ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Τρώγοντας χωρίς τον νεκρό σύζυγό μου»: Ενας χρόνος από την τραγωδία του Μάικλ Μόσλεϊ στη Σύμη

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΜΟΣΛΕΙ ΣΥΜΗ

Εναν και πλέον χρόνο μετά τον θάνατο του τηλε­ο­πτι­κού παρου­σια­στή Μάικλ Μόσλεϊ στη Σύμη, η χήρα του μίλησε στους Sunday Times για το πώς βίωσε τον θάνατο του συζύγου της, αλλά και την προ­σπά­θειά της να βρει νέο νόημα στη ζωή της. Η Μπέιλι Μόσλεϊ ήταν παντρε­μένη με τον Μάικλ Μόσλεϊ 37 ολό­κληρα χρόνια.

Πέρυσι το καλο­καίρι, ο Βρε­τα­νός παρου­σια­στής, που αγνο­ού­νταν επί ημέρες στη Σύμη, εντο­πί­στηκε, τελικά, νεκρός από τις Αρχές. Η σορός του είχε βρεθεί σε βρα­χώ­δες σημείο, μερικά μέτρα από την παραλία της Αγίας Μαρίνας. Επειτα από μερι­κούς μήνες ο ιατρο­δι­κα­στής του Μπα­κιγ­χαμ­σάιρ, Κρίσπιν Μπάτλερ, ανέφερε πως ο θάνατος του παρου­σια­στή «πιθα­νό­τατα απο­δί­δε­ται είτε σε θερ­μο­πλη­ξία είτε σε μη προσ­διο­ρί­σιμη παθο­λο­γική αιτία». Σύμφωνα με τον ίδιο, ο θάνατος του Μόσλεϊ δεν συν­δέ­θηκε με την παρα­μι­κρή ένδειξη ανθρω­πο­κτο­νίας, αυτο­κτο­νίας ή ατυ­χή­μα­τος που σχε­τί­ζε­ται με τραυ­μα­τι­σμούς.

Στις αρχές Ιουνίου του 2024, το ζευγάρι ταξί­δεψε με φίλους στη Σύμη. Ο σκύλος των Μόσλεϊ είχε πεθάνει πρό­σφατα και «μια εβδο­μάδα στον ήλιο ήταν ακριβώς αυτό που χρειά­ζο­νταν». Το πρωί μετά την άφιξή τους, πήραν το πλοίο για μια παραλία στα ανα­το­λικά του νησιού. Για να μη βραχεί το τηλέ­φωνό του, ο Μόσλεϊ το άφησε πίσω. Καθώς η σύζυγός του και οι φίλοι του χαλά­ρω­ναν δια­βά­ζο­ντας, την ώρα του μεση­με­ρια­νού γεύ­μα­τος ο Μόσλεϊ έφυγε για μια βόλτα εν μέσω θερ­μο­κρα­σιών που άγγιζαν του 40 βαθμούς Κελσίου. Οταν επέ­στρε­ψαν στον οικισμό της Σύμης το από­γευμα και δεν τον βρήκαν στο σπίτι ανη­σύ­χη­σαν και τον δήλωσαν αγνο­ού­μενο στο τοπικό αστυ­νο­μικό τμήμα, αλλά τους είπαν να περι­μέ­νουν 48 ώρες πριν ξεκι­νή­σει οποια­δή­ποτε έρευνα.

Σε ερώτηση της δημο­σιο­γρά­φου αν ενη­μέ­ρωσε τις αστυ­νο­μι­κές αρχές ότι πρό­κει­ται για πρόσωπο υψηλού προφίλ ώστε να δώσουν περισ­σό­τερη σημασία, η ίδια φάνηκε ελαφρώς αμήχανη. «Οχι στην αρχή. Αλλά μετά έγινε σαφές ότι δεν επρό­κειτο να κάνουν τίποτα», απά­ντησε, προ­σθέ­το­ντας ότι με μια ομάδα ανα­ζή­τη­σης ξεκί­νη­σαν να ψάχνουν τον Μόσλεϊ.

Μάικλ Μόσλεϊ: Το πόρισμα του ιατρο­δι­κα­στή για τον θάνατο του Βρε­τα­νού παρου­σια­στή στη Σύμη

Οταν έπεσε η νύχτα, επι­κρά­τησε πανικός. Τηλε­φώ­νησε στα τέσσερα παιδιά τους και στο βρε­τα­νικό προ­ξε­νείο στην Αθήνα. Την επόμενη μέρα, και τα τέσσερα παιδιά έφτασαν με αερο­πλάνο, μαζί με τους συντρό­φους και τα ξαδέλ­φια τους, ακο­λου­θού­μενα από ένα πλήθος δημο­σιο­γρά­φων. Τα μέλη της οικο­γέ­νειας που είχαν έρθει στην Ελλάδα ήταν περισ­σό­τερα από 12. Επί τέσ­σε­ρις μέρες και νύχτες, ομάδες ανα­ζή­τη­σης έψαξαν το νησί, μέχρι που ο δήμαρ­χος της Σύμης εντό­πισε τη σορό του.

«Εξα­κο­λου­θού­σαμε να καθό­μα­στε όλοι μαζί στις οκτώ για δείπνο, με τρα­πε­ζο­μά­ντιλο και κεριά. Υπήρχε μια αίσθηση έντονης οικειό­τη­τας. Ηταν πολύ ενθαρ­ρυ­ντικό, με έναν περί­εργο τρόπο […]. Υπάρ­χουν και στιγμές που είναι τρο­μα­κτι­κές, όπου πρέπει να πάρεις τις βαλί­τσες σου και να μπεις στο αερο­πλάνο. Ημουν απο­λύ­τως τρο­μο­κρα­τη­μένη με την ιδέα να μπω στο αερο­πλάνο, επειδή είναι το τελικό στάδιο. Φεύγεις από τη φούσκα σου και είναι αυτό που είναι, και είναι ακριβώς μπροστά στα μάτια σου».

Το πλήρωμα και οι άλλοι επι­βά­τες δεν γνώ­ρι­ζαν την ταυ­τό­τητά της και η ίδια επι­βι­βά­στηκε όπως κάθε άλλος παρα­θε­ρι­στής που γυρίζει στο σπίτι του. «Κάθισα δίπλα σε ένα ζευγάρι και το πολύ χαρι­τω­μένο δίχρονο παιδί τους – ήταν προ­φα­νώς εντελώς εξα­ντλη­μέ­νοι. Και θυμάμαι ότι έπαιζα με το δίχρονο παιδί. Το πιο χαρι­τω­μένο δίχρονο παιδί. Και αυτό το έκανε κάπως υπο­φερτό».

Από τότε που επέ­στρεψε στην πατρίδα της, τον περα­σμένο Ιούνιο, ο πατέρας της, ο θείος της και η ετε­ρο­θα­λής αδελφή της πέθαναν. «Μια φοβερή χρονιά, που ξεκί­νησε με τον θάνατο του σκύλου. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να το κατα­λά­βει. Το σοκ είναι τόσο βαθύ, που δεν ξέρω πώς να το δια­χει­ρι­στώ». Σε ερώτηση για το αν παρα­μέ­νει ακόμα σε κατά­σταση σοκ, η ίδια απαντά: «Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Γιατί δεν ξέρω. Δεν ξέρω».

Θυμάται ότι δεν ήθελε να βγει από το σπίτι για έναν μήνα μετά την επι­στροφή της από την Ελλάδα. «Απλώς δεν ήθελα να κάνω συζη­τή­σεις. Επειδή όλοι το ήξεραν. Οπότε ήταν λίγο τρο­μα­κτικό».

Δεν άντεχε να δει όσα ανα­φέ­ρο­νταν στα μέσα ενη­μέ­ρω­σης για τον θάνατο του συζύγου της. «Δεν ήθελα να ξέρω τι έλεγαν», ανα­φέ­ρει, αλλά δηλώνει ευγνώ­μων για την πληθώρα των δημό­σιων συλ­λυ­πη­τη­ρίων. «Ηταν απί­στευτα συγκι­νη­τικό. Τα γράμ­ματα των ανθρώ­πων ήταν όμορφα και πολύ στο­χα­στικά. Αλλά ταυ­τό­χρονα προ­σπά­θησα να απα­ντήσω σε όλα, και μετά δια­πί­στωσα ότι ήταν απλώς υπερ­βο­λικό και έπρεπε να στα­μα­τήσω. Επρεπε να απο­δε­χτώ ότι δεν μπο­ρούσα να το κάνω».

Η καλο­σύνη, όπως λέει, των ανθρώ­πων στην πόλη της συνε­χί­ζει να τη συγκι­νεί. «Συχνά στο σούπερ μάρκετ, οι άνθρω­ποι απλώς έρχο­νται και με αγκα­λιά­ζουν, μου λένε “λυπάμαι πολύ” και φεύγουν. Δεν με ενοχλεί καθόλου, είναι υπέροχο».

Οπως λέει όμως ακόμα δυσκο­λεύ­ε­ται να συνη­θί­σει τα κομ­μά­τια της καθη­με­ρι­νό­τη­τας που ήταν αρμο­διό­τητα του συζύγου της. «Μετα­φο­ρές. Αυτός έκανε τα πάντα. Εγώ απλώς τον ακο­λου­θούσα, ασχο­λού­μουν με ασή­μα­ντα πράγ­ματα. Και δεν είμαι πολύ καλή στα τεχνικά θέματα, όπως οι online κρα­τή­σεις, και αυτό με εκνευ­ρί­ζει. Και το άλλο είναι το να βλέπω τηλε­ό­ραση. Δεν μπο­ρούσα να κατα­λάβω πώς να ανοίξω την τηλε­ό­ραση», λέει γελώ­ντας.

Μάικλ Μόσλεϊ: Ο τηλε­ο­πτι­κός γιατρός που περι­φρο­νούσε το χρήμα και λάτρευε την περι­πέ­τεια

Της πήρε κάποιο χρόνο μέχρι να κατα­φέ­ρει να δώσει τα πράγ­ματά του και τα ρούχα του, τα περισ­σό­τερα από τα οποία πήγαν στους γιους τους και στους φίλους τους. «Το μόνο πράγμα που πραγ­μα­τικά μετα­νιώνω ήταν τα… πώς λέγο­νται αυτά τα παπού­τσια; Φορούσε δερ­μά­τινα παπού­τσια… Μπότες πεζο­πο­ρίας; Οχι ακριβώς μπότες πεζο­πο­ρίας, αλλά φορούσε τα ίδια παπού­τσια για χρόνια και χρόνια. Και τα πέταξα, γιατί σκέ­φτηκα, ξέρεις, ότι είχα μια απο­στολή. Και το μετα­νιώνω αρκετά».

Πλέον, ενώ τρώει, ακούει podcasts. «Σιγά σιγά συνη­θίζω να τρώω μόνη μου. Αλλά με κάνει να νιώθω θλίψη. Είναι λυπηρό». Είναι επίσης τρομερή ειρω­νεία, λέει, γιατί ένα από τα πράγ­ματα που την κρατούν απα­σχο­λη­μένη είναι η ολο­κλή­ρωση του βιβλίου που είχε αρχίσει να γράφει πριν πεθάνει ο Μόσλεϊ – με τίτλο Eating Together («Τρώ­γο­ντας μαζί»).

Η ίδια σύντομα σχε­διά­ζει να οργα­νώ­σει μικρά ανε­πί­σημα δείπνα προ­σκα­λώ­ντας φίλους, αλλά ακόμα δεν είναι σίγουρη για αυτό. «Δεν θέλω να είμαι μόνη. Αλλά από την άλλη, δεν θέλεις και πάρα πολλούς ανθρώ­πους, γιατί θέλεις να μπορείς να μιλή­σεις μαζί τους. Το άλλο θέμα είναι τα ζευ­γά­ρια. Οι περισ­σό­τε­ροι άνθρω­ποι είναι ζευ­γά­ρια. Τα πράγ­ματα λει­τουρ­γούν ως ζεύγη και τετρά­δες. Ετσι λει­τουρ­γεί ο κόσμος».

Πηγή: kathimerini.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.