι­τή­ριο αστι­κών συ­γκοι­νω­νιών Αθή­νας 1,20 €

– Έναρ­ξη κούρ­σας ταξί 3,50 € και ανά χι­λιό­με­τρο 1,00 €

– Αμό­λυ­βδη βεν­ζί­νη πε­ρί­που 2,50 €/λίτρο

– Πα­κέ­το ει­σα­γό­με­νων τσι­γά­ρων πε­ρί­που 4,60 €

– Νερό 500ml από πε­ρί­πτε­ρο 0,50 €

– Γάλα από σου­περ­μάρ­κετ ανά λίτρο πε­ρί­που 1,20 €

– Κρασί από σου­περ­μάρ­κετ 750ml πε­ρί­που 6,00 €

– Ψωμί μισό κιλό 1,00 €

– Γεύμα σε εστια­τό­ριο ανά άτομο από 10,00 €

– Κα­που­τσί­νο από 2,50 €

– Το­πι­κή μπίρα 500ml από 4,00 €

– Ένα ποτό σε μπαρ από 6,00 €

– Ένα χοτ-ντογκ από 0,90 €

– Ένα σου­βλά­κι από 2,50 €

Πηγή αριθ­μών: Ευ­ρω­παϊ­κή Επι­τρο­πή

Πηγή kathimerini.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.