Tέσσερις θετικές ιστορίες επιβίωσης από μια καταστροφική σεζόν.

Γιώργος Κουτσουνάρης, Συνιδιοκτήτης του Μύλος Fish Restaurant, Λέρος

«Η φετινή χρονιά ήταν η πιο ωραία για τους επισκέπτες μας»

«Μεγάλωσα στη Λέρο και περνούσαμε μαζί με τον αδελφό μου Μάριο όλα τα καλοκαίρια δουλεύοντας στην οικογενειακή ταβέρνα. Αποφασίσαμε να την αναλάβουμε την τελευταία δεκαετία και, αποφεύγοντας τις περιττές φιοριτούρες και τα εξεζητημένα πράγματα, να δοκιμάσουμε μοντέρνες τεχνικές στα πιάτα. Οι τουρίστες της Λέρου είναι συνήθως πλούσιοι Τούρκοι που έρχονται με τα σκάφη τους στα Δωδεκάνησα και κάνουν στάση στο νησί. Δεν τους είχαμε φέτος. Κινηθήκαμε με Γάλλους και Ιταλούς και μετά από πολλά χρόνια με Έλληνες τουρίστες. Μας πήγε πίσω η πανδημία, γιατί χάσαμε δύο καλούς μήνες, τον Απρίλιο και τον Μάιο. Η άποψή μου είναι ότι όσοι δεν έκαναν εκπτώσεις φέτος στην ποιότητα δεν θα βγουν χαμένοι. Η κρίση απαιτεί να δείξεις χαρακτήρα. Το εστιατόριο είναι από μόνο του προορισμός. Έχουμε 60 πελάτες σε καθημερινή βάση, που έρχονται για φαγητό αποκλειστικά στον Μύλο, χωρίς να έχουν δει τη Λέρο. Γινόμαστε γνωστοί από στόμα σε στόμα, υπάρχει ένας κύκλος ανθρώπων που δεν εμπιστεύονται εύκολα κριτικές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρά μόνο την εμπειρία φίλων τους. Οι πελάτες μας ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Το προσωπικό ήταν ένα πρόβλημα. Αποδείχθηκε δύσκολο να βρεις σέρβις μόνο για δύο μήνες. Με τα περσινά δεδομένα είχαμε προμηθευτεί πολλά ακριβά κρασιά για την κάβα μας. Αλλά σίγουρα δεν θα πάνε χαμένα. Πιστεύω ότι αυτοί οι επιχειρηματίες που “έπραξαν σαν να μη συμβαίνει τίποτα” και δεν έκαναν το λάθος να μείνουν κλειστοί θα κρατήσουν τη φήμη τους. Η πανδημία είναι μια παρένθεση που θα κλείσει. Ήταν η πιο ωραία χρονιά για τους τουρίστες η φετινή, υπήρχαν αποστάσεις και καλύτερη εξυπηρέτηση. Ο τουρίστας μπορεί να το επιβεβαιώσει. Και θα επιστρέψει».

www.mylosexperience.gr

 

Λεωνίδας Κουτσόπουλος, Chef/ιδιοκτήτης του Samano restaurant, Αντίπαρος

«Φέτος κάναμε το αγροτικό μας»

«Η ιδέα υπήρχε από καιρό. Ήθελα πάντα να ανοίξω ένα μαγαζί σε νησί, ειδικά από τότε που πήρα το δίπλωμα για το φουσκωτό και ένιωσα θαλασσόλυκος. Όταν βρήκαμε τον χώρο στην Αντίπαρο, είχε γίνει η αρχή με τον κορωνοϊό, όμως ακόμα κανενός το μυαλό δεν πήγαινε σε αυτό που τελικά συνέβη. Δεν σκέφτηκα ποτέ να μην ανοίξω καθόλου, εφόσον θα επιτρεπόταν. Απλώς ο προγραμματισμός σε όλα ήταν εξαντλητικός και άλλαζε συνεχώς, ανάλογα με τις εξελίξεις και τα νέα μέτρα. Πέραν των προκλήσεων που έχουν όλες οι επιχειρήσεις και δη οι νέες, όλοι μας είχαμε έναν πονοκέφαλο παραπάνω. Τα έξτρα μέτρα που ελήφθησαν στην Πάρο και στην Αντίπαρο ήρθαν ξαφνικά. Μια μέρα τα ανακοίνωσαν και ομολογώ ότι, επειδή η δουλειά είναι πολλή και ο ρόλος μου διπλός –και του σεφ και του επιχειρηματία–, δεν είχα αντιληφθεί ότι υπήρχε θέμα – ψίθυροι μόνο και σκόρπιες πληροφορίες για ένα κρούσμα στην Πάρο.

Το νέο ωράριο μας δυσκόλεψε αρκετά, γιατί βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το ρολόι. Στις διακοπές ο κόσμος τρώει αργά, είναι πιο χαλαρός, νωρίτερα από τις δέκα δύσκολα θα έρθει για δείπνο. Πλέον όμως δεν μπορείς να εξυπηρετήσεις κάποιον που θέλει να φάει από τις έντεκα και μετά, αφού πρέπει να είσαι άδειος στις δώδεκα.

Έως τώρα, δεδομένων των συνθηκών, εγώ είμαι ευχαριστημένος. Είναι και τι ζητάει ο καθένας. Εμείς είπαμε, παιδιά, όλα καλά, φέτος κάναμε το αγροτικό μας στην Αντίπαρο. Περάσαμε καλά, γνωρίσαμε τον τόπο, τον αγαπήσαμε. Κάθε πρωί που πάω με τη μηχανή στο μαγαζί, λέω 74 καλημέρες, μου κορνάρουν τα πούλμαν, τους χαιρετάω. Του χρόνου θα είναι όλα καλύτερα. Φυσικά, εμείς έχουμε και άλλα μαγαζιά. Αν αυτό ήταν το μοναδικό μου, ενδεχομένως να ήμουν πιο επιφυλακτικός. Όπως και να ’χει πάντως, εγώ είμαι της άποψης πως με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και τηρώντας κάθε μέτρο πρέπει, εκτός από το εμβόλιο για τον ιό –που το περιμένουμε–, να φροντίσουμε και για τα εμβόλια της ψυχής μας. Να συνεχίσουν δηλαδή, στο μέτρο του δυνατού, να γίνονται πράγματα. Αλλά η αλήθεια είναι πως βιώνουμε μια άγνωστη κατάσταση. Παλιά το πρωταρχικό σου μέλημα ήταν να περάσει ο καλεσμένος σου καλά. Σήμερα ξεκινάς από τα βασικά: να μην πάθει κάτι. Είναι τρελό, αλλά είναι αληθινό και γι’ αυτό, παρότι σε κανέναν μας δεν αρέσει η εικόνα ενός εστιατορίου με μάσκες, η προσοχή και η ευθύνη είναι μονόδρομος. Νομίζω άλλωστε πως τηρώντας ευλαβικά τα μέτρα κάνεις και τον φιλοξενούμενό σου να χαλαρώσει και να περάσει καλύτερα. Εγώ αυτό είδα φέτος. Ο κόσμος εκτιμά και επιβραβεύει τη συμμόρφωση με τα μέτρα, είναι συνεργάσιμος, καταλαβαίνει τι προσπάθεια απαιτεί μια βάρδια 8 ωρών μέσα στη ζέστη με μια μάσκα. Οπότε εγώ δεν μετανιώνω για τίποτα φέτος. Για το μόνο που μετανιώνω είναι που τρεις μέρες την είδα trendy και γύρισα τα ρεβέρ στο τζιν μου, έβαλα σταράκια και μου άρεσε τόσο η φάση, που δούλεψα με τα all star ολόκληρη βάρδια. Αποτέλεσμα; Μάτωσαν τα πόδια μου. Ακόμα δεν έχω συνέλθει». – Μανίνα Ντάνου 

 

 

Ιωάννα Συνοδινού, Συνιδιοκτήτρια κάμπινγκ Aegiali / ταβέρνας Ασκάς και υπεύθυνη για το Amorgos Trail Challenge, Aμοργός

«Μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου είμαστε γεμάτοι από κρατήσεις»

«Χάσαμε την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Έχουμε εναλλακτικό τουρισμό, με πολλά γκρουπ περιπατητών και επισκέπτες που έρχονται για γιόγκα. Φανταστείτε ότι κάθε χρόνο κλείνουν δωμάτια για έναν μήνα μια μεγάλη ομάδα Δανών. Δεν τα κατάφεραν φέτος να έρθουν. Υπήρχαν διαρκώς ακυρώσεις. Αλλά και αναπληρώσεις. Από τις 28 Ιουνίου που άνοιξε το κάμπινγκ, ήταν γεμάτο. Κάθε χρονιά έχει δυσκολίες καινούργιες. Ο ανταγωνισμός έχει μεγαλώσει. Φέτος δεν κάναμε τα γλέντια με ζωντανή μουσική και τα πανηγύρια, αλλά είχαμε περισσότερο χρόνο να γνωρίσουμε καλύτερα τους επισκέπτες μας. Οι Έλληνες ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί και τηρούσαν τα μέτρα. Περισσότερο από τους ξένους επισκέπτες. Φέτος έπρεπε να υπολογίσουμε και budget για τα αντισηπτικά και τα απορρυπαντικά για τις καθημερινές απολυμάνσεις. Είμαστε οικογενειακή επιχείρηση και θέλαμε να ανοίξουμε για να το παλέψουμε. Έχουμε σταθερούς πελάτες και δεν θέλαμε να τους απογοητεύσουμε. Η αβεβαιότητα ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, γιατί δεν μπορείς εύκολα να κάνεις τα κουμάντα σου. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος πήγαν καλά στην Αμοργό, με πληρότητα. Από τις 10 Ιουλίου όλες οι Μικρές Κυκλάδες είχαν τουρισμό. Ο δρομικός αγώνας Amorgos Trail Challenge, που συγκεντρώνει αθλητές από επτά χώρες, ακυρώθηκε μετά την αρχική αναβολή. Υπήρχαν συμμετοχές, απλώς δεν μπορείς να διακινδυνεύσεις την υγεία όλου του νησιού. Στην Αμοργό τον χειμώνα περνάμε ούτως ή άλλως όπως περάσαμε όλοι οι Έλληνες στην καραντίνα. Δεν μας ζητήθηκε κάτι τραγικό από το κράτος φέτος. Να κρατάμε τις αποστάσεις και να φοράμε μάσκα. Το κάναμε και δεν είχαμε κανένα κρούσμα ως επιχείρηση. Μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου είμαστε γεμάτοι από κρατήσεις. Το σπίτι μου απέχει 50 μέτρα από τη θάλασσα και φέτος πρόλαβα να κάνω δύο μπάνια. Περνάς 14 ώρες στη δουλειά για να τηρηθούν όλα τα πρωτόκολλα και να κυλήσει καλά η καθημερινότητα».

www.aegialicamping.gr, www.amorgostrailchallenge.gr

 

 

Νίκος Μπάκουλης, Μπαρτέντερ και συνιδιοκτήτης του Liokalyvo, Φαλάσαρνα Χανίων

«Ανοίξαμε φέτος για να το απολαύσουμε του χρόνου»

«Ανοίξαμε στις 20 Ιουνίου. Βέβαια ο φετινός Ιούνιος δεν θύμιζε καθόλου τις προηγούμενες χρονιές. Ήταν σαν να μην υπήρξε. Οι καθημερινές στα Φαλάσαρνα, που είναι μια τεράστια παραλία, ήταν δράμα. Κόσμο και κυρίως Χανιώτες είχαμε μόνο τα Σαββατοκύριακα. Ήρεμα κύλησε και το πρώτο μισό του Ιουλίου. Ευτυχώς, μετά η κατάσταση ήταν ανοδική. Στα τέλη Ιουλίου και στις αρχές Αυγούστου προσθέσαμε προσωπικό. Το βασικότερο πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα εύκολα να βρω εποχικούς υπαλλήλους για το beach bar-εστιατόριο. Αποδείχθηκε ότι δύσκολα θα κατέβαινε κάποιος για σεζόν δύο μηνών. Βρήκα με το ζόρι άτομα. Διακοπές φέτος δεν έκανα. Ήμουν στην Αθήνα από Δευτέρα έως Πέμπτη στο Clumsies και Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στα Χανιά. Η σεζόν σημαίνει δουλειά, άπειρες ώρες. Έκανα τα πάντα, έπαιρνα παραγγελίες, σέρβιρα τα πιάτα, οργάνωνα τις προμήθειες. Έκανα τρεις βουτιές στην παραλία γύρω στις 8.30 το πρωί, πριν ανοίξω το μαγαζί. Πήραμε με τον Βασίλη Κυρίτση και τον Λευτέρη Μαρκάκη το ρίσκο να ανοίξουμε φέτος, για να μπορέσουμε του χρόνου –αν όλα έχουν μια καλή έκβαση– να το απολαύσουμε. Άξιζε. Έγινε η επιχείρηση σε λίγο χρόνο talk of the island. Με έπαιρναν από το Ρέθυμνο παρέες για να κρατήσω τραπέζι για φαγητό (την επιμέλεια του μενού την ανέλαβε ο Μανώλης Παπουτσάκης, σεφ του εστιατορίου Χαρούπι στη Θεσσαλονίκη), μιάμιση ώρα απόσταση οδικώς. Γνώρισα πολλούς μικροπαραγωγούς της Κρήτης και επισκέφθηκα τα τοπικά οινοποιεία. Οι περισσότεροι ξένοι τουρίστες ήταν από την Κεντρική Ευρώπη και έκλειναν ξαπλώστρες καθημερινά καθ’ όλη τη διάρκεια των διακοπών τους. Δεν χαλαρώσαμε ποτέ με το θέμα της πανδημίας. Όσο ζόρικο και κοστοβόρο κι αν είναι για ένα μαγαζί πάνω στην άμμο να κάνει απολύμανση, καθαρισμό και να κρατάει αποστάσεις, ήταν πάντα προτεραιότητά μας. Δουλέψαμε πολύ και ιδανικά θα ήθελα να τελειώσει η σεζόν μας τέλη Σεπτεμβρίου, αλλά περιμένουμε καθημερινά τις ανακοινώσεις».

www.liokalyvo.gr

Πηγή: kathimerini.gr

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ