• Τι σημαίνει στην πράξη η άσκηση αίτησης ακύρωσης, ποια είναι τα βήματα και ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι που προβάλλονται για να «πέσει» η απόφαση ανάκλησης
Πριν από τις ανακοινώσεις, τις βαριές κουβέντες και τον δημόσιο καβγά, υπάρχει πάντα μια στιγμή που η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται στον πιο «κρύο» χώρο των θεσμών. Εκεί όπου οι φράσεις ζυγίζονται, τα έγγραφα μετρούν περισσότερο από τις αναρτήσεις και η πραγματικότητα επιχειρείται να χωρέσει σε προθεσμίες, αιτιολογίες και διοικητικούς φακέλους. Αυτή τη στιγμή σηματοδοτεί η άσκηση αίτησης ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν ένας φορέας στρέφεται κατά διοικητικής πράξης που θεωρεί παράνομη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Στην υπόθεση της ανάπλασης και των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων από το λιμάνι της Ακαντιάς έως την νέα μαρίνα της Ρόδου, η δικαστική διαδρομή έχει ήδη ξεκινήσει, με αίτηση ακύρωσης που άσκησε ο Δήμος Ρόδου, που στρέφεται κατά της απόφασης ανάκλησης της ένταξης της πράξης από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Νότιο Αιγαίο» για την περίοδο 2014 έως 2020, καθώς και κατά κρίσιμων εκθέσεων επιτόπιας επαλήθευσης που προηγήθηκαν.
Το ιστορικό που οδήγησε στη ρήξη για την απένταξη
Το έργο «Ανάπλαση και κυκλοφοριακές ρυθμίσεις από το λιμάνι Ακαντιάς έως την νέα μαρίνα Ρόδου» περιγράφηκε ως μια κρίσιμη παρέμβαση στο παράκτιο μέτωπο της πόλης, με στόχο τη βελτίωση της κυκλοφορίας στην περιοχή, την κατασκευή πεζοδρομίων και ποδηλατοδρόμων, κόμβων, χώρων στάθμευσης και συνοδών υποδομών, μαζί με έργα ύδρευσης και αγωγό ομβρίων.
Σύμφωνα με τα όσα ξεκαθάρισαν στη συνεδρίαση λογοδοσίας της Περιφερειακής Αρχής Νοτίου Αιγαίου, η απένταξη παρουσιάστηκε ως αναγκαστική εξέλιξη μετά από παρατάσεις, καθυστερήσεις και μια κρίσιμη εκκρεμότητα που αφορούσε στην απρόσκοπτη απορροή των ομβρίων υδάτων, καθώς οι εργασίες της Β’ φάσης της μαρίνας άλλαξαν τις συνθήκες στην περιοχή απόληξης του αγωγού. Στο ίδιο πλαίσιο, τονίστηκε ότι η διαχειριστική αρχή είχε ζητήσει λύση εντός προθεσμίας 15 ημερών, ότι δεν δόθηκε εγκαίρως ουσιαστική απάντηση και ότι έτσι το έργο κατατάχθηκε ως «μη λειτουργικό», σε μια περίοδο που το κλείσιμο του προγράμματος για την περίοδο 2014 έως 2020 δημιουργούσε ασφυκτικές προθεσμίες.
Παράλληλα, στη δημόσια αντιπαράθεση υπογραμμίστηκε ότι, μολονότι υπήρχε δυνατότητα να ζητηθεί επιστροφή χρημάτων, δεν επιλέχθηκε να αναζητηθούν πίσω ποσά, με την πολιτική πλευρά της Περιφέρειας να επιμένει ότι η ανάκληση της ένταξης δεν «τελειώνει» το έργο, αλλά μεταφέρει το βάρος της ολοκλήρωσης στον φορέα υλοποίησης, ο οποίος μπορεί να το χρηματοδοτήσει με ίδιους πόρους. Στο αφήγημα αυτό προστέθηκαν και οι αιχμές ότι η συζήτηση περί εκδικητικότητας είναι επικοινωνιακό κατασκεύασμα και ότι η Περιφέρεια βρέθηκε υπό ευρωπαϊκό έλεγχο ως προς τη νομιμότητα της διαχείρισης.

Στην άλλη πλευρά, το ιστορικό όπως προβάλλεται στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης δίνει ένα διαφορετικό βάρος στις ίδιες ημερομηνίες. Περιγράφεται ότι η πράξη είχε ενταχθεί με απόφαση ένταξης στις 12.06.2019, τροποποιήθηκε διαδοχικά με αποφάσεις τα έτη 2022, 2024 και 2025, και ότι με την τελευταία τροποποίηση η ολοκλήρωση παρατάθηκε έως 31.8.2025, ενώ υποστηρίζεται ότι υπήρχε δυνατότητα νέας προέγκρισης για παράταση έως 31.12.2025, χωρίς κώλυμα, καθώς μέχρι τότε ίσχυε το χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
Στην προσωρινή έκθεση της 31.7.2025 καταγράφεται ότι το έργο ως προς τα βασικά του στοιχεία είχε κατασκευαστεί, αλλά το πρόβλημα εντοπίστηκε στην αδυναμία των ομβρίων να καταλήξουν στον αποδέκτη λόγω των εργασιών στη μαρίνα, με σύσταση αναζήτησης τεχνικής λύσης και συνεργασίας εμπλεκόμενων φορέων μέσα σε 15 ημέρες.
Η συνέχεια που προβάλλεται είναι ότι οι διαβουλεύσεις ολοκληρώθηκαν στις 18.8.2025, ότι υπήρξε ενημέρωση με έγγραφο στις 19.8.2025 και ότι, ενώ υπήρξε προσπάθεια συνεννόησης, η οριστική έκθεση επιτόπιας επαλήθευσης εκδόθηκε στις 18.8.2025, πριν ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις αυτές, οδηγώντας στην κρίση περί μη συμμόρφωσης και στην ανάκληση της ένταξης.
Οι λόγοι προσφυγής όπως προβάλλονται στο δικόγραφο
Η αίτηση ακύρωσης οργανώνει την επιχειρηματολογία της σε 3 βασικούς άξονες.
Στην πρώτη αιτιολογική βάση της ανάκλησης, ο πυρήνας είναι ότι κατά την επιτόπια επαλήθευση διαπιστώθηκε μη λειτουργικότητα του συγχρηματοδοτούμενου έργου, κάτι που χαρακτηρίστηκε σοβαρή παρατυπία και παραβίαση όρων επιλεξιμότητας, με επιπλέον αναφορά στη μη συμμόρφωση εντός της προθεσμίας της σύστασης.
Απέναντι σε αυτό, η προσφυγή επιχειρεί να υποβαθμίσει το εύρος του προβλήματος και να περιορίσει τη μη λειτουργικότητα σε συγκεκριμένο τμήμα, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα εντοπίζεται στον αγωγό ομβρίων και όχι στο σύνολο του έργου. Στο ίδιο πλαίσιο, προβάλλεται ότι κατά τον χρόνο της επαλήθευσης το έργο είχε ουσιαστικά εκτελεστεί και ότι υπολείπονταν περιορισμένες εργασίες, ενώ τα βασικά τεχνικά στοιχεία είχαν παραδοθεί σύμφωνα με την απόφαση ένταξης και τις εγκρίσεις.
Η ανάκληση δεν στηρίζεται μόνο στη μη λειτουργικότητα. Υπάρχει και δεύτερη αιτιολογική βάση, που συνδέεται με το κλείσιμο του προγράμματος και αναφέρει ότι, επειδή βρισκόμαστε στη φάση κλεισίματος, και επειδή η πράξη έχει επιλέξιμες δαπάνες ποσού 495.336,21€ σε προϋπολογισμό σύμβασης 4.674.625,39€, δεν κρίνεται σκόπιμο για διαχειριστικούς λόγους να δηλωθεί ως ημιτελής, καθώς δεν διαφαίνεται εξασφάλιση λειτουργικότητας εντός των χρονικών ορίων.
Το δικόγραφο επιτίθεται σε αυτή τη βάση ως αόριστη και υποθετική, υποστηρίζοντας ότι δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα αλλά σε εκτίμηση «διαφαινόμενης» εξέλιξης, και ταυτόχρονα ως ανακριβής, γιατί υποστηρίζεται ότι υπήρχε ήδη δρομολογημένη διαδικασία τεχνικής λύσης και ότι η δημοπράτηση και εκτέλεση του επιμέρους έργου θα απαιτούσε περίπου 4 μήνες. Με το σκεπτικό αυτό, προβάλλεται ότι ο διαθέσιμος χρόνος ήταν επαρκής, ιδίως αν γινόταν επιλογή δήλωσης του έργου ως ημιτελούς αντί για απένταξη.
Ο τρίτος άξονας φέρνει την υπόθεση από τα τεχνικά και τα χρονοδιαγράμματα στο επίπεδο των γενικών αρχών. Υποστηρίζεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, της αρχής non venire contra factum proprium και της αρχής της αναλογικότητας.
Στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η υπόθεση αναμένεται να κριθεί πάνω σε δύο παράλληλες ράγες. Η πρώτη είναι το στενό νομικό ερώτημα: αν η μη λειτουργικότητα τεκμηριώθηκε ορθά ως λόγος ανάκλησης για το σύνολο της πράξης και αν η μη συμμόρφωση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία αποδεικνύεται με τρόπο που να στηρίζει την επιλογή της Διοίκησης. Η δεύτερη είναι το διοικητικό ερώτημα της αιτιολογίας: αν οι «διαχειριστικοί λόγοι» και η επίκληση του κλεισίματος του προγράμματος, μαζί με τα δεδομένα για τις επιλέξιμες δαπάνες, συγκροτούν πλήρη και συγκεκριμένη αιτιολογία ή λειτουργούν ως γενικόλογο «δίχτυ» που καλύπτει μια προειλημμένη απόφαση.













