Η υπόθεση ξεκινά από τη Ρόδο και εξελίσσεται σε μια πολυετή δικαστική διαδρομή που άγγιξε την οικογενειακή ζωή, τις διαδικασίες επιμέλειας και την ποινική διερεύνηση καταγγελιών. Στο τελευταίο της επεισόδιο, δεν συζητήθηκε ξανά η ουσία των γεγονότων, αλλά το αν μπορεί να σταθεί αγωγή κατά του Δημοσίου για ηθική βλάβη, όταν αυτή αποδίδεται σε πράξεις και κρίσεις δικαστικών οργάνων.
Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με πρόσφατη απόφασή του, επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση και απέρριψε την έφεση, κλείνοντας τη συγκεκριμένη δικαστική οδό για τον ενάγοντα.
Η υπόθεση αφορά ημεδαπό που παντρεύτηκε στη Ρόδο στις 27 Δεκεμβρίου 2009 με γυναίκα γερμανικής ιθαγένειας και απέκτησαν 2 παιδιά, γεννημένα στη Ρόδο στις 18 Μαΐου 2010 και 17 Ιουνίου 2012. Μετά τη διάσπαση της συμβίωσης, αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων ρύθμισαν προσωρινά την επιμέλεια και την επικοινωνία.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2013 η μητέρα αναχώρησε με τα παιδιά για τη Γερμανία, με ενημέρωση ότι πρόκειται για ταξίδι διακοπών. Η επιστροφή στη Ρόδο, που αναμενόταν στις 13 Ιανουαρίου 2014, δεν έγινε και τα παιδιά παρέμειναν στη Γερμανία.
Ακολούθησαν κινήσεις του πατέρα στα ελληνικά δικαστήρια, με αιτήματα για επιμέλεια και επιστροφή των παιδιών, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν διαδικασίες και στη Γερμανία.
Μεταγενέστερα, σε αγωγή που κατατέθηκε στη Ρόδο για οριστική επιμέλεια, τα ελληνικά δικαστήρια έκριναν ότι δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία για να δικάσουν το αίτημα, θεωρώντας ότι η συνήθης διαμονή των παιδιών είχε ήδη μεταφερθεί στη Γερμανία.
Η υπόθεση έφτασε έως τον Άρειο Πάγο και η αναίρεση απορρίφθηκε το 2019. Ο πατέρας υποστήριξε στη συνέχεια ότι η ερμηνεία ευρωπαϊκών κανόνων έγινε εσφαλμένα και ότι δεν ζητήθηκε καθοδήγηση μέσω προδικαστικού ερωτήματος, όπως ανέφερε.
Με αυτά τα στοιχεία, προσέφυγε αργότερα κατά του Δημοσίου, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, συνδέοντας την ψυχική επιβάρυνση με την πορεία των δικαστικών κρίσεων και με την εξέλιξη της επαφής του με τα παιδιά, που, όπως περιέγραψε, περιορίστηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία.
Παράλληλα με τα οικογενειακά δικαστήρια, υπήρξαν και ποινικές διαδικασίες που ξεκίνησαν από μηνύσεις του πατέρα. Σε μία από αυτές, υπήρξε καταδικαστική απόφαση σε πρώτο βαθμό, όμως σε δεύτερο βαθμό εκδόθηκε αθωωτική απόφαση.
Ο ενάγων προέβαλε ότι στη δευτεροβάθμια ποινική δίκη δεν εξετάστηκε μάρτυρας κατηγορίας, παρότι, κατά τον ισχυρισμό του, ήταν παρών και κλητευμένος. Αυτό το σημείο εντάχθηκε επίσης στην αγωγή κατά του Δημοσίου, ως πρόσθετη αιτία ηθικής βλάβης.
Η αγωγή κατατέθηκε στις 16 Ιουλίου 2020 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και αφορούσε συνολικό ποσό 250.000 ευρώ. Στη συνέχεια το αίτημα μετατράπηκε σε έντοκο αναγνωριστικό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, κρίνοντας ότι:
Για το σκέλος που στηριζόταν σε ισχυρισμούς παραβίασης ευρωπαϊκού δικαίου από πολιτικά δικαστήρια, το διοικητικό δικαστήριο δεν ήταν το αρμόδιο να τη δικάσει.
Για το σκέλος που αφορούσε στα ποινικά δικαστήρια, δεν υπήρχε η δυνατότητα να στηριχθεί αξίωση αποζημίωσης με τον τρόπο που ζητήθηκε.
Ο πατέρας άσκησε έφεση, όμως το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών διατήρησε την ίδια κατεύθυνση.
Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη. Παράλληλα, με εκτίμηση των περιστάσεων, απάλλαξε τον εκκαλούντα από τα δικαστικά έξοδα του Δημοσίου.
Στον πυρήνα της, η υπόθεση δεν εξελίχθηκε σε νέα κρίση για το τι έγινε στη Ρόδο, ούτε σε επανεξέταση των οικογενειακών και ποινικών φακέλων. Το βασικό ερώτημα ήταν αν ο ενάγων μπορεί να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση από το Δημόσιο για ηθική βλάβη, όταν αυτή συνδέεται με αποφάσεις και χειρισμούς δικαστηρίων, και ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει μια τέτοια αξίωση.
Υπόθεση Ρόδου για επιμέλεια και μετακίνηση παιδιών στη Γερμανία οδηγεί σε απόρριψη αγωγής 250.000 ευρώ κατά του Δημοσίου













