Γράφει ο
Νεκτάριος Καλογήρου

Τραγική είναι η οικονομική κατάσταση για πολλούς μικρονησιώτες, που στο κλείσιμο της τουριστικής περιόδου όχι μόνο έχουν μηδενικές αποταμιεύσεις, αλλά επιπρόσθετα τους βαρύνουν σοβαρές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οφειλές προέκυψαν μετά από πρόστιμα που είχαν επιβάλει διάφορα κλιμάκια ελεγκτών στη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού.
«Πώς θα βγει ο χειμώνας;» αναρωτιέται, ομιλώντας προς τη “δημοκρατική” η κα. Δέσποινα Κ., έμπορος στη Σύμη και μητέρα δύο κοριτσιών. Η μεγάλη κόρη σπουδάζει σε ΑΕΙ και η μικρότερη τώρα τελειώνει το γυμνάσιο. «Φέτος η σεζόν στη Σύμη πρακτικά ξεκίνησε τον Ιούλιο και τελείωσε το Σεπτέμβριο. Σε αυτούς τους τρεις μήνες πέρασαν πολλές ημέρες χωρίς το μαγαζί να κάνει σεφτέ. Τώρα, Οκτώβρη μήνα, ίσα που μπορέσαμε να πληρώσουμε τους προμηθευτές μας και από κει και πέρα το χάος». Το ίδιο χάος ισχύει για τους περισσότερους. Ρεύμα, νερό, τηλέφωνο είναι απλήρωτα, ενώ ούτε λόγος να γίνεται για τις υποχρεώσεις προς την εφορία. «Κάθε μέρα παρακολουθώ με τρόμο αυτά που λέγονται για δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών για χρέη προς το Δημόσιο. Δεν είναι ότι έχουμε λεφτά στην άκρη, αλλά έχουμε παιδί που σπουδάζει και για τις ανάγκες του δίνουν από τη σύνταξή τους η γιαγιά και ο παππούς».
Ο σύζυγος είναι κι εκείνος ελεύθερος επαγγελματίας στο νησί. Είναι τεχνίτης και οι δουλειές ήταν λίγες. «Οι μαγαζάτορες δεν δούλεψαν, άρα ούτε εμείς έχουμε δουλειά, έτσι πάει, αλυσίδα». Εξαιτίας αυτής της “αλυσίδας” δεν είναι λίγοι που έμειναν άνεργοι μέσα στη σεζόν. Αυτό συνέβη, καθώς οι προσλήψεις στις εποχικές επιχειρήσεις ήταν ελάχιστες. Οι περισσότεροι επιτηδευματίες επέλεξαν να κινήσουν από μόνοι τις επιχειρήσεις τους, χωρίς προσωπικό μήπως και μπορέσουν να εξοικονομήσουν λίγα κέρδη.

Σημαντικό ρόλο στη μείωση του γενικού τζίρου διαδραμάτισαν τα οικονομικά προβλήματα της Τουρκίας. Αυτά αφαίρεσαν από τους γείτονες τη δυνατότητα των μικρών αποδράσεων προς τα νησιά μας και αυτό φάνηκε τόσο στην αγορά, όσο και στις διανυκτερεύσεις.
Οι δουλειές το χειμώνα στο νησί είναι ελάχιστες. Μόνο αν ξεκινήσει κάποιο δημόσιο έργο θα υπάρξει μια κάποια κίνηση και όχι για όλους. Οι θέσεις εργασίας θα μοιραστούν μεταξύ εκείνων που έχουν δυνάμεις να κάνουν χειρονακτικές εργασίες, Ελλήνων και αλλοδαπών οικονομικών μεταναστών.
Ο ΦΠΑ έχει κολλήσει στο 24% και κανένα μεταφορικό ισοδύναμο δεν πρόκειται να εξισορροπήσει την αιμορραγία. Ο καφές το χειμώνα στο Γυαλό κοστίζει όσο και στη Ρόδο, οι δε επιχειρήσεις καφεστίασης ανοίγουν στις 07.00’ το πρωί, αλλά μόνο κάθε φορά που περνά καράβι. Τις υπόλοιπες ημέρες δεν έχει νόημα η ώρα εκκίνησης, καθώς τα περισσότερα καθίσματα παραμένουν αδειανά πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Τα αμιγή εστιατόρια ολοκλήρωσαν για φέτος τον κύκλο της εργασίας τους. Με εξαίρεση την εθνική επέτειο του ΟΧΙ και τη γιορτή του Πανορμίτη το Νοέμβριο, οι πόρτες τους θα παραμείνουν κλειστές μέχρι τον Μάιο του 2019. Ένα ολόκληρο νησί έχει τεθεί σε αναγκαστική αργία.
Ίδια και χειρότερη η εικόνα στη Χάλκη. Η διαφορά βρίσκεται στη διάρκεια της σεζόν. Αν στη Σύμη η “αισθητή τουριστική περίοδος” διαρκεί 80 ημέρες, στη Χάλκη ο αντίστοιχος χρόνος περιορίζεται στις 55 ημέρες. Όλα τα υπόλοιπα ισχύουν ακριβώς τα ίδια. Ελάχιστες δουλειές για τους ντόπιους, που προσπαθούν να βρουν διέξοδο στη γεωργία, στην κτηνοτροφία και στην αλιεία. Βέβαια, οι διέξοδοι αυτές είναι απλώς και μόνο για να τους εξασφαλίσουν τα απαραίτητα προς το ζην κι όχι για να υποστηρίξουν, για παράδειγμα, ένα παιδί που σπουδάζει στο πανεπιστήμιο. Αν γίνει μια πιο εξειδικευμένη έρευνα στα προβλήματα εκείνων που ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα, θα φανεί σε όλο του το μεγαλείο ο παραλογισμός του κράτους. Το τελευταίο φορολογεί τη βάρκα του νησιώτη, σαν να είναι σκάφος αναψυχής.
Μέσα σε όλα αυτά, εξακολουθεί να είναι άγνωστος ο αριθμός εκείνων που κάθε χειμώνα εγκαταλείπουν τα μικρά νησιά και εγκαθίστανται στη Ρόδο ή σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Η μετοίκησή τους είναι αναγκαστική και γίνεται κυρίως για οικονομικούς λόγους.
Οι “νησιωτικές πολιτικές” για τους μικρονησιώτες από καιρό έχουν πάψει να αποτελούν σύντομο ανέκδοτο, καθώς πια έχουν καταστεί μια πραγματική προσβολή. Ως τέτοια την αντιλαμβάνονται, μιας και από υπερηφάνεια αναγκάζονται να κρύβουν τα ονόματά τους όταν μιλούν τον Τύπο για τα προβλήματα των σπιτικών τους. Τα κρύβουν γιατί το τελευταίο πράγμα που θέλουν είναι η λύπηση.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ