Η υπόθεση των επιδομάτων εορτών και αδείας, που για χρόνια αποτελεί σημείο τριβής ανάμεσα σε εργαζόμενους και φορείς του Δημοσίου, παίρνει πλέον την ανηφόρα προς τον Άρειο Πάγο.
Χθες η Δημοτική Επιτροπή του Δήμου Ρόδου σε έκτακτη συνεδρίαση ενέκρινε την άσκηση αίτησης αναίρεσης, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο σε μια διαμάχη που δεν αφορά μόνο στο τι συνέβη στο παρελθόν, αλλά και στο πώς μεταφράζεται αυτό σε δημοσιονομικό βάρος σήμερα, με τα ποσά να φτάνουν σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
Με την απόφαση 3/2026, η Δημοτική Επιτροπή έδωσε εντολή να κατατεθεί αίτηση αναίρεσης και να υπάρξει παράσταση στη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, στρεφόμενη κατά της απόφασης 652/2025 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε κρίνει σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση. Στην πράξη, ο Δήμος επιχειρεί να ανατρέψει την κρίση που επικύρωσε την υποχρέωσή του να καταβάλει ποσά σε 122 εργαζόμενους, για επιδόματα που αφορούν στα έτη 2020 και 2021.
Η αφετηρία τοποθετείται στην αγωγή που κατατέθηκε στις 16/12/2021. Οι εργαζόμενοι υποστήριξαν ότι αμείβονται με βάση το ενιαίο μισθολόγιο και ότι οι περικοπές και η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, όπως εφαρμόστηκαν, παραβιάζουν συνταγματικές αρχές. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα γνωστά επιδόματα που στην πράξη αντιστοιχούν σε 250,00€ για επίδομα αδείας, 250,00€ για Πάσχα και 500,00€ για Χριστούγεννα ανά έτος, δηλαδή 1000,00€ ανά εργαζόμενο κάθε χρόνο, άρα 2000,00€ για τη διετία 2020 και 2021, με ειδικές περιπτώσεις όπου ζητήθηκαν μικρότερα ποσά λόγω μερικών δικαιωμάτων.
Σε πρώτο βαθμό εκδόθηκε η απόφαση 49/2024 από το Ειρηνοδικείο Ρόδου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε ποσά με νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, ενώ συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη και κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική διάταξη. Ο Δήμος άσκησε έφεση, όμως το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την απόφαση 652/2025 απέρριψε την έφεση και διατήρησε την υποχρέωση καταβολών. Αυτή η εξέλιξη είναι που οδήγησε τώρα στην αναίρεση της 05/01/2026, με την τελική πολιτική και θεσμική επικύρωση να δίνεται στις 08/01/2026 από τη Δημοτική Επιτροπή.
Η ουσία δεν είναι μόνο νομική. Είναι και καθαρά οικονομική, γιατί οι αριθμοί δείχνουν το πραγματικό βάρος που μπορεί να μεταφερθεί στον δημοτικό προϋπολογισμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, οι εργαζόμενοι χωρίζονται ουσιαστικά σε 2 ομάδες ως προς τα ποσά.
Η πρώτη και μεγαλύτερη ομάδα αφορά 116 εργαζόμενους στους οποίους το ποσό που τέθηκε ως βάση ήταν 2000,00€ ανά εργαζόμενο για τα έτη 2020 και 2021. Αυτό οδηγεί σε συνολικό ποσό 232.000,00€. Η δεύτερη ομάδα αφορά 6 ειδικές περιπτώσεις εργαζομένων με χαμηλότερες αξιώσεις και αντίστοιχα χαμηλότερες επιδικασθείσες αποδοχές. Τα συνολικά ποσά που ζητήθηκαν από αυτές τις 6 ειδικές περιπτώσεις ήταν 6750,00€.
Αυτό που προκύπτει από το σκεπτικό της αναίρεσης, όπως αποτυπώνεται στο υλικό της υπόθεσης, είναι ότι ο Δήμος εστιάζει σε ζητήματα εφαρμογής κανόνων που συνδέονται με το ενιαίο μισθολόγιο και ειδικότερα με το όριο των 3000,00€ ως μηνιαίες αποδοχές σε δωδεκάμηνη βάση. Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας βρίσκεται η θέση ότι για να κριθεί πλήρως ορισμένη μια τέτοια αγωγή, έπρεπε να αποσαφηνίζεται αν στο όριο των 3000,00€ συμπεριλαμβάνονται και τα αιτούμενα επιδόματα, επειδή σε περίπτωση υπέρβασης το ύψος τους θα μειωνόταν ώστε να μην ξεπεραστεί το συγκεκριμένο πλαφόν.
Με απλά λόγια, ο Δήμος δεν αμφισβητεί μόνο το αν πρέπει να καταβληθούν επιδόματα, αλλά και το αν η διεκδίκησή τους περιγράφηκε με τρόπο που επιτρέπει ακριβή υπολογισμό, χωρίς να υπάρχει κενό ως προς το αν οι αποδοχές με τα επιδόματα περνούν το θεσπισμένο όριο. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί μετατρέπει τη συζήτηση από μια γενική διαμάχη περί δικαιώματος σε μια πιο συγκεκριμένη αντιπαράθεση για το πώς αποδεικνύεται και πώς υπολογίζεται.














