Τη μείωση του αριθμού των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία κατά 5,7% τη διετία 2010-2011 και στροφή πολλών νοικοκυριών στα δημόσια σχολεία, καταγράφει μεγάλη έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που θα παρουσιαστεί την Παρασκευή σε συνέδριο, το οποίο διοργανώνει ο Σύνδεσμος των ιδιοκτητών ιδιωτικών σχολείων.

Πρόκειται για το πρώτο συνέδριο για την εκπαίδευση στην Ελλάδα (ιδιωτική και δημόσια) που οργανώνεται από τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών ιδιωτικών σχολείων, οι οποίοι ζήτησαν σε σημερινή συνέντευξη Τύπου να ξεκινήσει ευρύς διάλογος στον εκπαιδευτικό χώρο με την συμμετοχή ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και στόχο την βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως είπε ο πρόεδρος του Συνδέσμου ιδιοκτητών δημόσιων σχολείων Χαρ. Κυραϊλίδης, αλλά και το μέλος του Γ. Λιναρδάτος, στόχος είναι να θέσουν τα ιδιωτικά σχολεία την τεχνογνωσία τους στην Πολιτεία, ώστε να βελτιωθεί γενικά το εκπαιδευτικο αποτέλεσμα και να στηριχθούν οι έννοιες της αξιολόγησης και της ανταγωνιστικότητας. Επίσης, ζήτησαν να αυτονομηθούν οι δημόσιες και ιδιωτικές σχολικές μονάδες, ώστε να έχουν την δυνατότητα να πάρουν πρωτοβουλίες σχετικά με το διδακτικό τους πρόγραμμα και γενικά την λειτουργία τους. «Το σχολείο ασφυκτιά και τελικά χάνει τους μαθητές του» δήλωσε ο κ. Λιναρδάτος. «Αν δεν αλλάξει το δημόσιο εκπαιδευτικό μας σύστημα, θα συνεχίσει να παράγει δημοσίους υπαλλήλους που δεν θα μπορούν και να απορροηφηθούν πλέον από τον δημόσιο τομέα» υποστήριξε ο διευθύνων σύμβουλος της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης Φοίβος Κόσκος.

Όπως αναφέρεται στα ευρήματα της έρευνας, που θα παρουσιαστεί:

– Στα ιδιωτικά δημοτικά σχολεία καταγράφεται έντονη πτώση του αριθμού των μαθητών, όταν η αντίστοιχη μεταβολή για τα δημόσια δημοτικά σχολεία είναι μόλις -0,5%. Στο γυμνάσιο, η πτώση που καταγράφεται στον αριθμό των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία μέσα σε ένα έτος είναι ακόμη υψηλότερη το 2011 (-9,5%), όταν στα δημόσια γυμνάσια η αντίστοιχη μείωση ήταν σημαντικά χαμηλότερη (-4,7%). Στα ιδιωτικά λύκεια η πτώση στον αριθμό των μαθητών είναι εμφανής μετά το 2006, η οποία σωρευτικά φτάνει το 26,4%, έναντι της οριακής μόνο μείωσης στα δημόσια λύκεια (0,3%). Από την άλλη όμως πλευρά, αξιοσημείωτη είναι η άνοδος του αριθμού των μαθητών που φοιτούν σε ιδιωτικά νηπιαγωγεία από το 2006 και μετά, η οποία όμως σταθεροποιείται την τριετία 2009-2011.

– Αυτό που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι αφενός η διάσταση στην κατανομή των νοικοκυριών ανά εισοδηματική κατηγορία μεταξύ 2004-2008 και αφετέρου η πτωτική τάση που παρουσιάζεται στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια την περίοδο 2009-2011. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των νοικοκυριών με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα άνω των 2.800 ευρώ έφθανε το 35% το 2008, με το 22% των νοικοκυριών το ίδιο έτος να έχει συνολικό μηνιαίο εισόδημα άνω των 3.500 ευρώ. Το αντίστοιχο ποσοστό νοικοκυριών με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα άνω των 2.800 ευρώ το 2011 είχε συρρικνωθεί στο 20,9%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό με μηνιαίο συνολικό εισόδημα άνω των 3.500 ευρώ είχε μειωθεί σχεδόν κατά το ήμισυ, φθάνοντας στο 11,8%. Αντίστοιχα, η χαμηλότερη οικογενειακή εισοδηματική κατηγορία (μέχρι 750 ευρώ μηνιαίως), η οποία αντιστοιχούσε στο 5% το 2008, υπερ-τετραπλασιάστηκε στο 21% το 2010, φθάνοντας στο 16% το 2011.

– Στα πιο χαμηλόμισθα νοικοκυριά, το συντριπτικό ποσοστό δαπανών για ιδιωτική εκπαίδευση κατευθύνεται στα φροντιστήρια, στις ξένες γλώσσες κ.λπ., κατόπιν στην προσχολική εκπαίδευση (νήπιο και προνήπιο) και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (ΑΕΙ, Μεταπτυχιακές Σπουδές, Διδακτορικές Σπουδές, κ.λπ.), με το ποσοστό των δαπανών που κατευθύνεται προς την πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση να είναι εξαιρετικά χαμηλό ή ακόμη κα μηδενικό.

– Το 2008 και το 2009 για παράδειγμα, το ποσοστό της ιδιωτικής δαπάνης για Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από τα νοικοκυριά με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα μέχρι 1.800 ευρώ ήταν σχεδόν μηδενικό, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τις λοιπές ιδιωτικές δαπάνες πλησίαζε κατά μέσο όρο το 90% των δαπανών για ιδιωτική εκπαίδευση σε αυτές τις εισοδηματικές κατηγορίες. Αντίθετα, πάνω από το 31% (κατά μέσο όρο) της ιδιωτικής δαπάνης στα νοικοκυριά με συνολικό μηνιαίο εισόδημα άνω των 3.500 ευρώ κατευθύνθηκε στην ιδιωτική Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση το 2009 και το 2010, αντίστοιχα, μειούμενο όμως το 2011 στο 24% περίπου. Τα νοικοκυριά με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα άνω των 3.500 ευρώ ξόδεψαν αναλογικώς σημαντικά λιγότερα χρήματα στις λοιπές ιδιωτικές δαπάνες καθόλη την εξεταζόμενη περίοδο (65,6% το 2008 και 52,5% το 2009, 52,7% το 2010 και 59,7% το 2011) σε σχέση με τις υπόλοιπες εισοδηματικές κατηγορίες, εκ των οποίων όλες κατηύθυναν το 70%-90% των δαπανών τους για ιδιωτική εκπαίδευση στις λοιπές ιδιωτικές δαπάνες.

– Συμπυκνώνοντας τις εισοδηματικές κατηγορίες σε χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια (μηνιαίο συνολικό εισόδημα κάτω από ¤1.450), μεσαία (μηνιαίο συνολικό εισόδημα μεταξύ ¤1.451-2.800) και υψηλά (με μηνιαίο συνολικό πάνω από ¤2.800), προκύπτει ότι για το σύνολο της ιδιωτικής δαπάνης η εισοδηματική διαστρωμάτωση έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 2008 έως το 2011. Συγκεκριμένα, το 2008, σχεδόν το 69% του συνόλου της δαπάνης για ιδιωτική εκπαίδευση προερχόταν από τα υψηλόμισθα νοικοκυριά, το 27% από τα μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια και μόλις το 4% από τα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια. Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά το 2010, αφού περιορίζεται στο 43% το ποσοστό της συνολικής δαπάνης για ιδιωτική εκπαίδευση από τα υψηλόμισθα νοικοκυριά και αυξάνεται στο 30% το αντίστοιχο που προέρχεται από τα χαμηλόμισθα νοικοκυριά.

– Σημειώνεται ότι στην Ελλάδα, παρά την άνοδο στη δημόσια δαπάνη για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση την περίοδο 2002-2009, η κατάταξη σε όρους επιδόσεων στο διεθνές σύστημα PISA του ΟΟΣΑ, επιδεινώθηκε στα Μαθηματικά (από 27η θέση το 2003 στην 30η θέση το 2009) και τις Φυσικές Επιστήμες (από 24η θέση το 2003 στην 30η θέση το 2009) και βελτιώθηκε στην Κατανόηση Κειμένου (από 25η θέση το 2003 στην 22η θέση το 2009).

– Για το κόστος ανά μαθητή στην Προσχολική και Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σχεδόν διπλασιάστηκε (+95,1%) την υπό εξέταση περίοδο από τα 1.929 ευρώ το 2002 στα 3.763 ευρώ το 2011. Το συντριπτικό ποσοστό της παραπάνω δαπάνης, τόσο σε κάθε επίπεδο εκπαίδευσης χωριστά όσο και στο σύνολο της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι δημόσια. Υπερδιπλασιασμός του κόστους ανά μαθητή παρουσιάζεται και στο κόστος ανά μαθητή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, από τα 2.387 ευρώ το 2002 στα 5.009 ευρώ το 2011. Το κόστος ανά μαθητή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι κατά μέσο όρο την περίοδο 2002-2011 υψηλότερο κατά 31,2% σε σχέση με το αντίστοιχο κόστος στην Προσχολική και Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, αν και ο αριθμός των μαθητών στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι κατά μέσο όρο μικρότερος κατά 70 χιλιάδες σε σχέση με τον αριθμό των μαθητών στην Προσχολική και την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Επιπλέον, και στις δύο περιπτώσεις, μετά το 2009 οι αντίστοιχες δαπάνες παρουσιάζουν μείωση, με την δαπάνη ανά μαθητή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση να παρουσιάζει μία μικρή αύξηση τη διετία 2010-2011 (κατά 31 ευρώ ανά μαθητή). Συνολικά, το κόστος ανά μαθητή για το σύνολο της Προσχολικής, της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης την ίδια περίοδο υπερδιπλασιάζεται, ανερχόμενο από τα 2.154 ευρώ το 2002 στα 4.350 ευρώ το 2011.

– Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πάνω από τις μισές χώρες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των παιδιών που πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία ξεπερνά το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στις Γερμανία, Φιλανδία, Τσεχία, Εσθονία, Σλοβενία, Πολωνία, Βουλγαρία, Κροατία το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 95% (Γερμανία) ως 98% (Πολωνία, Βουλγαρία, Κροατία), ενώ στις Ρουμανία και Ρωσία ανέρχεται σχεδόν στο 100% (99,5% και 99,9%, αντίστοιχα). Αντίθετα, κατά μέσο όρο πάνω από 6 στους 10 μαθητές παρακολουθούν μαθήματα σε ιδιωτικά σχολεία σε χώρες όπως το Βέλγιο (69%), η Ολλανδία (66%) και η Ιρλανδία (61%). Στην Ελλάδα, αντίστοιχα, το ποσοστό των μαθητών το οποίο πηγαίνει σε δημόσια σχολεία είναι κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σχέση με το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και ανέρχεται σε 95%. Συγκρίνοντας τα ποσοστά της Ελλάδας με τα ποσοστά των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης-27, και πάλι τα αντίστοιχα ποσοστά είναι μεγαλύτερα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ανέρχεται σε 85% για τους μαθητές που πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία και σε 15% για τους μαθητές που πηγαίνουν σε ιδιωτικά σχολεία

– Σχετικά με το ύψος των δαπανών που κατευθύνονται στην εκπαίδευση, τόσο την ιδιωτική όσο και τη δημόσια στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Για την περίοδο 2000-2010, η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ για την παροχή τόσο δημόσιας όσο και ιδιωτικής εκπαίδευσης, είναι η Κύπρος με ένα μέσο ποσοστό που κυμαίνεται στο 7,5%. Αντίθετα, το χαμηλότερο ποσοστό παρουσιάζεται στο Λουξεμβούργο και τη Ρουμανία, όπου δεν ξεπερνά το 3,5%

Σε σχέση με τον μέσο όρο δαπανών για εκπαίδευση στην Ε.Ε.-27 που ανέρχεται στο 5,4% ως ποσοστό του Α.Ε.Π., οι χώρες που ξεπερνούν αρκετά το μέσο όρο επενδύοντας αναλογικά με τις υπόλοιπες υψηλότερα ποσά ως ποσοστό του Α.Ε.Π. είναι η Δανία (7,2%), η Σουηδία (6,4%) και ακολουθούν το Βέλγιο και η Γαλλία με ίδιο ποσοστό (6,1%) και οριακά χαμηλότερα η Φιλανδία (6%). Σημειώνεται ότι το αντίστοιχο ποσοστό για τις Η.Π.Α.-χώρα με σημαντική εκπαιδευτική παράδοση σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης την ίδια περίοδο ανέρχεται στο 7,3%. Αντίθετα, στην Βουλγαρία (4,3%), την Κροατία (4,3%), την Σλοβακία (4,3%) και την Τσεχία (4,4%), το ποσοστό δαπανών για την εκπαίδευση, κυμαίνεται σε επίπεδα κάτω του μέσου όρου της Ε.Ε.-27.

Η Ελλάδα, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία που υπάρχουν και καλύπτουν την περίοδο 2000-2005, δαπανούσε κατά μέσο όρο το 3,8% του ΑΕΠ της για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, το οποίο ήταν το τρίτο μικρότερο ποσοστό στην Ε.Ε.-27 τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο μπροστά από τη Ρουμανία (3,4%) και το Λουξεμβούργο (3,7%).

– Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δημόσια και ιδιωτική, το μέσο ετήσιο κόστος ανά μαθητή το 2010 διαμορφώθηκε στα 5.793 ευρώ. Στην κατηγορία των χωρών που δαπανούν υψηλά ποσά ανά μαθητή (ανώτερα του μέσου όρου της Ε.Ε.-27), το 2010 εντάσσονται το Ηνωμένο Βασίλειο (7.372 ευω), η Σουηδία (7.692 ευρω), η Αυστρία (7.868 ευρω), η Δανία (8.422 ευρω) και η Κύπρος (8.604 ευρω), ενώ η χώρα με τη μεγαλύτερη δαπάνη ανά μαθητή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης το 2010 ήταν το Λουξεμβούργο (16.360 ευρω). Αντίθετα, στις χώρες με τη χαμηλότερη ετήσια δαπάνη ανά μαθητή το 2010 συγκαταλέγονται η Ρουμανία (1.686 ευρω), Βουλγαρία (2.015 ευρω), η Τσεχία (3.173 ευρω), η Κροατία (3.285 ευρω), η Λιθουανία (3.446 ευρω) και η Λετονία (3.589 ευρω). Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα κόστη κυμαίνονταν για την κατά κεφαλήν δημόσια και ιδιωτική προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση πλησίον των 3.900 ευρω το 2010, κάτω δηλαδή του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

– Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δημόσια και ιδιωτική το μέσο ετήσιο κόστος ανά μαθητή το 2010 διαμορφώθηκε στα 6.989 ευρω. Σε σχέση με τις χώρες που δαπανούν υψηλά ποσά ανά μαθητή (ανώτερα του μέσου όρου της Ε.Ε.-27), το ίδιο έτος η εικόνα δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά σε σχέση με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αφού σε αυτές συγκαταλέγονται το Βέλγιο (8.476 ευρω), η Δανία (9.048 ευρω), η Ολλανδία (9.117 ευρω), και η Αυστρία (9.373 ευρω), ενώ όπως και στην περίπτωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι υψηλότερες ετήσιες δαπάνες ανά μαθητή παρουσιάζονται στα εκπαιδευτικά συστήματα της Κύπρου (10.646 ευρω) και του Λουξεμβούργου (13.318 ευρω). Στην Ρουμανία (1.671 ευρω), Βουλγαρία (2.252 ευρω), Λιθουανία (3.243 ευρω), Λετονία (3.393 ευρω), Κροατία (3.486 ευρω), Σλοβακία (3.702 ευρω) και Πολωνία (3.852 ευρω).

– Στην δαπάνη ανά μαθητή μόνο για τη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Ε.Ε. το 2010 και πάλι η εικόνα δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά καθώς η χώρα με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλή δαπάνη είναι το Λουξεμβούργο (16.896 ευρω) και ακολουθούν η Δανία (8.980 ευρω), η Κύπρος (8.884 ευρω), το Βέλγιο (7.776 ευρω) και η Σουηδία (7.718 ευρω), με τον αντίστοιχο μέσο όρο στην Ε.Ε.-27 να είναι 5.777 ευρω. Οι χαμηλότερες δαπάνες παρουσιάζονται και πάλι σε Λετονία (3.576 ευρω), Λιθουανία (3.438 ευρω), Κροατία (3.290 ευρω), Τσεχία (3.156 ευρω), Βουλγαρία (2.014 ευρω) και Ρουμανία (1.683 ευρω). Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα κόστη, είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι κυμαίνονταν για την δημόσια μόνο προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση στις 3.811 ευρω το 2010 (από 4.227 ευρω το 2009), κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

– Σε ό,τι αφορά τη μέση ετήσια δαπάνη ανά μαθητή στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ε.Ε ανήλθε το 2010 στα 6.701 ευρω. Η εικόνα είναι και πάλι παρόμοια σε ό,τι αφορά τις χώρες που δαπανούν πάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε.-27, αφού η χώρα με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλή δαπάνη είναι και πάλι το Λουξεμβούργο (14.118 ευρω). Στη συνέχεια ακολουθούν η Κύπρος (11.385 ευρω), η Δανία (9.260 ευρω), το Βέλγιο (9.184 ευρω) και η Γαλλία (8.945 ευρω). Οι χαμηλότερες δαπάνες παρουσιάζονται και πάλι στις Λετονία (3.388 ευρω), Λιθουανία (3.236 ευρω), Βουλγαρία (2.239 ευρω) και Ρουμανία (1.698 ευρω). Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα κόστη κυμαίνονταν για την δημόσια μόνο δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις 4.979 ευρω το 2010 (από 5.654 ευρω το 2009), και πάλι κάτω του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου.

– Όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα της έρευνας, τα νοικοκυριά που επιβαρύνονται με τις περισσότερες δαπάνες για την εκπαίδευση είναι εκείνα τα οποία επιλέγουν το ιδιωτικό σχολείο, καθώς αυτά τα νοικοκυριά επιμερίζονται μαζί με τα υπόλοιπα και τις δαπάνες για τη δημόσια εκπαίδευση. Έτσι, τα νοικοκυριά που επιλέγουν την ιδιωτική εκπαίδευση, επί της ουσίας «διπλοπληρώνουν» την εκπαίδευση των παιδιών τους υπό μία έννοια, αφού φορολογούνται κανονικά και για τις δαπάνες της δημόσιας εκπαίδευσης.

Οι αριθμοί στην εκπαίδευση

Όπως αναφέρεται στην έρευνα του ΙΟΒΕ η εξέλιξη του αριθμού των μαθητών τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, στα δημόσια και τα ιδιωτικά σχολεία είναι πτωτική, με εξαίρεση την προσχολική εκπαίδευση, όπου και καταγράφεται άνοδος ή σταθερότητα της ζήτησης. Από την άλλη πλευρά, η τάση που καταγράφεται σε δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο υποδηλώνει μείωση του αριθμού των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία, εντονότερη από την αντίστοιχη στα δημόσια, τονίζοντας τη στροφή πολλών νοικοκυριών στα δημόσια σχολεία, λόγω της οικονομικής ύφεσης και της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

– Στην αρχή του σχολικού έτους 2012-20134, τα δημόσια νηπιαγωγεία ανέρχονταν σε 5.331 (91,6% του συνόλου των νηπιαγωγείων, ιδιωτικών και δημόσιων) στα οποία φοιτούσαν 152.085 μαθητές (93,4% των μαθητών δημοσίων και ιδιωτικών νηπιαγωγείων) και υπηρετούσαν σε αυτά το 94,6% του διδακτικού προσωπικού (12.580 νηπιαγωγοί) των δημοσίων και ιδιωτικών νηπιαγωγείων. Την περίοδο αυτή οι μαθητές ανά νηπιαγωγό ανέρχονταν σε 12 στα δημόσια έναντι 15 στα ιδιωτικά νηπιαγωγεία. Τέλος, την έναρξη του σχολικού έτους 2012-2013, το 64,1% των μαθητών που φοιτούσαν στα νηπιαγωγεία ήταν 5 ετών και το 35% ήταν 4 ετών.

– Όσον αφορά στα δημόσια δημοτικά σχολεία, στην αρχή του σχολικού έτους 2012-20137, αυτά ανέρχονταν σε 4.368 (92,6% του συνόλου των σχολείων, ιδιωτικών και δημόσιων) στα οποία φοιτούσαν 591.461 μαθητές (93,6% του μαθητικού πληθυσμού σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία) και υπηρετούσαν σε αυτά το 94,1% του διδακτικού προσωπικού (60.405 δάσκαλοι) των δημοσίων και ιδιωτικών σχολείων. Την περίοδο αυτή οι μαθητές ανά εκπαιδευτικό στα δημόσια δημοτικά σχολεία ανέρχονταν σε 10, έναντι 11 στα ιδιωτικά δημοτικά σχολεία ήταν αλλοδαποί μαθητές και οι 5.066 (6,9%) παλιννοστούντες.

– Κατά την έναρξη του σχολικού έτους 2012-2013, τα δημόσια γυμνάσια ανέρχονταν σε 1.739 (94,7% του συνόλου των γυμνασίων, ιδιωτικών και δημόσιων) στα οποία φοιτούσαν 300.978 μαθητές (95,4% του μαθητικού πληθυσμού των δημοσίων και ιδιωτικών γυμνασίων) και υπηρετούσαν σε αυτά το 94,3% του διδακτικού προσωπικού (34.754 καθηγητές) των δημοσίων και ιδιωτικών γυμνασίων. Την περίοδο αυτή, οι μαθητές ανά εκπαιδευτικό στα δημόσια γυμνάσια ανέρχονταν σε 9, έναντι 7 στα ιδιωτικά γυμνάσια. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο αριθμός των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών που φοιτούν στα γυμνάσια. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία για αυτή την κατηγορία μαθητών αφορούν την έναρξη του σχολικού έτους 2008-2009. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το σύνολο των μαθητών αυτής της κατηγορίας ανέρχονταν σε 36.665, εκ των οποίων 31.163 (85%) ήταν αλλοδαποί μαθητές και 5.502 (15%) ήταν παλιννοστούντες. Στα ανωτέρω στοιχεία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν στα Εκκλησιαστικά Γυμνάσια της χώρας. Τα διαθέσιμα στοιχεία για αυτή την κατηγορία μαθητών αφορούν την έναρξη του σχολικού έτους 2012-2013 και προκύπτει ότι το σύνολο των μαθητών αυτής της κατηγορίας ανέρχονταν σε 172 μαθητές.

– Στην έναρξη του σχολικού έτους 2012-2013, τα δημόσια λύκεια ανέρχονταν σε 1.242 (92,8% του συνόλου των λυκείων, ιδιωτικών και δημόσιων) στα οποία φοιτούσαν 233.552 μαθητές (94,1% του μαθητικού πληθυσμού στα δημόσια και ιδιωτικά λύκεια) και υπηρετούσαν σε αυτά το 92,7% του διδακτικού προσωπικού (23.316 καθηγητές) του συνόλου των δημοσίων και ιδιωτικών λυκείων. Την περίοδο αυτή, οι μαθητές ανά εκπαιδευτικό στα δημόσια λύκεια ανέρχονταν σε 10, έναντι 8 στα ιδιωτικά. Σε σχέση με τους παλιννοστούντες και αλλοδαπούς μαθητές που φοιτούσαν στο Ενιαίο Λύκειο, τα πιο πρόσφατα στοιχεία αφορούν την έναρξη του σχολικού έτους 2008-2009. Σύμφωνα με αυτά, το σύνολο των μαθητών ανερχόταν σε 14.954, εκ των οποίων 4.115 (27,5%) ήταν παλιννοστούντες και οι 10.839 (72,5%) αλλοδαποί. Ως προς τον αριθμό των μαθητών που φοιτούν στα Εκκλησιαστικά Λύκεια της χώρας, τα διαθέσιμα στοιχεία για αυτή την κατηγορία μαθητών αφορούν την έναρξη του σχολικού έτους 2012-2013 και από αυτά προκύπτει ότι το σύνολο τους ανέρχονταν σε 370. Σε ό,τι αφορά την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση (δημόσιες και ιδιωτικές)ημερήσιες και εσπερινές επαγγελματικές σχολές και επαγγελματικά λύκεια), τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (έναρξη σχολικού έτους 2012-2013) δείχνουν ότι συνολικά φοιτούσαν σε αυτή 124.060 σπουδαστές, εκ των οποίων 32.734 (26,4%) στις επαγγελματικές σχολές και 91.326 (73,6%) στα επαγγελματικά λύκεια.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ