ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τα άλλα Δωδεκάνησα …

news room 17 λεπτά ανάγνωση
Καστελόριζο

Αστυ­πά­λαια, Χάλκη, Τήλος, Λέρος, Σύμη, Νίσυρος, Καστε­λό­ριζο. Κάθε ένα από τα νησιά αυτά έχει το δικό του χρώμα. Τα δικά του μυστικά. Τη δική του ιστορία. Ανήκουν όλα στο ίδιο νησιω­τικό σύμπλεγμα κι όμως κάθε ένα είναι μονα­δικό. Κι όταν πατάς το πόδι σου εκεί, εκπλήσ­σε­σαι. Επειδή αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι καλύ­τερο από αυτό που δεί­χνουν οι φωτο­γρα­φίες.

Σύμη: αγριο­κά­τσικα και «Ελευ­θε­ρία»

Πιο εύκολα πας με καράβι από τη Ρόδο, κάνει μία ώρα. Φτάνει το από­γευμα και πρέπει οπωσ­δή­ποτε να είσαι στο κατά­στρωμα την ώρα που μπαίνει στο λιμάνι. Η εικόνα των πολύ­χρω­μων ναυ­τι­κών σπιτιών που σκαρ­φα­λώ­νουν στον λόφο σε αφήνει άφωνο. Όλη η Σύμη είναι αυτό που βλέπεις από το καράβι. Το υπό­λοιπο νησί είναι βουνό και δάσος. Γενικώς για την ευχά­ρι­στη διαμονή σου εκεί πρέπει να ξέρεις δύο πράγ­ματα: πρώτον, δεν υπάρ­χουν δρόμοι και αυτο­κί­νητα μέσα στη Χώρα και τον Γιαλό που είναι το νότιο τμήμα της, άρα καλό είναι να έχεις κλείσει ένα δωμάτιο στον Γιαλό – δια­φο­ρε­τικά θα σε φάνε τα σκα­λο­πά­τια και οι ανη­φο­ριές. Δεύ­τε­ρον, κάνει πάρα πολλή ζέστη, 40άρια για πλάκα. Άρα δεν πρέπει να είσαι ποτέ στον οικισμό το μεση­μέρι. Αυτό είναι εύκολο. Παίρ­νεις τα καρα­βά­κια που φεύγουν κάθε μισή ώρα και πας στις παρα­λίες. Ούτως ή άλλως, αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πας για μπάνιο. Και ο πιο ευχά­ρι­στος – σε φυσάει το αεράκι, μυρί­ζεις τη θάλασσα, δεν τρως μπο­τι­λιά­ρι­σμα και σε λίγο χρόνο απλώ­νεις την πετσέτα σου στην παραλία. Οι παρα­λίες είναι απί­στευτα καθαρές, ως επί το πλεί­στον έχουν βότσαλα και από ένα εστια­τό­ριο η καθεμία. Το πιο «σύγ­χρονο» βρί­σκε­ται στην Αγία Μαρίνα. Στις άλλες παρα­λίες τα πράγ­ματα θυμί­ζουν δεκα­ε­τία ’50. Ταβέρνα κάτω από τα αλμυ­ρί­κια, αγριο­κά­τσικα να κατη­φο­ρί­ζουν τους λόφους προς ανα­ζή­τηση μεζέ από τα τρα­πέ­ζια και τις σεζ­λόνγκ και έκπλη­κτοι λουό­με­νοι να τα χαϊ­δεύ­ουν και να τα ταΐζουν. Εννο­εί­ται πως οι σεζ­λόνγκ δεν έχουν εισι­τή­ριο… Είναι της ταβέρ­νας. Και δεν υπάρ­χουν σερ­βι­τό­ροι που σε υπο­χρε­ώ­νουν να πάρεις καφέ για να καθί­σεις. Αν θες κάτι, πας μόνος σου και το παίρ­νεις. Ή κάθεσαι σε τραπέζι. Και τέλος κάτι ενδει­κτικό για τον κόσμο: δια­βά­ζουν όλοι στην παραλία. Όταν είχα πάει τελευ­ταία φορά, τα bestseller διεθνώς ήταν δύο: «Οι 50 απο­χρώ­σεις του γκρι» και η «Ελευ­θε­ρία» του Φράνζεν. Στις παρα­λίες της Σύμης είδα τη λέξη «Ελευ­θε­ρία» γραμ­μένη στα εξώ­φυλλα σε όλες τις γλώσσες. «Απο­χρώ­σεις» είδα μια-δυο, μόνο στα ελλη­νικά.

Χάλκη: μπαλ­κό­νια σε πασ­σά­λους

Πας με καρα­βάκι από το αρχαίο λιμάνι της Ρόδου, την Κάμειρο Σκάλα, μια-δυο ώρες το πολύ. Άλλο ένα νησί χωρίς αυτο­κί­νητα. Μόνος οικι­σμός είναι το λιμάνι, με διώροφα ναυτικά σπίτια που έχουν βερά­ντες και μπαλ­κό­νια στη­ριγ­μένα σε πασ­σά­λους μέσα στη θάλασσα. Εδώ η κατά­σταση δεν είναι κυριλέ, όπως στη Σύμη ή στο Καστε­λό­ριζο. Το νησί είναι πολύ μικρό, το γυρί­ζεις με τα πόδια, και μέχρι πριν 20 χρόνια ήταν σχεδόν ακα­τοί­κητο. Το λιμάνι είναι πεντα­κά­θαρο και μπορείς να κάνεις άνετα μπάνιο εκεί. Υπάρχει ένας φούρνος, όπου όλοι συρ­ρέ­ουν κάθε πρωί για να πάρουν τυρό­πιτα (πολύ νόστιμη). Μόλις τελειώ­σουν οι τυρό­πι­τες κλείνει ο φούρνος. Επίσης, στο λιμάνι υπάρ­χουν δυο-τρία ζαχα­ρο­πλα­στεία και άλλες τόσες ταβέρ­νες. Αυτά είναι όλα. Δεν έχεις κανένα άγχος επι­λο­γής. Δεν ψάχνεις το καλύ­τερο στους οδηγούς. Δεν ασχο­λεί­σαι με τίποτα. Βουτάς στη θάλασσα, χαζεύ­εις το ειδυλ­λιακό λιμάνι, πεινάς, περ­πα­τάς δυο βήματα και τρως. Δια­κο­πές στην Ελλάδα του ’50. Γνήσια ομορφιά. Αν θέλεις, για αλλαγή, παίρ­νεις τη βάρκα από το λιμάνι και πετά­γε­σαι ως το νησάκι απέ­να­ντι που λέγεται Αλημιά και έχει τροπική παραλία. Πας και μια βόλτα με τα πόδια μέχρι το κάστρο. Αυτό που χρειά­ζε­σαι είναι καλή παρέα ή καλό βιβλίο. Το φαγητό είναι ως επί το πλεί­στον φρε­σκο­ψα­ρε­μένα ψάρια και θαλασ­σινά. Όταν πια φεύγεις από τη Χάλκη, αισθά­νε­σαι σαν να έχει γλι­στρή­σει από πάνω σου όλη η κούραση και η μπίχλα του χειμώνα.

Νίσυρος: πορ­το­κα­λάδα από… πορ­το­κά­λια (κρύα)

Πας πιο εύκολα και πάρα πολύ γρήγορα με καρα­βάκι από την Κω. Το νησί είναι γνωστό για δύο λόγους: πρώτον, για το ηφαί­στειο που κοι­μά­ται και δε ξέρεις πότε θα ξυπνή­σει και δεύ­τε­ρον, για τα θερμά λουτρά του. Τα λουτρά αξιο­ποι­ή­θη­καν επί ιτα­λο­κρα­τίας των Δωδε­κα­νή­σων (1912-1948). Παρότι ως κατα­κτη­τές οι Ιταλοί ήταν σκληροί, όπως λένε οι παπ­πού­δες, είχαν όραμα ανοι­κο­δό­μη­σης. Τα κτίριά τους σε όλη την επι­κρά­τεια του συμπλέγ­μα­τος είναι αξιο­θαύ­μα­στα. Μοντερ­νι­στικά, εργο­νο­μικά, και­νο­το­μικά για την εποχή του μεσο­πο­λέ­μου που κατα­σκευά­στη­καν και σχε­δια­σμένα έτσι ώστε να ται­ριά­ζουν τέλεια με το τοπίο αλλά και να εξυ­πη­ρε­τούν συγκε­κρι­μένο σκοπό. Στη Νίσυρο, για παρά­δειγμα, ήθελαν να ανα­πτύ­ξουν τον ιατρικό του­ρι­σμό. Το κτίριο των λουτρών είναι ένα μνημείο αρχι­τε­κτο­νι­κής. Ψιλο­ρη­μαγ­μένο, φυσικά… από τότε που πέρασε στο ελλη­νικό κράτος (1948), δε φαί­νε­ται να το έχει φρο­ντί­σει κανείς… Αλλά τέλος πάντων, του­λά­χι­στον τα λουτρά λει­τουρ­γούν και δια­τη­ρούν τον αρχικό σχε­δια­σμό τους (πατώ­ματα, μωσαϊκά, μπάνια αντίκες κλπ.). Τώρα, εκεί συχνά­ζουν διά­φο­ροι yogi και εναλ­λα­κτι­κοί, συμπα­θη­τι­κός κόσμος. Αν μη τι άλλο, δε χαλάνε την ηρεμία του τοπίου και του κτί­σμα­τος.

Το ηφαί­στειο το βλέπεις από δύο χωριά, το Εμπο­ρειό και τα Νικιά. Το Εμπο­ρειό μέχρι πριν 15 χρόνια ήταν σχεδόν εγκα­τα­λε­λειμ­μένο. Ερει­πω­μένα παλιά σπι­τά­κια, σοκάκια, μια όμορφη ταβέρνα με θέα στο ηφαί­στειο πάνω στη μικρο­σκο­πική πλατεία. Κι ένα καστράκι στην κορυφή. Σήμερα, πολλά σπίτια έχουν ανα­και­νι­στεί και νοι­κιά­ζο­νται σε κυριλέ εναλ­λα­κτι­κούς του­ρί­στες που βαρέ­θη­καν την Αντί­παρο. Τα Νικιά έχουν πρό­σβαση στο ηφαί­στειο κι ένα γηπε­δάκι μπάσκετ που βλέπει ακριβώς στην καλ­ντέρα. Φοβερός συν­δυα­σμός. Επίσης εκεί υπάρχει το μονα­δικό Ηφαι­στειο­λο­γικό Μουσείο στην Ελλάδα που πραγ­μα­τικά αξίζει να το επι­σκε­φτείτε. Θα μάθετε πολλά πράγ­ματα. Κατά τα άλλα, το χωριό είναι πολύ όμορφο με μια υπέροχη μικρή πλατεία ελλει­πτι­κού σχή­μα­τος στρω­μένη με το τυπικό δωδε­κα­νη­σιακό μωσαϊκό από βότσαλα. Στην πλατεία υπάρχει το Καφε­νείο του Νικόλα. Εκεί, ο γιος του ιδιο­κτήτη όταν είχα πάει μου πρό­τεινε την πορ­το­κα­λάδα του – «θα σου την στύψω με κρύα πορ­το­κά­λια από το ψυγείο και δε θα βάλω παγάκια. Τα παγάκια τη νερώ­νουν!». Και πράγ­ματι, είχε δίκιο.

Η Χώρα της Νισύρου είναι επίσης ένα μικρό αρι­στούρ­γημα. Η κεντρική πλατεία της Ηλι­κιω­μέ­νης είναι σκε­πα­σμένη από φυλ­λω­σιές και δροσερή, ακόμα και το μεση­μέρι. Εκεί τα καφε­νεία σερ­βί­ρουν γλυκά του κου­τα­λιού, ντόπια. Η πόλη είναι γεμάτη μικρά λευκά σπι­τά­κια μέσα σε πεντα­κά­θαρα σοκάκια. Στην άκρη της βρί­σκε­ται ο βράχος με το Κάστρο και την Παναγία τη Σπη­λιανή (πρέπει να ανέβεις 130 σκα­λο­πά­τια για να πας). Η εκκλη­σία είναι χτι­σμένη μέσα σε σπηλιά. Κάτω από τον βράχο, βρί­σκε­ται μια μαγική παραλία με μαύρα τερά­στια ηφαι­στειο­γενή βότσαλα. Πεντα­κά­θαρη, αλλά δύσκολη. Η εύκολη παραλία του νησιού και η πιο δημο­φι­λής, τρόπος του λέγειν, είναι η Παχιά Άμμος – εκεί υπάρ­χουν και λίγοι γυμνι­στές. Γενικώς, δεν σας το είπα, στη Νίσυρο χρειά­ζε­σαι αυτο­κί­νητο. Η χώρα κατα­λή­γει στο λιμάνι, το Μαν­δράκι. Η έτερη πλατεία της, πιο και­νούρ­για, βλέπει στη θάλασσα. Εκεί υπάρχει και το μικρό παντο­πω­λείο που φέρνει τσιγάρα για όλο το νησί ή του­λά­χι­στον έφερνε όταν πήγα εγώ. Τότε, το 2012, είχε δίπλα στο ταμείο μια μικρή χάρτινη ταμπέλα που έγραφε: «Αν δεν έχουμε τα τσιγάρα σας δεν θα έρθουν ποτέ στην Νίσυρο! Μην μας τα ζητάτε κάθε μέρα. Είναι κου­ρα­στικό!». Όσο για το φαγητό, παντού είναι πεντα­νό­στιμο. Ψάρια, θαλασ­σινά, κατσι­κά­κια και μαγει­ρευτά. Όλα τα λαχα­νικά παρά­γο­νται στο ηφαι­στειο­γε­νές άνυδρο έδαφος του νησιού και μαγει­ρεύ­ο­νται απλά, σπιτικά. Άρα οι γεύσεις είναι απε­ρί­γρα­πτες.

Καστε­λό­ριζο: πλη­ρώ­νεις και παγώ­νεις…

Εκεί πας με καράβι από τη Ρόδο (περίπου τρει­σή­μισι ώρες) ή με μικρό αερο­πλάνο από τη Ρόδο και την Αθήνα. Στην περί­πτωση του αερο­πλά­νου, υπάρχει λεω­φο­ρείο για τη μετα­φορά στη Χώρα ή αλλιώς Μεγίστη και πολύ λίγα ταξί. Όταν πήγα εγώ το 2013 υπήρχε ένα ταξί, που του είχα τηλε­φω­νή­σει και με περί­μενε. Ο μονα­δι­κός οικι­σμός και εδώ βρί­σκε­ται στο λιμάνι. Είναι πανέ­μορ­φος, όπως και στη Σύμη. Αντί­στοιχη είναι και η ζέστη – το Καστε­λό­ριζο είναι σαν χυτράκι που βράζει όσο ο ήλιος είναι ψηλά.  «Ένα είναι το ξενο­δο­χείο! Το άλλο είναι μπουρ­δέλο», μου είχε πει ένας ντόπιος παππούς. Οι ηλι­κιω­μέ­νοι του νησιού έχουν τσαγανό και προ­σω­πι­κό­τητα. Ο παππούς, λοιπόν, είχε δίκιο. Το ξενο­δο­χείο είναι ένα, σύγ­χρονο και αρκετά πολυ­τε­λές, λέγεται «Καστε­λό­ριζο» και βρί­σκε­ται στην άκρη του λιμα­νιού. Το διπλανό ανα­πα­λαιω­μένο κτίριο είναι ξενώνας, λέγεται «Mediterraneo» και το προ­τι­μούν οι διε­θνείς σταρ και οι trendy του­ρί­στες που επι­σκέ­πτο­νται το νησί. Ο παππούς το χαρα­κτή­ρισε «μπουρ­δέλο» για δύο λόγους: πρώτον, εκεί επι­δι­δό­ταν στο αρχαιό­τερο επάγ­γελμα η Βάνα Μπάρμπα, στην ομώνυμη οσκα­ρική ταινία, η οποία έβαλε το νησί στον παγκό­σμιο του­ρι­στικό χάρτη. Δεύ­τε­ρον, κατά την ανα­πα­λαί­ωση του κτιρίου η ιδιο­κτή­τρια, για να μην κατα­στρέ­ψει το χρώμα και την εμπει­ρία του να μένεις σε ένα τέτοιο κατά­λυμα, δεν έβαλε κλι­μα­τι­στικά… Προ­τί­μησε ανε­μι­στή­ρες οροφής. Αυτό από τη μια δείχνει ατμο­σφαι­ρικό, από την άλλη με τη ζέστη που κάνει στο νησί (40άρια με το καλη­μέρα), δε ξέρω πόσο απο­τε­λε­σμα­τικό μπορεί να είναι… Πάντως οι ένοικοι δεν πτο­ού­νται…

Η παραλία του νησιού είναι το λιμάνι. Μεγάλο και πολύ καθαρό. Βουτάς και το φχα­ρι­στιέ­σαι. Υπάρ­χουν και θαλάσ­σιες χελώνες, που το βράδυ ξεπρο­βάλ­λουν ανάμεσα από τις ξύλινες ψαρό­βαρ­κες μπροστά στις ταβέρ­νες και τις ταΐζεις με ψωμί. Το λιμάνι είναι όλη η ατρα­ξιόν του νησιού. Μια φορά την εβδο­μάδα έρχεται το μεγάλο καράβι από την Αθήνα και κάνει μια φοβερή μανού­βρα πιά­νο­ντας όλο το πλάτος του. Όπου κι αν κάθεσαι, νιώθεις σαν να ξεφυ­τρώ­νει ένας επι­βλη­τι­κός πύργος μπροστά σου και δεν μπορείς παρά να νιώσεις δέος για την επι­δε­ξιό­τητα των ελλήνων καπε­τά­νιων. Φημί­ζο­νται άλλωστε. Ταβέρ­νες, πέντε-έξι, είναι όλες απλω­μέ­νες γύρω από το νερό. Περνάς το μεση­μέρι, ζητάς το τραπέζι που θέλεις για το βράδυ και τέλος. Σερ­βί­ρουν όλες ολό­φρε­σκα ψαρικά που τα φέρνουν οι ιδιο­κτή­τες με τις βάρκες την ίδια μέρα. Μαγει­ρευτά σερ­βί­ρουν δύο εστια­τό­ρια. Το ένα βρί­σκε­ται στις εγκα­τα­στά­σεις της Νέας Αγοράς (πολύ όμορφο παλιό κτίριο, μάλλον ιταλικό) και το άλλο είναι τα «Πλα­τά­νια», σε μια κατά­φυτη αυλή που βρί­σκε­ται στο επάνω τμήμα της Χώρας – η περιοχή εκεί λέγεται Χωράφια. Αξίζει να πάτε στα Χωράφια, έστω για βόλτα στα παλιά δρο­μά­κια με τα ερει­πω­μένα σπίτια. Το Καστε­λό­ριζο έχει βασα­νι­σμένη ιστορία. Τον 18ο και 19ο αιώνα υπήρξε σπου­δαία εμπο­ρική δύναμη. Ωστόσο τον 20ο ερήμωσε εξαι­τίας των πολέμων. Λόγω θέσης, το διεκ­δι­κού­σαν η Τουρκία, η Βρε­τα­νία και η Γερ­μα­νία. Οι μάχες έδιωξαν τους κατοί­κους. Κατά την επι­στροφή τους, πολλοί πνί­γη­καν σε ναυάγιο με το πλοίο που τους έφερνε από τα στρα­τό­πεδα συγκέ­ντρω­σης στη Μέση Ανατολή. Όσοι επέ­στρε­ψαν αντί­κρι­σαν τα απο­κα­ΐ­δια των σπιτιών τους. Όλο το νησί κάηκε στον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο, παρου­σία βρε­τα­νι­κής φρε­γά­τας που ήταν αραγ­μένη στο λιμάνι. Ο καπε­τά­νιος το έβλεπε να καί­γε­ται από το κατά­στρωμα και άκουγε κλασ­σική μουσική, όπως γράφει στο ημε­ρο­λό­γιό του. Οι ντόπιοι λένε πως το έκαψαν οι Άγγλοι, για να μην το βρουν οι αντί­πα­λοι. Οι Άγγλοι λένε πως η πυρ­κα­γιά ήταν ατύχημα… Όλα αυτά θα τα μάθετε αν πάτε στο μουσείο του νησιού – που πρέπει να πάτε. Θα σας δώσει το σχετικά φυλ­λά­δια ο παππούς στην είσοδο «για να ανα­γνώ­σετε». Παίζει το ρήμα «ανα­γι­γνώ­σκω» να το άκουσα στην καθο­μι­λου­μένη για πρώτη φορά στο Καστε­λό­ριζο. Το άλλο αξιο­θέ­ατο που πρέπει να δείτε είναι το Grotto, δηλαδή το Γαλάζιο Σπήλαιο, που το δείχνει και η ταινία. Πας με βάρκα και αν θέλεις κολυ­μπάς στα τιρ­κουάζ νερά του. Η σύγ­χρονη φυσιο­γνω­μία του νησιού είναι ο Ζορζ Λαζα­ρά­κης, που έχει την ομώνυμη ταβέρνα στον μικρό μώλο. Αυτό είναι το πιο κυριλέ εστια­τό­ριο. Σερ­βί­ρει απίθανο ψάρι, και αν το νησί ήταν ταινία, αυτός θα ήταν ο πρω­τα­γω­νι­στής. Έχει πολλές ιστο­ρίες να πει και τις λέει με πηγαίο χιούμορ. Έχει σερ­βί­ρει τους πάντες – μέχρι και τον Κάρολο με την Καμίλα και την κου­στω­δία τους. Τέτοιος κόσμος έρχεται στο νησί και τους βλέπεις όλους χαλα­ρούς, με σαγιο­νά­ρες, να ιδρο­κο­πάνε από τη ζέστη. Γι’ αυτό όλα εκεί είναι κάπως ακριβά. «Πλη­ρώ­νεις και παγώ­νεις…», όπως λένε. Ο άλλος λόγος που εξηγεί την ακρί­βεια είναι πως οι ντόπιοι, όλα τα είδη πρώτης ανάγκης, για το σπίτι και τα μαγαζιά τους, τα προ­μη­θεύ­ο­νται από την Τουρκία που είναι απέ­να­ντι. Το καρα­βάκι πηγαι­νο­έρ­χε­ται δυο-τρεις φορές τη μέρα – ακούς τον Τούρκο τελάλη στο μεγά­φωνο όταν πλη­σιά­ζει για να δέσει στο λιμάνι. Τέλος, το Καστε­λό­ριζο έχει ένα μπαρ, τον Φάρο. Βρί­σκε­ται στο άκρο του λιμα­νιού, απέ­να­ντι από το ξενο­δο­χείο. Εκεί μαζεύ­ο­νται όλοι όταν κλεί­νουν τα μαγαζιά τους, για να απο­λαύ­σουν επι­τέ­λους λίγη δροσιά.

Αστυ­πά­λαια: ρομαν­τζά­ρι­σμα μέχρι τελικής πτώσης

Πηγαί­νεις με καράβι από την Αθήνα και τη Ρόδο και με αερο­πλάνο επίσης από την Αθήνα και τη Ρόδο. Είναι ένα νησί – απο­κά­λυψη για πολλούς λόγους. Γενικώς φημί­ζε­ται για τις πολλές παρα­λίες της, οργα­νω­μέ­νες και μη. Εγώ δεν πήγα σε όλες, διότι δεν υπήρχε λόγος. Ακόμη και η παραλία στο Παλιό Λιμάνι, κάτω από το ρετρό ξενο­δο­χείο «Ο Παρά­δει­σος» όπου έμενα, ήταν υπέροχη. Δεν είμαι και πολύ τύπος της εξε­ρεύ­νη­σης, ούτως ή άλλως. Πάντως, όλες είναι κατα­πλη­κτι­κές και καμία δε συγκε­ντρώ­νει πολύ κόσμο. Κάποιες είναι και εντελώς ερη­μι­κές. H μόνη με beach bar όταν είχα πάει εγώ βρι­σκό­ταν στο Λιβάδι. Επίσης, η Αστυ­πά­λαια φημί­ζε­ται για το εξαι­ρε­τικό φαγητό της σε πολύ χαμηλές τιμές. Παίρ­νεις αστα­κο­μα­κα­ρο­νάδα και πλη­ρώ­νεις μπρι­ζόλα. Είναι δε και πολύ γραφική. Η Χώρα, που βρί­σκε­ται κάτω από το Κάστρο με την εκκλη­σία, είναι κάτα­σπρη και ενώ­νε­ται από τη μία πλευρά κατη­φο­ρικά με τον οικισμό του Παλιού Λιμα­νιού και από την άλλη με το αγρο­τικό παρα­θα­λάσ­σιο χωριό Λιβάδι. Όλα αυτά τα δια­νύ­εις με αυτο­κί­νητο ή με το απί­στευτα συνεπές λεω­φο­ρείο που κάνει τέρμα στο Παλιό Λιμάνι. Το άλλο ενδια­φέ­ρον στοι­χείο του νησιού είναι ότι ο κόσμος εκεί δια­βά­ζει. Και δια­βά­ζει καλά βιβλία. Ο Σταύρος Πετσό­που­λος, ο εκδότης του Άγρα, έχει κάποια σχέση με το νησί και προ­μη­θεύει όλα τα κατα­στή­ματα με βιβλία. Καλο­δια­λεγ­μένα, ό,τι πρέπει για δια­κο­πές – εκεί βρήκα όλη τη σειρά με τα αστυ­νο­μικά του Σιμενόν. Υπάρ­χουν παντού: στα βιβλιο­πω­λεία, στα παλαιο­πω­λεία, στα μίνι μάρκετ, στα φαρ­μα­κεία, στους υπαί­θριους πάγκους βιβλίων μέσα στη Χώρα και στις δύο δανει­στι­κές βιβλιο­θή­κες του νησιού, την ελλη­νική και τη διεθνή, που στε­γά­ζο­νται στην κεντρική πλατεία σε δύο ανε­μό­μυ­λους αντί­στοιχα.

Στη Χώρα εκτυ­λίσ­σε­ται και η νυχτε­ρινή ζωή του νησιού. Όταν είχα πάει έκανε εκεί δια­κο­πές ο Που­λι­κά­κος και το βράδυ τρα­γού­δησε σ’ ένα από τα μπαρ της πλα­τείας. Το άλλο βραδινό σημείο συνά­ντη­σης είναι το ζαχα­ρο­πλα­στείο – μπαρ «Αρχι­πέ­λα­γος» κάτω από το κάστρο. Πας για ποτό και τελικά τρως τα γλυκά ημέρας που βλέπεις στα ταψιά μέσα στα ψυγεία… και αγνα­ντεύ­εις το καθρέ­φτι­σμα του φεγ­γα­ριού και τα τερά­στια ιστιο­φόρα στα μαύρα νερά-λουστρίνια της θάλασ­σας του Λιβα­διού κάτω μπροστά σου. Από εστια­τό­ρια, δοκί­μασα και σας συστήνω, αυτό που βρί­σκε­ται πάνω στην άμμο με τα αλμυ­ρί­κια στο Παλιό Λιμάνι για ψαρικά. Το Γεράνι για μαγει­ρευτά με ντόπια υλικά στο Λιβάδι. Όταν είχα πάει έπαιζε τα άπαντα του Στράτου Διο­νυ­σίου. Μου θύμισε τις κασέτες που ακού­γαμε στις δια­δρο­μές με το οικο­γε­νειακό αυτο­κί­νητο όταν ήμασταν παιδιά… Συστήνω επίσης τον Κρο­κό­δειλο στην παραλία του Λιβα­διού, πάνω στην άμμο σε ένα μεγάλο αλμυ­ρίκι. Η κουζίνα είναι κάπως πιο διεθνής αλλά καθόλου επι­τη­δευ­μένη. Και για αστα­κο­μα­κα­ρο­νά­δες, θα πάτε στο χωριό Μαλ­τε­ζάνα – απο­φύ­γετε το μεση­μέρι γιατί έχει πολλές οικο­γέ­νειες με ξαμο­λη­μένα παι­δά­κια. Στη Χώρα το hot spot εστια­τό­ριο είναι το Μπαρ­μπα­ρόσα. Επειδή είναι μικρό καλό είναι να κλεί­σετε τραπέζι (τηλ. 2243061577). Αλλά προτού πάτε, κάνετε οπωσ­δή­ποτε μια βόλτα στο μεσαιω­νικό κάστρο με τα σπι­τά­κια ακριβώς δίπλα. Η θέα και η ατμό­σφαιρα εκεί είναι κάτι που δεν πρέπει να χάσετε.

Λέρος: ένας παρά­δει­σος με πικρή ιστορία

Φτάνεις από Αθήνα με αερο­πλάνο και πλοίο από Αθήνα, Ρόδο, Κω, Σάμο. Η Λέρος είναι ένα πανέ­μορφο νησί. Με κατα­πλη­κτι­κούς ανθρώ­πους, που έζησαν τη μαύρη ιστορία της Ελλάδας, στον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο και μετα­πο­λε­μικά, και που με αξιο­πρέ­πεια και μόνοι τους χτίζουν σιγά σιγά την καλή φήμη του τόπου τους. Το πρώτο πράγμα που έμαθα για τη Λέρο ήταν το τρε­λά­δικο. Στη Ρόδο, απ’ όπου κατά­γο­μαι, λένε «είσαι για τη Λέρο» όπως στην Αθήνα λένε «είσαι για το Δαφνί». Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα στη Λέρο έστελ­ναν τους τρο­φί­μους από Αθήνα και Θεσ­σα­λο­νίκη που ήταν στα αζήτητα για 12 μήνες. Το φρε­νο­κο­μείο στε­γα­ζό­ταν σε πρώην ιτα­λι­κές ναυ­τι­κές και αερο­πο­ρι­κές εγκα­τα­στά­σεις, παντε­λώς ανε­παρ­κείς για τον αριθμό και τη φρο­ντίδα των ασθενών. Και οι γιατροί για τους περίπου 2000 φρε­νο­βλα­βείς ήταν μόνο δύο. Εκεί, στις ίδιες εγκα­τα­στά­σεις, επί Χούντας, έστελ­ναν και πολι­τι­κούς κρα­τού­με­νους για να συνε­τι­στούν. Στις ίδιες εγκα­τα­στά­σεις μετα­πο­λε­μικά, η Φρει­δε­ρίκη είχε ιδρύσει οικο­τρο­φείο για την ανα­τροφή και τον συνε­τι­σμό στο εθνικό φρόνημα των παιδιών των νεκρών ή κατα­διω­κό­με­νων ανταρ­τών, ΕΑΜιτών και γενικώς αρι­στε­ρών. Σήμερα, εκεί έχει φτια­χτεί δομή για τους μετα­νά­στες που έρχο­νται με τις τούρ­κι­κες βάρκες στο Αιγαίο. Πριν απ΄ όλα αυτά, οι εγκα­τα­στά­σεις ήταν μία πρότυπη ναυτική και αερο­πο­ρική βάση και σχολή η οποία δημιουρ­γή­θηκε το 1932 επί ιτα­λο­κρα­τίας. Κατά τη διάρ­κεια του Β’ Παγκο­σμίου Πολέμου, κατε­λή­φθη από τα βρε­τα­νικά στρα­τεύ­ματα και εν συνε­χεία από τα γερ­μα­νικά. Όταν έφυγαν όλοι, βού­λια­ξαν, έκαψαν και κατέ­στρε­ψαν όλο το στρα­τιω­τικό υλικό. Οι ντόπιοι που έβλεπαν τις κατα­στρο­φές έλεγαν πως ένας ολό­κλη­ρος πλούτος πάει χαμένος… Δεν φαντά­ζο­νταν ότι το εν συνε­χεία ελεύ­θερο ελλη­νικό κράτος θα έδινε τη χαρι­στική βολή στο νησί. Ευτυχώς, στη Λέρο δεν κατα­στρά­φηκε το Λακκί. Μια πρότυπη μοντερ­νι­στική ιταλική πόλη, σε μοντερ­νι­στικό στιλ, την οποία κατα­σκεύ­α­σαν εξ ολο­κλή­ρου οι Ιταλοί για να υπο­στη­ρί­ξουν τη στρα­τιω­τική βάση. Πρό­κει­ται για μία πόλη με εξαι­ρε­τική ρυμο­το­μία, με κτίρια δημό­σιων υπη­ρε­σιών, με κινη­μα­το­θέ­α­τρο, με αγορά και με σπίτια, μονο­κα­τοι­κίες, τα οποία δια­τη­ρού­νται ως σήμερα. Η πόλη αυτή συγκε­ντρώ­νει το διεθνές αρχι­τε­κτο­νικό ενδια­φέ­ρον και θα μπο­ρούσε να λει­τουρ­γή­σει ως χώρος παγκό­σμιων αρχι­τε­κτο­νι­κών συνε­δρίων, αλλά πάω στοί­χημα ότι στα αρμόδια υπουρ­γεία οι μισοί του­λά­χι­στον ιθύ­νο­ντες δεν γνω­ρί­ζουν καν την ύπαρξή του.

Στη Λέρο οι βασικές πόλεις είναι τρεις: ο Πλά­τα­νος (πρω­τεύ­ουσα), η Αγία Μαρίνα με τα παλιά αρχο­ντικά (συμπρω­τεύ­ουσα) και το Λακκί, με το μεγα­λύ­τερο φυσικό λιμάνι της Ανα­το­λι­κής Μεσο­γείου. Σε αυτές προ­στί­θε­ται και το γραφικό ψαρο­χώρι Παντέλι. Κατά τα άλλα υπάρ­χουν πολλοί οικι­σμοί διά­σπαρ­τοι σε όλο το νησί. Οι παρα­λίες είναι επίσης πολλές και όλες ωραίες. Τα αλμυ­ρί­κια φτάνουν σχεδόν παντού μέχρι τη θάλασσα, οπότε κάθεσαι από κάτω και μετά βουτάς στα κρυ­στάλ­λινα νερά.

Το νησί έχει σοβαρή αγρο­τική παρα­γωγή, επίσης οι κάτοι­κοι εκτρέ­φουν ζώα και ψαρεύ­ουν. Καλύ­πτουν εν γένει τις ανάγκες τους και τα καλο­καί­ρια οι νοι­κο­κυ­ρές μαγει­ρεύ­ουν και για τους του­ρί­στες. Άρα, δεν υπάρχει εστια­τό­ριο που να μη σερ­βί­ρει εκλεκτό φαγητό. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Τήλος: ο δήμαρ­χος και ο Μητρο­πο­λί­της

Στον αντί­ποδα της Λέρου, που κατα­κτη­τές και πολι­τι­κά­ντη­δες την έκαναν κουρέλι και οι κάτοι­κοι την έκαναν να λάμψει ξανά, η Τήλος που γνω­ρί­ζουμε σήμερα είναι το δημιούρ­γημα ενός δημάρ­χου, του Τάσου Αλιφέρη. Οι ντόπιοι μιλάνε γι’ αυτόν συνέ­χεια και παντού. Στις ταβέρ­νες, στα καφε­νεία, στα σοκάκια… Πριν από τον Αλιφέρη, το νησί ήταν σχεδόν έρημο, με 270 γέρους κατοί­κους, χωρίς λύκειο, με έναν ερει­πω­μένο οικισμό (Μικρό Χωριό) και τους υπό­λοι­πους μισο­ά­δειους και το επι­σκέ­πτο­νταν μόνο κυνηγοί κάθε καλο­καίρι για να ρημά­ξουν τη φύση του. Είχε όλες κι όλες 170 κλίνες φιλο­ξε­νίας. Μετά τον Αλιφέρη, το νησί κατάρ­γησε το κυνήγι και προ­ή­γαγε τον φυσιο­λα­τρικό του­ρι­σμό, απέ­κτησε δικό του κατα­μα­ράν για να επι­κοι­νω­νεί με Κω και Ρόδο καθη­με­ρινά, αύξησε τον πλη­θυ­σμό του στους 780 κατοί­κους, κατέ­βασε τον μέσο όρο ηλικίας, απέ­κτησε λύκειο, φιλο­ξέ­νησε τον πρώτο ομο­φυ­λο­φι­λικό γάμο στην Ευρώπη και πλέον είναι το πρώτο ενερ­γειακά αυτό­νομο νησί στη Μεσό­γειο. Αύξησε και τις κλίνες φιλο­ξε­νίας σε 1.700. Στην Ελλάδα λίγοι γνω­ρί­ζουν την ύπαρξή του. Ωστόσο τα δημο­σιεύ­ματα του Guardian, της Le Monde, του BBC, του Reuters το έκαναν γνωστό σε όλο τον κόσμο. Όλα αυτά οφεί­λο­νται, σύμφωνα με τις μαρ­τυ­ρίες των κατοί­κων, στον δήμαρχο, ο οποίος πρω­το­πήγε στην Τήλο ως αγρο­τι­κός γιατρός, εξελέγη το 1995 και άσκησε καθή­κο­ντα ως το 2012 που πέθανε από καρκίνο. «Έβγαλε τον καρκίνο από τις κατάρες του Μητρο­πο­λίτη, όταν έκανε τον γάμο», λένε και κουνάνε το κεφάλι…

Σε κάθε περί­πτωση, η Τήλος είναι ένα πολύ όμορφο, λιτό νησάκι, που προ­σφέ­ρει ήρεμες και ευχά­ρι­στες δια­κο­πές, οικο­νο­μι­κές και ξεχω­ρι­στές. Είναι ένα νησί που το εξε­ρευ­νάς. Κινεί­σαι κυρίως με τα πόδια στα πολλά μονο­πά­τια του, στις παρα­λίες, στα χωριά, στα κάστρα του… Λιμάνι είναι τα Λιβάδια. Πρω­τεύ­ουσα το Μεγάλο Χωριό που χτί­στηκε τον 19ο αιώνα, πριν οι κάτοι­κοι ζούσαν στο κάστρο. Η αρχι­τε­κτο­νική του θυμίζει Κυκλά­δες – λευκοί κύβοι και πεντα­κά­θαρα σοκάκια. Λίγο πιο πάνω υπάρχει το Μικρό Χωριό που εγκα­τα­λεί­φθηκε στον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο και πλέον είναι όλο ερείπια. Εκεί, όμως, υπάρχει το μπαρ ορόσημο του νησιού, που φωτίζει και τα γύρω ερείπια και δημιουρ­γεί ατμό­σφαιρα. Πιο δημο­φι­λής παραλία είναι η Έριστος, αλλά όλες είναι ωραίες, δεν κολλάς μόνο σ΄ αυτήν. Ας πούμε, και η Πλάκα είναι κατα­πλη­κτική και έχει και λίγα φοι­νι­κό­δε­ντρα, για το τροπικό του πράγ­μα­τος. Πίσω της ακριβώς βρί­σκε­ται το Περι­φραγ­μένο Πάρκο. Ανοί­γεις τη συρ­μά­τινη πόρτα και περ­πα­τάς με δια­κρι­τι­κό­τητα ανάμεσα στα χρω­μα­τι­στά πτηνά.

Το νησί συγκε­ντρώ­νει πολλά αρχαιο­λο­γικά ευρή­ματα, τα βλέπεις παντού αλλά υπάρχει και το Μουσείο των Νάνων Ελε­φά­ντων στο Μεγάλο Χωριό. Τα οστά τους βρέ­θη­καν στο Σπήλαιο Χαρ­κα­διό, το 1971, από τον καθη­γητή Παλαιο­ντο­λο­γίας και Γεω­λο­γίας Νικόλαο Συμε­ω­νίδη. Αυτοί οι ελέ­φα­ντες, που το ύψος τους δεν ξεπερ­νάει το 1,40 μ., εξα­φα­νί­στη­καν εξαι­τίας του μεγάλου σεισμού που δημιούρ­γησε τα νησιά του Αιγαίου πελά­γους.

Όσον αφορά στο φαγητό, είναι γνήσιο και ντόπιο. Ψάρια που μόλις ψαρεύ­τη­καν, φρούτα και λαχα­νικά που μόλις κόπηκαν, κρέας από τα ντόπια ζώα. Τη μαγει­ρική στα εστια­τό­ρια ανα­λαμ­βά­νουν τα καλο­καί­ρια και εδώ οι νοι­κο­κυ­ρές. Κι όταν η δουλειά τελειώ­νει, βγαί­νουν όλες στα σοκάκια, στις καρέ­κλες που γράφουν το όνομά τους (προς απο­φυ­γήν παρε­ξη­γή­σεων) και το τυπικό «ποσπέ­ρι­σμα» – δηλαδή για την ψιλο­κου­βέ­ντα με τους περα­στι­κούς. Μέχρι που πλα­κώ­νει η νύχτα και το νησί πέφτει για ύπνο.

www.athensvoice.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.